Τα σημάδια κατάρρευσης της παγκόσμιας τάξης – Οι 3 σφαίρες επιρροής από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία

Επανέρχεται το μοντέλο με τον «τεμαχισμό» του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής, το οποίο υπόσχεται μόνο αστάθεια στην παγκόσμια τάξη, σύμφωνα με καθηγήτρια Διεθνούς Πολιτικής

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός φέτος αποτέλεσε ένα «καμπανάκι» αφύπνισης για όλες τις χώρες. Λίγο η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ που κινήθηκε στα όρια της προσβολής των Ευρωπαίων αλλά και τα όσα υποστήριξε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μάικ Κάρνεϊ για την κατάρρευση της παγκόσμιας τάξης δείχνουν ότι ο πλανήτης γυρίζει σελίδα.

Οι σύμμαχοι πλέον λειτουργούν ως εχθροί, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν, το Διεθνές Δίκαιο τίθεται υπό αμφισβήτηση το ίδιο και η εδαφική κυριαρχία και το μοντέλο των κυρίαρχων εθνών – κρατών της φιλελεύθερης Δύσης.

Ο Κάρνεϊ, επικαλούμενος τον Θουκυδίδη, υπενθύμισε από το βήμα του Νταβός ότι οι χώρες, όπως ο Καναδάς, μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου ωφελήθηκαν από την παγκόσμια τάξη πραγμάτων που στηριζόταν στους κοινούς κανόνες, στους οποίους καλούνταν να υπακούσουν όλοι.

«Γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής, ότι οι ισχυρότεροι θα εξαιρούνταν όταν τους βόλευε, ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμόζονταν με διαφορετική αυστηρότητα ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορουμένου ή του θύματος», είπε ο Κάρνεϊ. Εξήγησε ότι αυτό παραμύθι ήταν χρήσιμο αλλά πλέον δεν δουλεύει στην παρούσα εποχή.

Το ξεπερασμένο μοντέλο με τις σφαίρες επιρροής

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Tufts, Ντάφι Τοφτ η παγκόσμια τάξη που δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στηριζόταν στους κανόνες καταρρέει και οι ισχυρές χώρες του πλανήτη καταφεύγουν σε ένα ξεπερασμένο μοντέλο: Τις σφαίρες επιρροής.

Με άρθρο της στους New York Times παίρνει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις – την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την στρατιωτικοποίηση της Θάλασσας της Νότιας Κίνας από το Πεκίνο, τις απειλές του Τραμπ για την κατάληψη της Γροιλανδίας και την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο- και εντοπίζει μία κοινή παραδοχή που κάνουν και οι τρεις χώρες: «Οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να αναπτυχθούν ή να πεθάνουν».

Στη συνέχεια εξηγεί γιατί η σημερινή κατάσταση δεν έχει σχέση με την Συμφωνία της Γιάλτας. «Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης συναντήθηκαν στη Γιάλτα και μοίρασαν ουσιαστικά την Ευρώπη σε αντίπαλα μπλοκ — το ένα διαχειριζόταν ένα ανοιχτό σύστημα που σταδιακά απονομιμοποιούσε την αποικιοκρατία, το άλλο ένα κλειστό σύστημα που διατηρούνταν μέσω της καταπίεσης. Οι συμμετέχοντες γνώριζαν ότι το να επιτρέψουν στη Σοβιετική Ένωση να καταπατήσει τις κυριαρχικές φιλοδοξίες της ανατολικής Ευρώπης ήταν ανελέητα άδικο, αλλά η εναλλακτική λύση ήταν περισσότερος πόλεμος», αναφέρει η Ντάφι Τοφτ.

Ντόναλντ Τραμπ Βλαντίμιρ Πούτιν

Και συνεχίζει: «Η συμφωνία λειτούργησε επειδή ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, είχε όρια και εξυπηρετούσε τα αμοιβαία συμφέροντα των ηγετών που εισέρχονταν σε μια εποχή όπου ένας παγκόσμιος πόλεμος θα μπορούσε να σημαίνει εξαφάνιση».

Γιατί οι σφαίρες επιρροής δεν θα δημιουργήσουν μία σταθερή παγκόσμια τάξη

«Αυτό που διαμορφώνεται σήμερα δεν έχει καμία εγγύηση για παρόμοια επιτυχία. Αντίθετα, εισερχόμαστε σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν την κυριαρχία χωρίς κανόνες, όρια ή συμφωνημένα σύνορα. Είναι η λογική μίας σφαίρας (σ.σ. επιρροής) χωρίς την πειθαρχία μίας σφαίρας», σημειώνει η Ντάφι Τοφτ.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια, τρία βασικά χαρακτηριστικά στις σημερινές σφαίρες επιρροής δείχνουν ότι δεν μπορούν δημιουργήσουν μια σταθερή παγκόσμια τάξη. Το πρώτο είναι ότι η τρέχουσα εδραίωση της εξουσίας δεν έρχεται ως απάντηση στην απειλή ενός νέου παγκοσμίου πολέμου. «Η Συμφωνία της Γιάλτας του 1945 συνήφθη μεταξύ εξαντλημένων κρατών με σκοπό να αποτρέψει την επιστροφή σε μία παγκόσμια σύγκρουση. Οι σφαίρες που διαμορφώνονται σήμερα δεν προσφέρουν κανένα συγκρίσιμο σταθεροποιητικό όφελος. Αντιθέτως, ενδέχεται να οδηγήσουν τον κόσμο στον αντίθετο δρόμο», τονίζει η Ντάφι Τοφτ.

Διάσκεψη Γιάλτα Ουίνστον Τσόρτσιλ Φράνκλιν Ρούσβελτ Ιωσήφ Στάλιν
Από αριστερά ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Φράνκλιν Ρούζβελτ και ο Ιωσήφ Στάλιν στη Γιάλτα της Κριμαίας, στις 4 Φεβρουαρίου 1945.

AP

Το δεύτερο πρόβλημα που δεν εγγυάται σταθερότητα είναι η φύση της σημερινής ηγεσίας των ΗΠΑ. «Στην ισχυρότερη δημοκρατία του κόσμου ηγείται σήμερα ένας πρόεδρος που ανέτρεψε μια εκατονταετή εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης και στην προώθηση του ελεύθερου εμπορίου. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει εκφράσει σαφώς τον θαυμασμό του για τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν — όχι τόσο ως άτομα, αλλά ως δεσποτικούς ηγέτες ικανούς να χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία για να προωθήσουν και να διατηρήσουν τη δική τους εξουσία», αναφέρει η Ντάφι Τοφτ. Εξηγεί ότι και οι τρεις ηγέτες έχουν αναθεωρήσει την ιστορία με τρόπους που στηρίζουν μία εξωτερική πολιτική με δυναμικά στοιχεία αλλά και στοιχεία στρατιωτικού εξαναγκασμού.

Το τρίτο στοιχείο που δείχνει αστάθεια είναι ότι η γεωγραφία από μόνη της δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει το μοντέλο με τις σφαίρες επιρροής όπως κάποτε. «Ακόμη και αν η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να κυριαρχήσει στο δυτικό ημισφαίριο, η αμερικανική επιρροή εξακολουθεί να βασίζεται σε συμμαχίες, υπερπόντιες βάσεις και κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια χρηματοοικονομική και εμπορική σκηνή», σχολιάζει η καθηγήτρια.
«Η Κίνα έχει δημιουργήσει εκτεταμένα παγκόσμια δίκτυα μέσω του εμπορίου, της χρηματοδότησης υποδομών και της τεχνολογίας. Ακόμη και η Ρωσία παραμένει εξαρτημένη από τις παγκόσμιες αγορές μέσω των εξαγωγών ενέργειας, τροφίμων και όπλων. Κανένα από αυτά τα κράτη δεν μπορεί να αποσυρθεί σε αυτόνομα προστατευμένα περιβάλλοντα χωρίς να υπονομεύσει τα αλληλοεπικαλυπτόμενα δίκτυα που απαιτούνται για τη διατήρηση της εξουσίας τους», αναφέρει η Ντάφι Τοφτ.

«Αυτοκαταστροφική υποχώρηση»

Η υποχώρηση που έχει ήδη ξεκινήσει είναι αυτοκαταστροφική, σύμφωνα με την Ντάφι Τοφτ. «Μερικές από τις πιο υπαρξιακές απειλές που θα αντιμετωπίσουν οι μεγάλες δυνάμεις αυτόν τον αιώνα — μελλοντικές πανδημίες, κλιματική αλλαγή, τεχνητή νοημοσύνη που χρησιμοποιείται ως όπλο, κυβερνοεπιθέσεις και διακρατική τρομοκρατία — απλά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα. Καθώς ο κόσμος χωρίζεται για άλλη μια φορά σε αντίπαλες σφαίρες, η συνεργασία που απαιτείται για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών εξασθενεί», υπογραμμίζει.

Έτσι το τοπίο που αναδύεται μπορεί να υπόσχεται σταθερότητα αλλά προσφέρει μόνο αβεβαιότητα και κινδύνους που συσσωρεύονται, όπως περισσότερα σημεία σοβαρής τριβής μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων, μεγαλύτερη διάδοση των πυρηνικών, λιγότερη συνεργασία απέναντι σε παγκόσμιες απειλές και ένα σύστημα δομικά ανίκανο να μετριάσει τους κινδύνους που δημιουργεί.

Belgium Europe Summit

Το αδιέξοδο των Ευρωπαίων

Οι Ευρωπαίοι φάνηκε από τις τοποθετήσεις στο Νταβός ότι πλέον πιστεύουν πως η νοσταλγία για το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα θα τους κρατήσει πίσω και ψάχνουν τρόπους αντίδρασης. Έτσι παρά την μερική υπαναχώρηση του Τραμπ για την επιβολή δασμών στο θέμα της Γροιλανδίας η Ε.Ε. δεν φάνηκε διατεθειμένη να το ξεχάσει.

Η χθεσινή σύνοδος Κορυφής έγινε κανονικά αν και ο έκτακτος λόγος της σύγκλησης της – οι απειλές του Τραμπ- είχε εκλείψει. Αυτό που φάνηκε να απασχολεί τους Ευρωπαίους ηγέτες είναι ότι η συμφωνία για τη Γροιλανδία είναι απλώς μία προσωρινή ανακούφιση και «σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία διατλαντική κρίση που μπορούν να αναμένουν από την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση», γράφει σε ανάλυση της η «δεξαμενή σκέψης» Atlantic Council.

Η ίδια ανάλυση υποστηρίζει ότι ο τρόπος που ο Τραμπ προσέγγισε το θέμα της Γροιλανδίας έβαλε σε δεινή θέση όσους υποστήριξαν μία στρατηγική συνεργασίας, κατευνασμού και ικανοποίησης του Αμερικανού προέδρου με επιχείρημα ότι η Ευρώπη βρίσκεται ακόμη σε αδύναμη θέση. Αυτό το επιχείρημα, «το οποίο οδήγησε την Ε.Ε. να αποδεχτεί μια άνισα κατανεμημένη εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες το περασμένο καλοκαίρι, με την επιδίωξη της «σταθερότητας και της προβλεψιμότητας» στις σχέσεις, έχει δεχτεί σημαντικό πλήγμα, ακόμη και αν λίγοι Ευρωπαίοι ηγέτες το λένε δημόσια επί του παρόντος», τονίζει η Atlantic Council.