Η Ασήμω Γκούρα της Ακρόπολης: Ομορφιά, έρωτας και τραγικός θάνατος το 1827

Σαν σήμερα, 12 Ιανουαρίου 1827, μια γυναίκα που άφησε το ίχνος της στα πολεμικά χρονικά της Επανάστασης, βρήκε το θάνατο κάτω από την οροφή του Ερεχθείου.

Η Ασημίνα Γκούρα-Λιδωρίκη, γνωστή στους πολιορκημένους της Ακρόπολης ως Γκούραινα –ή, με μεγαλύτερη τρυφερότητα και θαυμασμό, Νταλιάνα–, υπήρξε από τις σιωπηρές, σχεδόν σκηνικές παρουσίες: όμορφη, ευθυτενής, ψηλή «σαν καριοφίλι νατλιάνι», όπως έλεγαν, και σύμβολο μιας εποχής όπου οι γυναίκες πολεμούσαν όσο μπορούσαν, όπως μπορούσαν, ακόμα και όταν δεν κρατούσαν όπλο.

Γεννημένη στο Λιδωρίκι, κόρη του κοτζαμπάση Αναγνώστη Λιδωρίκη, προερχόταν από οικογένεια με πολιτική ισχύ και σύνδεση με την αυλή του Αλή Πασά.

Το 1823 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Γκούρα, πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου και φρούραρχο της Ακρόπολης – με κουμπάρο τον ίδιο τον Ανδρούτσο, γεγονός που αργότερα θα τροφοδοτήσει φήμες με ερωτικές αποχρώσεις, ζήλιες και πολιτικά άνθη εν μέσω πολιορκίας. Μετά το γάμο το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Ερέχθειο που χρησιμοποιούνταν ως κατοικία των φρουράρχων. Οι Αθηναίοι του 1820 δύσκολα θα φαντάζονταν ότι ο αρχαίος ναός των Καρυάτιδων θα γινόταν οικογενειακό διαμέρισμα, με χώμα πάνω στη στέγη για προφύλαξη και με μπαρούτι στο υπόγειο· η Ιστορία δεν είναι ποτέ τόσο ρομαντική όσο οι αναπαραστάσεις της.

Το 1826 ο Γκούρας σκοτώθηκε από τα κανόνια του Κιουταχή. Η Ασήμω έμεινε μόνη στην Ακρόπολη, χήρα, σε κατάσταση πολιορκίας, αλλά όχι θεατής. Η παρουσία της εκτιμήθηκε από τους πολιορκημένους, τόσο για το κύρος του ονόματος όσο και για τη δική της αντοχή.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Βλαχογιάννη, «τη γενναία Ασήμω […] την σέβονταν όλοι οι πολιορκημένοι». Από εδώ αρχίζει και η πιο μυθιστορηματική σελίδα.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, προσπαθώντας να πείσει τον Νικόλαο Κριεζώτη να εισέλθει στην Ακρόπολη, επιστράτευσε ένα επιχείρημα που σήμερα θα αποκαλούσαμε «ψυχολογική επιχειρησιακή προσέγγιση».

Στα Απομνημονεύματα του Δημητρίου Δημητρακάκη διασώζεται ο διάλογος: ο Καραϊσκάκης δελέαζε τον Κριεζώτη λέγοντάς του ότι μόνο αυτός μπορεί να μπει στο κάστρο και να πάρει «την Νταλιάνα και το βιός του Γκούρα» – και προσέθετε με αυτοσαρκασμό: «Θα έμπαινα εγώ, αλλά φοβάμαι μήπως δεν με θελήσει εμένα τον αρρωστιάρη…».

Ήταν μια εποχή που στην Αθήνα δεν πολεμούσαν μόνο τον Κιουταχή· κουβαλούσαν ακόμη τα τραύματα και τις εκκρεμότητες των εμφυλίων που είχαν προηγηθεί.

Το τέχνασμα λοιπόν πέτυχε. Ο Κριεζώτης ανέβηκε στην Ακρόπολη και, όπως διηγούνται οι πηγές, εντυπωσιάστηκε περισσότερο από την Ασήμω παρά από το χρυσάφι. Η φήμη θέλει το ζευγάρι να αρραβωνιάζεται λίγους μήνες μετά το θάνατο του Γκούρα – γεγονός που γέννησε αστικό μύθο γύρω από μια κατάρα που υποτίθεται ότι ο φρούραρχος ξεστόμισε λίγο πριν ξεψυχήσει, ζητώντας από τη γυναίκα του να φυλάξει την «τιμή» του.

Όλα αυτά έμελλε να κοπούν απότομα οριστικά στις 12 Ιανουαρίου 1827, στις 2:00 τα ξημερώματα. Οι Τούρκοι χτυπούσαν επίμονα το Ερέχθειο με κανόνια στημένα στην Αγία Μαρίνα. Σύμφωνα με τον Βλαχογιάννη «ίσως ξέρανε πως στο υπόγειο ήτανε μπαρούτι». Η στέγη, φορτωμένη με χώμα, υποχώρησε. Έντεκα άνθρωποι βρέθηκαν θαμμένοι – γυναίκες και παιδιά. Μόνο δύο κατάφεραν να πηδήξουν έξω· δύο άλλα βγήκαν αργότερα. Η Ασήμω όχι.

Οι μαρτυρίες λένε πως ο ξάδερφος του Γκούρα, ο Γιάννης Μαμούρης (αντίφρούραρχος της Ακρόπολης και ένας από τους φονιάδες του Ανδρούτσου), έζωσε το Ερέχθειο με άνδρες και δεν άφηνε κανέναν να περάσει, για να προστατεύσει το θησαυρό του Γκούρα από τυχόν «μακρύ χέρι» – υπολογιζόταν τότε σε πάνω από ένα εκατομμύριο γρόσια.

Έτσι, η επιχείρηση ανάσυρσης έγινε το πρωί, όταν πια, όπως σημειώνει ο Βλαχογιάννης, «το κορμί της Γκούραινας βρέθηκε ζεστό ακόμα…». Όχι αρκετά όμως ώστε να σωθεί.

Η Ασήμω πέθανε σε ηλικία περίπου 25-26 ετών. Όμορφη, χήρα, πολιορκημένη – και εμβληματικά παγιδευμένη σε μια στιγμή όπου οι άντρες έκαναν πόλεμο, ενώ οι γυναίκες κουβαλούσαν μέσα τους τον αληθινό αντίκτυπο του πολέμου: επιθυμίες που δεν επιτρέπονταν, γάμους που ήταν συμμαχίες, χήρες που μετατρέπονταν σε τρόπαια και θύματα που γίνονταν θρύλοι.

 

Από το pontosnews.gr
Φωτό: “Ο θάνατος της Γκούραινας” – επιχρωματισμένη λιθογραφία από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο