Γράφει ο Χρήστος Μαλασπίνας

 

Γεμάτη, λέει, η αίθουσα,

Δεν έπεφτε καρφίτσα!

Και ΄γω απ΄τη γωνίτσα,

Μια όμορφη Ιταλίδα

π’ έμοιαζε με μέδουσα

μες το όνειρό μου είδα!

 

Κι απορούσα κι έλεα

πως χωρούνε ούλοι,

αφεντικά και δούλοι.

Ωσάν ονειροκρίτης,

Μέσα σε βάρκα έπλεα

στα ανοιχτά της Κρήτης

 

Η θάλασσα ρυτίδωνε

Θάμπωνε η εικόνα,

και πίσω στον Αιώνα,

κάτι φαινώταν μέσα.

Μα το αυτί δεν ίδρωνε,

Γιατί δεν είχε μπέσα.

 

Εστήσανε  παράλογο

Μικρό πανηγυράκι,

(Κρυφό το ‘ χαν μεράκι)

Και στ’ όνειρου  τη φόρα

Καβάλα σ’ ένα άλογο,

Με πήρε η κατηφόρα.

 

Τ΄ άλογο ποδοβόλησε

Σ΄ ένα πλατύ αλώνι-

Που ‘μοιαζε με σαλόνι

Πύργου άλλων χρόνων-

Και μέσα εκεί αμόλησε

ακαθαρσίες τόνων.

 

Κοινότητες το σύνολο,

(τώρα εγώ σωπαίνω

Ούτε που ανασαίνω)

έξι, η μία είχε δόρυ-

Αίντε, αιώνιο σύμβολο

Της γκρέκα μάνας κόρη!

 

Έπειτα κάλπες στήσανε.

Στ’ ονείρου μου τη τρέλα,

Ξανθιά είδα κοπέλα.

νιοί και νιές σκουντίφλα

Χορό τρελό αρχινήσανε

Ως που εγίναν τύφλα!

 

Και μεθυσμένος έλεγα

Πως όλα πήγαν πρίμα

Κρίμα καλοί μου, κρίμα!

Όλοι τους ήταν  νόθοι!

Ναυάγιο μεσοπέλαγα

Τα όνειρα κ’ οι πόθοι!

 

Κι αν φταίει τ’ όνειρο,

Δεν φταίει ο σκηνοθέτης!

Αυτός απλώς ευχέτης,

Σε όμορφο όλα φόντο,

Και η ζωή απ’ τ΄ όνειρο

Να μην απείχε πόντο!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email