Φιλογένεια!
Τότε που όπως οι χιλιάδες τρυπίτσες των σφουγγαριών που τα παλικάρια της Καλύμνου και των άλλων νησιών βουτούν για να τα μαζέψουν, το μικρό μου μυαλουδάκι απορροφούσε κάθε τι ορατό και αόρατο, σε απόσταση αναπνοής ή όχι, δεν είχα γνωριστεί με αυτή την λέξη. Ηρθε στον δρόμο μου χρόνια και χρόνια αργότερα απρόσμενα και αποφάσισε να μείνει.
Παίρνοντας τα πράγματα με την σειρά, μια αρμαθιά από αρώματα και χρώματα, τιτιβίσματα πουλιών, το φρενάρισμα των αυτοκινήτων, το γαυ-γαυ των σκυλιών στους δρόμους και στις αυλές, τα μάαου-μιάου των γατιών στα κεραμίδια μαζί με την καμπάνα της Εκκλησίας, την φωνή του γιαουρτσή και το τσιρτσίρισμα από το τσιγάρισμα και την σύβραση του κρεμμυδιού στο τηγάνι και τον παφλασμό των κυμάτων – αναπόφευκτο το τελευταίο αφού στα Θεραπειά μεγάλωνα- απροσκάλεστα, αποθηκεύοταν για τα καλά με την απόφαση να καθοδηγεί τα πάντα στην ύπαρξη μου.
Ετσι, οι βοές που έκαναν τα πότε θυμωμένα και φουσκωμένα και πότε χαδιάρικα κύματα τα οποία κατεύθαναν από την Μαύρη Θάλασσα βάζοντας πλώρη να χαιρετήσουν τον Πύργο του Λεάνδρου, στην πορεία τους στο αντάμωμα με το Σαραϊ Μπουρνού, έγιναν μέρος του δικού μου εγώ. Οπως η ροή της θάλασσας που αφού προσπερνούσε τις Συμπληγάδες, τα Καβάκια και τα λίγα άλλα προάστια, για να ακουμπήσει στα πεταχτά την γωνιά που κάποτε στόλιζε το κομψό και αριστοκρατικό ξενοδοχείο Τοκατλιάν, αγνοώντας το λιμάνι, τραβούσε κατευθείαν για το Γερμανικό και το Χουμπερ.
Ανάμεσα στα παραπάνω και στα άλλα φαινόμενα της φύσης, τα φρου-φρού του αέρα άμεσα στα φύλλα της μικρής ερικιάς στον κηπάκο μας, το απάτητο χιόνι στο Σούμερ Πάλας, το μαντολίνο και την κιθάρα του μπαμπά μου, το ταπ-ταπ της βρύσης – αλλοιώς του μουσλουκιού -στην <γούρνα>, το Αγίασμα της Αγίας Μαρίνας που πήγαινα με την γιαγιά μου για να ανάψω την καντυλίτσα, ήταν και οι λέξεις στις κουβέντες, εκτός από τα έλα-έλα, τα μωρουδίστικα τζα και μπα, τα μαμά, τα μπαμπά και γιαγιά. Σιγά σιγά προστέθηκαν τα “θα σε πω/θα με πεις, θα σε κάνω/θα με κάνεις/” . Τα πάντα Πολίτικα, τα πάντα Ρωμαίικα, Ρωμαίικο το σπιτικό, τι άλλο θα άκουγα;
Μέχρι τα έξι μου χρόνια που πήγα στο Σχολείο, αν εξαιρέσουμε τα εξελληνισμένα <μαμά-μπαμπά>, ούτε γρι από άλλη γλώσσα. Πως αλλιωτικα; “Tη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική” όπως μας λέει ο Ελύτης και με αυτήν γέμιζαν τα ώτα μου στην καθημερινότητά μου. Αυτήν κληρονόμησαν οι δικοί μου από τους δικούς τους και αυτή ήταν η καθομιλουμένη της οικογένειας. Και τα λόγια του Παπά στην Εκκλησία, αυτά έλεγαν. Εξυπακούεται βέβαια, η μακροχρόνια επαφή με το περιβάλλον και τους κατοίκους της χώρας κατέστησε την συνήθεια να μπαίνουν Ελληνικότατες καταλήξεις στις λέξεις και ο manav άγινε μανάβης, ο bakal μπακάλης, ο kasap κασάπης, το karpuz καρπούζι, το kavun καβούνι (πεπόνι), και τρέχα γύρευε..
Εξω από το σπίτι μας έκαναν τον περίπατό τους και άλλες γλώσσες εκτός της Τουρκικής, η Αρμενική, τα τραγουδιστά Σπανιόλικα που μιλούσαν οι Εβραίοι της Πόλης, και η Γαλλική να κατέχει τα πρωτεία, η γλυκιά λαλιά των Λεβαντίνων με τα κομσί κομσά, τα παρντόν και τα μερσί, την κομίσια και την κομισιόνα, το κονσουλάτο, την αμπασάντα και τον αμπασαντόρο, τον αβουκάτο, την πολίτσια της και τράβα κορδέλα. Δεν ήξερα τίποτα από αυτά μέχρι που πήγα στο Σχολείο, στην πρώτη τάξη της Αστικής Σχολής Θεραπείων. Εκεί, γνωρίστηκα με την Ενισέ Ηανιμ, την δασκάλα των Τουρκικών. Ομολογώ πως για πρώτη φορά, τα βρήκα μπαστούνια, όπως θα λέγαμε Το σπίτι μας ήταν γεμάτο από βιβλία, εφημερίδες, λεξικά και περιοδικά. Ο μπάμπάς μου καταγινόταν με την Λαρούς συχνότατα, σε αυτό το λεξικο/εγκυκλοπαίδεια έβρισκε και έλυνε όλες τις απορίες του και αποστόμωνε όλους. Η μαμά μου πολύ συχνά πίσω από ένα βιβλίο και εγώ, πριν να πάω στα χέρια της κυρίας Ευγενίας και μέσα από <Τα καλά παιδιά> και όλα τα ντεφτέρια δεξιά και αριστερά, ηξερα να γνωρίζω το Αλφα, το Ωμέγα, μερικά ενδιάμεσα γράμματα όπως τα κεφαλαία που άρχιζαν τα ονόματα των τριγυρινών μου. Το Εψιλον της γιαγιάς μου Ευαγγελίας, το Σίγμα του μπαμπά μου Στέλιου, το Λάμδα της θείας Λεμονίτσας, το Δέλτα της κεκοιμημενης γιαγιάς Δέσποινας και το Κάπα των δύο παππούδων, Κώτσηδες και οι δυό, και οι δυό αναπαύομενοι. Ηξερα βέβαια και το Νι. Το Αλφα της μαμάς μου ήταν πρώτο-πρώτο.
Από τα περιοδικά θυμούμαι τον <ΘΗΣΑΥΡΟ> με την Χοντρή και τον Ζαχαρία, από τις εφημερίδες, την απαραίτητη ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ που έπρεπε να την καλο-διαβάσει η γιαγιά μου πριν περάσει στα χέρια των υπολοίπων κοινών θνητών. Είχαμε και το Femme d’ aujourduhui. Η γιαγιά μου ήταν μανιώδης αναγνώστρια και ενημερωμένη για τα πάντα. Διάβαζε τον <Απόστολο Ανδρέα>, την <Κυριακάτικη Πρωϊα> και την <Εμπρός> και βέβαια την Σύνοψη. Ξεφύλλιζα και εγώ ότι έβρισκα και συχνά έβαζα τα γράμματα να παίζουν κυνηγητό με τις λέξεις, τις έκανα φιληνάδες και έκτιζα σπιτάκια με αυτές, σαν τις πετρίτσες που μάζευα μπροστά από το κατώφλι της γιαγιάς μου παίζοντας σπιτικό με τις κούκλες μου και τον εξάδελφό μου Χαρίλαο. Πολλές φορές τις έβαζα κοντά την μιά στην άλλη για να βρω άλλες. Γι το τελευταίο ευθύνεται ο μπαμπάς μου.
Τον άκουσα μια μέρα να μιλά με έναν συνάδελφο του που ο πατέρας του ήταν Κρητικός και δεν μιλούσε Τουρκικά. Δικαιολογώντας τους φόβους του ηλικιωμένου Κρητικού, πως αν μάθαινε την Τουρκική γλώσσα θα ξεχνούσε την Ελληνική ντοπολαλιά του και θα αποκοβόταν τελείως από τον τόπο που γεννήθηκε και για να πείσει τον Νασιτ Μπέη πως ο πατέρας του δεν είχε και πολύ άδικο μια που τα Ελληνικά ήταν η τελειότερη γλώσσα του κόσμου, διάλεξε ο μπάμπάς μου δυό μικρές λέξεις, μιά μονοσύλλαβη και μιά τρισύλλαβη. Παν και Αγία. << Yan yana koy>> (τοποθέτησε τες την μια δίπλα στην μια στην άλλη) είπε ο μπάμπάς μου, << οldu, tamam >> (έγινε, εντάξει) είπε ο Νασιτ μπέης, <<Bak, (κοίταξε) ΠανΑγία>> είπε και πάλι ο πατέρας μου, << Ah, Meryem Ana!>> αναφώνησε ο συνάδελφος….
Παναγία, η αγαπημένη λέξη που για αυτήν και με αυτήν υπερηφανεύοταν ο πατέρας μου για την γλώσσα του, την γλώσσα μας, <την γλώσσα του Ευαγγελίου>, συμπλήρωνε και ας μην τον έβλεπε η Εκκλησία κάθε Κυριακή. Τον έβλεπε όμως πρωί-πρωί συχνά τις καθημερινές πριν μπει στο μοτοράκι πουτ-πουτ για να περάσει στα αντικρυνά (Ασιατικά παράλια), να πάει στην δουλειά του. Πιστός στις παραδόσεις, πήγαινε για να φροντίσει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του προς την Ενορία, το ετήσιο <ενοίκιο> για το στασίδι της συζύγου και της πεθεράς του, να πληρώσει το αντίτιμο για τις έξι λαμπάδες, δυό για τον κάθε ένα μας, τρεις σκούρες για την Μεγ. Εβδομάδα, τρεις λευκές για την ημέρα του Πάσχα, έτσι για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Και δυό ακόμα λαμπάδες, για την πεθερά του…
Οι δύο λέξεις. παν και αγία, γοητευτικά ενωμένες, ισοβίως έφερναν στα μάτια του την Οικοδέσποινα της Πόλης, την Βλαχερνίτισσα που δεν ήθελε να εγκαταλείψει. Το κατάφερε με κάποιο τρόπο. Παρασυρόμενος από το ένα και το άλλο και όπως οι περισσότεροι, έφυγε. Ξαναγύρισε όμως. Πήγε για ταξίδι – το έκανε συχνά – μια μέρα και την δεύτερη έκλεισε τα μάτια του αφήνοντας την τελευταία του ανάσα εκεί και πολιτογραφημένος μόνιμος κάτοικος από χρόνια, ξεκουράζεται στην Αγία Ελένη. Στα ψηλά μέρη του Ροσινιόλ, εκεί που σύχναζε να πηγαίνει για να απολαμβάνει τα αηδόνια, στην αγκαλιά της Θεραπειανής γης, γείτονας με τους γονίς του.
Εν τω μεταξύ αφού όπως είπαμε είχαμε γίνει φιλαράκια με τα λόγια, τους λόγους, το Αλφα και το Ωμέγα, παιχνίδι με το λεξιλόγιο συνεχιζόταν και μαζί του η αποθήκευση – που να ήξερα την σημασία της λέξης στα μικράτα μου – , στις αμέτρητες τρυπίτσες του σφουγγαριού που λέγαμε. Το Παιδικό Φως και τα Κλασικά Εικονογραφημένα έκαναν την εμφάνισή τους για να πάρουν θέση στα ράφια της Βιβλιοθήκης που ήταν ασφυκτικά γεμάτη και ευτυχώς, ο θείος Στυλιανός έβαλε ένα γερό σανίδι ανάμεσα σε κάθε ράφι της, αλλιώτικα θα έπεφταν όλα τα τα βιβλία μαζί και η Γαλλική Λαρους. Στα πάρε-δώσε και στα <αλισβερίσια> της κάθε μέρας, παρουσιάσθηκε ο Ομηρος και η Ιλιάδα του, στα καλά καθούμενα και κατά πόδας η Οδύσσεια. Εβλεπα την καημένη την Πηνελόπη που έπλεκε εκείνον τον ατελείωτο ιστό περιμένοντας τον Οδυσσέα της που θαλασσοδερνόταν, με τα τόσα γεροδεμένα νεαρούδια να την περιτριγυρίζουν και με έπιαναν κλάματα. Και όταν κινδύνευα γίνω όμηρος της φαντασίας του Ομήρου, ερχόταν η γιαγιά μου και με σταθερή τρυφερότητα έκλεινε το βιβλίο, κοιτάζοντας αυστηρά την αγαπημένη μου θεία….
Μετρούσα και ξαναμετρούσα τα κουπιά και τα κεφάλια των Αργοναυτών του Ιάσονα στην ΑΡΓΩ, έχανα τον λογαριασμό και φτου κι απ’ την αρχή. Συλλαβίζοντας, θαύμασα τον Θησέα που μπόρεσε να τα βγάλει πέρα με τον Μινώταυρο αλλά δεν άργησα να θυμώσω μαζί του για την αχαριστία του που παράτησε στην Νάξο την κακομοίρα την Αριάδνη στα κρύα του λουτρού. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως, αφού από αυτή την ιστορία εμπνεύστηκε ο Ρίτσαρντ Στράους και να γράψει μελωδικά την όπερα του, Ariadne auf Naxos. Γενναίος και ομορφόπαιδο μεν ο Θησεύς, αλλά ξεχασιάρης. Με το παραλήρημα της χαράς και τα τραγούδια για την επιτυχία της αποστολής, δεν άλλαξε τα πανιά από μαύρα σε λευκά και, όπως ο μύθος δηλοί, δεν άντεξε ο Αιγεύς και έπεσε στην θάλασσα. Χάσαμε τον Αιγέα και κερδίσαμε το Αιγαίον Πέλαγος. Αυτά έχει η ζωή που σαν το τρεχαντήρι τρέχει και σταματημό δεν έχει.
Σαν το νερό στο αυλάκι που σαν βρει κατήφορο κυλά, το ίδιο έκαναν και οι μήνες και διαδέχοντας ο ένας τον άλλο, βρεθήκαμε στην καινούργια χρονιά. Πότε ήταν χτες; Πότε έγινε σήμερα; Ο Αη Βασίλης έφτασε φορτωμένος χωρίς να ξεχάσει να μας φέρει την (Αγιο)Βασιλόπιτά του. Τρέχουν και δεν φτάνουν τα Σωματεία και οι Κοινότητες, τα Αδελφάτα και οι Βοηθητικές Αδελφότητες Κυριών να προλάβουν πριν της Υπαπαντής να ευλογηθεί και να τελεστεί η Κοπή της Βασιλόπιτάς τους για να μην μπερδευτούν με τις Απόκριες , τις χοροεσπερίδες, τα ντινέ και τους μπαλ μασκέ. . Το Εκκλησιαστικό ημερολόγιο δεν παίζει και ούτε πτοείται…
Μετά τον Αη Βασίλη και οπως μας λέει το Κοντάκιο, “Επεφάνη σήμερον…..” φωτίστηκαν και Αγιάστηκαν, από τον Κεράτιο μέχρι τα πέρατα της οικουμένης και μαζί με τις βρύσες και τα νερά, και ο αφέντης με την κυρά στον Εορτασμό Των Θεοφανείων. Προσπεράσαμε την Γιορτή του Αη Γιάννη και χωρις να το καταλάβουμε, θα βρεθούμε στα λειβάδια δίπλα στους κελαρυστούς ποταμούς που ξεχειλίζουν από γνώση και την σοφία που διαχρονικά οι μαϊστορες των γραμμάτων, οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες, μας χαρίζουν.
Τιμώντας αυτούς τους Δασκάλους του Γένους οι οποιοι μας δίδαξαν παράλληλα με τα γράμματα, την αγάπη για το γένος μας, τιμούμε όλους τους εργάτες που μιμούμενοι το παράδειγμά των σοφών αυτών ανθρώπων, καλλιεργούν την μάθηση και μεταλαμπαδεύουν τα ιδανικά του γένους στα νιάτα του σήμερα, για να τα παραλάβουν με την σειρά τους, να γίνουν συνεχιστές της παράδοσης και να μυήσουν στις επόμενες γενιές το καύχημα της μάθησης και την Φιλογένεια..
Νίκη,
Ιανουάριος 2026,
Buckingham, Αγγλία
Σχόλια Facebook