Ο Χρήστος Σκαράκης, η Φελίσια Θανοπούλου, ο Κωνσταντίνος Κουμερτάς, η Σταυρούλα Λαμπροπούλου, η Ίρις Μιχαηλίδη, η Γιώτα Παυλίδου και ο Δημήτρης Διπλός, μια δροσερή συντροφιά ελληνόπουλων από 16 έως 18 χρονών που βρέθηκαν κάτω από τον αυστραλέζικο ουρανό τα τελευταία 3-4 χρόνια, θυμούνται την πρώτη μέρα στο σχολείο της ξενιτιάς και μοιράζονται μαζί μας την εμπειρία τους.

Φελίσια Θανοπούλου.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ
Από την ασφάλεια του προαυλίου του οικείου ελληνικού σχολείου ως την αυλόπορτα του άγνωστου αυστραλιανού σχολείου υπάρχει μεγάλη απόσταση. Οι προκλήσεις αμέτρητες: από τα πιο σύνθετα όπως η γλώσσα, η κουλτούρα και η μοναξιά του διαφορετικού, ως τα πιο απλά όπως η στολή, τα διαλείμματα και τα διαφορετικά μαθήματα. Αυτά κι ακόμα περισσότερα προβλημάτισαν τους φίλους μας όταν πρωτοήρθαν στην Αυστραλία και στιγμάτισαν την έναρξη της σχολικής τους ζωής στο νέο περιβάλλον.
Ο Δημήτρης θεωρεί πως η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτόν υπήρξε η γλώσσα λόγω της προφοράς του και η διαφορετική κουλτούρα. Λέει χαρακτηριστικά: «Τα πρώτα δύο χρόνια με κοιτούσαν περίεργα. Αισθανόμουν ο διαφορετικός, αυτός που ήρθε από άλλη χώρα και πρέπει όλοι να του φέρονται καλά. Αυτό γινόταν και στην Ελλάδα με τα παιδιά από άλλες χώρες, μόνο που εδώ ο ξένος ήμουν εγώ».

Κωνσταντίνος Κουμερτάς.

Για τον Κωνσταντίνο τα πράγματα ήταν πιο εύκολα καθώς στο σχολείο που φοιτά υπήρχαν πολλοί ευρωπαίοι μαθητές που του δημιούργησαν αυτόματα την αίσθηση του οικείου. Η στολή ήταν γι’ αυτόν μια πρόκληση στα 13 του, αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η διαφορετική νοοτροπία. «Δυσκολεύτηκα μέχρι να αντιληφθώ τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, την ιεραρχία μέσα στο σχολείο. Έπρεπε να καταλάβω πώς αντιδρούν αυτοί κι εκείνοι με τη σειρά τους να καταλάβουν πώς αντιδρώ εγώ για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε», λέει.

Ο Χρήστος χαρακτηρίζει εξαιρετικό το αυστραλιανό σύστημα υποδοχής των μαθητών από άλλες χώρες. Στο δικό του σχολείο, την πρώτη μέρα τον υποδέχτηκε ένας μαθητής που τον χαιρέτησε στα ελληνικά κάνοντάς τον να αισθανθεί καλοδεχούμενος. Ο ίδιος θυμάται: «Μου έκανε εντύπωση ότι δέθηκα με παιδιά από την Ασία και άλλες χώρες που ήταν κι αυτά νεοφερμένα, γιατί καταλάβαινα τι περνούσαν κι αυτοί καταλάβαιναν εμένα, παρ’ ότι προερχόμαστε από διαφορετικούς πολιτισμούς. Δεν έχει σημασία στη Αυστραλία αυτό», καταλήγει.

Η Σταυρούλα που ήρθε κι αυτή στην Αυστραλία στα 13 της και φέτος τελειώνει το Λύκειο, ακόμα θυμάται πόσο δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στο νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Λέει χαρακτηριστικά: «Τον πρώτο καιρό δεν ήξερα τη θέση μου μέσα στην τάξη. Με ενοχλούσε που όλοι κυκλοφορούσαν ελεύθερα μέσα στην αίθουσα ή ακόμα και στους χώρους του σχολείου κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Ήθελα να ξέρω πού κάθομαι και να μου δίνουν ξεκάθαρες οδηγίες, όπως είχα μάθει στην Ελλάδα. Αυτή η ελευθερία μου δημιουργούσε ανασφάλεια». Τώρα μπορεί να συνήθισε πλέον τη σχολική πραγματικότητα, όμως ακόμη βλέπει ως πρόκληση τη διαφορετική νοοτροπία. «Με στεναχωρεί που δεν έχω καταφέρει να βρω παιδιά που να μπορώ να ταυτιστώ και να κάνω μια συζήτηση με βάθος μαζί τους. Ακόμα πιστεύω πως με βλέπουν σαν την «ξένη», κάτι που δε νομίζω ότι τους φοβίζει, απλά τους κάνει επιφυλακτικούς», λέει.

Για την Ίριδα που μετρά μόνο ενάμιση χρόνο στην Αυστραλία τα πράγματα κύλησαν ομαλά, αφού μέσα στο πρώτο τρίμηνο κατάφερε να ανοιχτεί και να δημιουργήσει φιλίες που τη βοήθησαν να προσαρμοστεί γρηγορότερα στη νέα σχολική πραγματικότητα. «Γενικά έχω αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση ως μια καλή εμπειρία, καθώς τα περίμενα πολύ χειρότερα», λέει.

Δημήτρης Διπλός,

Η Γιώτα αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα με τη γλώσσα που καθυστέρησε κάπως την προσαρμογή της στο σχολείο. Όπως λέει χαρακτηριστικά «Με είχαν βάλει με μια παρέα Αυστραλών που δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου λένε κι έτσι σιγά – σιγά απομονώθηκα». Η έλλειψη επικοινωνίας δεν ήταν ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζε μόνο με τους Αυστραλούς συμμαθητές της. Η Γιώτα με αποστομωτική ειλικρίνεια μοιράστηκε μαζί μας πόσο την πλήγωσε η συμπεριφορά των ελληνικής καταγωγής συμμαθητών της. «Δεν με βοήθησαν καθόλου. Απεναντίας, με απέφευγαν για να μην τους ακούσουν οι άλλοι να μιλούν ελληνικά και γίνουν κι αυτοί στόχος κοροϊδευτικών σχολίων», λέει. Σήμερα, τρία χρόνια μετά θεωρεί ότι έχει προσαρμοστεί απόλυτα στο σχολικό περιβάλλον και σ’ αυτό τη βοήθησαν κάποιοι νεοφερμένοι Έλληνες που ήρθαν να φοιτήσουν στο σχολείο της και με τους οποίους δέθηκε λόγω κοινών εμπειριών. Η Ίρις απολαμβάνει πλέον το σχολείο και χαίρεται καθώς όλοι ξέρουν το όνομά της και δεν τη φωνάζουν πια: «η καινούρια».

ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Ποιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι καλύτερο τελικά, το ελληνικό ή το αυστραλιανό; Στο καυτό ερώτημα που ταλανίζει όλους τους νεοφερμένους Έλληνες, απαντούν ίσως οι μόνοι αρμόδιοι, τα ίδια τα παιδιά που βίωσαν και τα δύο συστήματα.

Η Φελίσια με μάτια που λάμπουν από ενθουσιασμό δηλώνει πως της αρέσει καλύτερα ο τρόπος που διδάσκουν οι εκπαιδευτικοί της Αυστραλίας.
«Στην Ελλάδα υπάρχει πολλή αποστήθιση και ο στόχος είναι μόνο να πετύχεις τον καλό βαθμό. Εδώ η συμμετοχή του μαθητή στην απόκτηση της γνώσης είναι πολλή μεγάλη. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν ξεχνώ ποτέ ό,τι μαθαίνω», λέει χαρακτηριστικά και συνεχίζει «μπορεί να μην υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία μαθημάτων, αλλά είναι πιο ενδιαφέροντα».
Η Γιώτα πιστεύει πως το εκπαιδευτικό σύστημα της Αυστραλίας δίνει την ευκαιρία στους μαθητές να σπουδάσουν ό,τι θέλουν, καθώς η τελική βαθμολογία δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου δεν υπάρχει η επιλογή. «Οι μαθητές στην Ελλάδα, λόγω της καθοριστικής σημασίας της βαθμολογίας στις Πανελλαδικές, συχνά αναγκάζονται να φοιτήσουν σε σχολές που δεν τους αρέσουν κι έτσι να γίνονται δυστυχισμένοι», λέει χαρακτηριστικά.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι απόψεις και των άλλων παιδιών, με τον Κωνσταντίνο να πιστεύει ότι «το εκπαιδευτικό σύστημα της Αυστραλίας είναι έτσι δομημένο ώστε όλοι οι μαθητές – από τον κατώτερο μέχρι τον αριστούχο – να βρίσκουν τη θέση τους, σε αντίθεση με το ελληνικό που ευνοεί μόνο τους αριστούχους μαθητές».
Ο Χρήστος δίνει μια άλλη διάσταση επισημαίνοντας ότι στο αυστραλέζικο σύστημα επικρατεί μια ασυνέχεια όσον αφορά στο επίπεδο δυσκολίας της ύλης και εξηγεί: «από το γυμνάσιο που το επίπεδο δυσκολίας θα έλεγα ότι βρίσκεται στο 1 ως τη Β’ Λυκείου που το επίπεδο δυσκολίας φτάνει στο 10, υπάρχει μια δραματική αύξηση για την οποία οι μαθητές δεν είναι προετοιμασμένοι, με αποτέλεσμα πολλοί να μην τα καταφέρνουν και να απογοητεύονται».

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΥΝ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ
Μεταφέροντας το γνωστό ρητό που επικρατεί στους κύκλους των στρατευμένων ότι «ο παλιός είναι αλλιώς», ζήτησα από τα παιδιά να δώσουν κάποιες συμβουλές σε νεοφερμένα ελληνόπουλα που βιώνουν ή πρόκειται να βιώσουν την ίδια εμπειρία.

Όλη η παρέα συμφωνεί πως ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση είναι η ψυχραιμία, η θετική σκέψη και η πίστη ότι στο τέλος θα τα καταφέρουν, όπως αυτοί.
Η Γιώτα παροτρύνει «να πιστεύουν στο εαυτό τους και να αναζητήσουν στήριξη στους άλλους νεοφερμένους που τώρα είναι πολλοί στη Μελβούρνη».
Η Φελίσια συμβουλεύει «να το πάρουν απόφαση και να είναι ανοιχτοί στη νέα πρόκληση».

Ο Κωνσταντίνος προτείνει την ενασχόληση με κάτι που τους αρέσει «για να μη σκέφτονται πολύ τι έχουν αφήσει πίσω».
Ο Χρήστος πιστεύει ότι αν η γλώσσα δεν είναι πρόβλημα, «όλα τα άλλα είναι θέμα χρόνου».
Η Σταυρούλα συμβουλεύει «να συνδεθούν με τον ελληνισμό εδώ, για παράδειγμα να ενταχθούν σε ομάδες νεοφερμένων».
Η Ίρις προτείνει με τη σειρά της «να μην κλείνονται στον εαυτό τους» και ανοίγει το επόμενο μεγάλο θέμα της συζήτησής μας, παροτρύνοντας τα νεοφερμένα ελληνόπουλα «να γραφτούν στο Ελληνικό Σχολείο γιατί θα τους κάνει να νιώσουν άνετα και θα τους βοηθήσει να πέσουν στα μαλακά για αρχή».

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Μόλις ακούστηκε η φράση «Ελληνικό Σχολείο», όλα τα πρόσωπα φωτίστηκαν κι όλοι μαζί όρμησαν στην κουβέντα με ενθουσιασμό. Μια φράση ξεχώρισε καθώς ειπώθηκε από όλα τα στόματα μεμιάς σχεδόν χορωδιακά: «Το Ελληνικό Σχολείο με έσωσε!»
Η Ίρις δηλώνει κατηγορηματικά: «αν δεν είχα γνωρίσει τα παιδιά του Ελληνικού Σχολείου, θα είχα σίγουρα γυρίσει πίσω στην Ελλάδα. Γιατί μοιράζεσαι τον πόνο σου, ακούς τις εμπειρίες των άλλων κι αυτό σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις να παλεύεις».

Η Σταυρούλα βρήκε τους φίλους που αναζητούσε εδώ στην Αυστραλία στα πρόσωπα των συμμαθητών της στο Ελληνικό Σχολείο. «Η πρώτη μέρα στο Ελληνικό Σχολείο με αναζωογόνησε και μου έδωσε ελπίδα. Φτιάξαμε μια όμορφη παρέα, βγαίνουμε έξω, στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, έχουμε ο ένας τον άλλο».
Η Γιώτα συμπληρώνει: «πέρα από τον εκπαιδευτικό του στόχο το ελληνικό σχολείο σου δίνει και τη δυνατότητα να γνωρίσεις άλλους Έλληνες που έχετε περάσει τις ίδιες εμπειρίες. Εμείς είμαστε μια ομάδα, σα μια γροθιά. Στην τάξη βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο, ήμαστε χαρούμενοι και νομίζω ότι αυτό ήταν που χρειαζόμασταν όλοι».
Ο Χρήστος βρήκε τον καλύτερό του φίλο στο πρόσωπο του συμμαθητή του στο Ελληνικό Σχολείο, Κωνσταντίνου. Τα λόγια του, πραγματική κατάθεση ψυχής, συγκινούν: «όταν γνώρισα τον Κώστα είπα αυτό το παιδί έχει πονέσει σαν κι εμένα, ξέρει τι περνάω. Από κει και πέρα, όλα άρχισαν να πηγαίνουν καλά για μένα στην Αυστραλία. Είπα, έχω τους φίλους μου κι όλα θα είναι μια χαρά».

Χρήστος Σκαράκης

Ο Κωνσταντίνος περιγράφει την εμπειρία του από το ελληνικό σχολείο ως μια ευκαιρία για επικοινωνία με άλλα παιδιά με τα οποία μπορούσε να ταυτιστεί, λόγω της κοινής γλώσσας και των κοινών προκλήσεων που είχαν να αντιμετωπίσουν. Λέει χαρακτηριστικά: «Το ελληνικό σχολείο, πέρα από τη μόρφωση που μας παρείχε, ήταν για μας μια ευκαιρία να διατηρήσουμε το σύνδεσμό μας με την Ελλάδα και με ό,τι αφήσαμε πίσω…». Όσο για τους φίλους που απέκτησε μέσω του ελληνικού σχολείου, λέει πως θα μείνουν για πάντα στη ζωή του καθώς ο τρόπος με τον οποίο συνδέθηκαν ήταν μοναδικός.

Η Φελίσια πιστεύει πως το Ελληνικό Σχολείο ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή που έκανε εδώ στην Αυστραλία. «Ήταν σα μια φορά την εβδομάδα να ήμουν ξανά στην Ελλάδα. Μου θύμιζε τα μικρά, τα καθημερινά πράγματα. Να είμαστε στην τάξη αγόρια και κορίτσια μαζί, να κάνουμε πλάκες. Ήταν πολύ ωραίο να θυμόμαστε τα παλιά…», λέει.

neoskosmos.com

ΦΩΤΟ ΠΡΏΤΗΣ ΣΕΛΊΔΑΣ: Από αριστερά Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Ίρις Μιχαηλίδη, Γιώτα Παυλίδου

Print Friendly, PDF & Email