Κατώτατος μισθός: Αυξήσεις κάτω από τα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης

Η διαβούλευση με τους φορείς για το πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός μοιάζει προσχηματική, αφού τα σενάρια συγκλίνουν σε αυξήσεις κάτω από τα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Ο κατώτατος μισθός, που θα εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου, αναμένεται να «κλειδώσει» στα 930 ευρώ μεικτά, σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριo, από 880 ευρώ σήμερα.
Πρόκειται για αύξηση που αν εφαρμοστεί κινείται περίπου στο 5,7% ή 50 ευρώ μεικτά. Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης είναι ο κατώτατος μισθός να φτάσει ή να ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται αυξήσεις τουλάχιστον 8%, δηλαδή 4% κάθε χρόνο μεσοσταθμικά.
Με το κόστος ζωής να παραμένει στα ύψη και τους εργαζόμενους να βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό εξελίσσεται σε άσκηση περιορισμένων προσδοκιών.
Οι εισηγήσεις των ινστιτούτων των εργοδοτικών φορέων προς το υπουργείο Εργασίας προτείνουν αυξήσεις της τάξης του 2,5% ως 4%, από 20 ως 44 ευρώ μεικτά. Είναι δηλαδή πιο τσιγγούνικες κι από τα κυβερνητικά σενάρια.

Αυξήσεις σε προεκλογικό φόντο
Καθώς η θητεία Μητσοτάκη οδεύει στο τέλος της, ο κατώτατος μισθός και οι δεσμεύσεις για αυξήσεις είναι από τα βασικά επικοινωνιακά εργαλεία στην προεκλογική εκστρατεία που έχει ξεκινήσει, έστω και άτυπα.
Ο κατώτατος μισθός πρέπει θεωρητικά να εξασφαλίζει ένα επαρκές επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, να προστατεύει αποτελεσματικά από τον κίνδυνο της εργασιακής φτώχειας και να λειτουργεί αναδιανεμητικά υπέρ των εργατικών εισοδημάτων, μειώνοντας τις ανισότητες.
Από την πλευρά των φορέων που εκπροσωπούν τις επιχειρήσεις, όπως το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, επισημαίνεται ο κίνδυνος οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό να λειτουργήσουν ανασχετικά στην ανταγωνιστικότητα, αν ξεπεράσουν τον λεγόμενο «μισθό ισορροπίας» και τις αντοχές της αγοράς. Για την Τράπεζα της Ελλάδας, ο κατώτατος μισθός πρέπει να αυξηθεί «τόσο-όσο», λαμβάνοντας υπόψιν τη σταθερότητα των τιμών, τη διαφύλαξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και την προστασία της αγοραστικής δύναμης από τον πληθωρισμό.
Ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας έχει επανειλημμένα ταχθεί κατά της αύξησης των μισθών αν δεν υπάρχει αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, επιστρατεύοντας τον κίνδυνο της χρεοκοπίας. Η θέση του συνοψίζεται στην περίφημη φράση «δεν υπάρχει λεφτόδεντρο». Πάντως για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων υπάρχει και παραϋπάρχει λεφτόδεντρο, αφού το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, ενώ το μερίδιο των μισθών από τα χαμηλότερα.

Ο κατώτατος μισθός σε συμπληγάδες
Σε αυτή τη διελκυστίνδα μεταξύ του τι είναι κοινωνικά δίκαιο και τι είναι οικονομικά αποτελεσματικό και για ποιους, ο κόσμος της εργασίας θα έπρεπε να έχει βαρύνοντα και αποφασιστικό λόγο. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή οδηγία για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, την οποία έχει ενσωματώσει η κυβέρνηση, ερμηνεύοντάς την με το δικό της τρόπο, συνδέει τις μισθολογικές αυξήσεις με την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την κάλυψη του 80% των εργαζομένων από αυτές. Αντί γι’αυτό ο κατώτατος μισθός, συνεχίζει να ορίζεται αποκλειστικά με υπουργική απόφαση, με τις εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων να είναι μη δεσμευτικές.
Από το 2028 τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο άκαμπτα, αφού ο κατώτατος μισθός θα ορίζεται από έναν φαινομενικά ουδέτερο και αντικειμενικό μαθηματικό τύπο, με ρήτρα για «πάγωμα» των αυξήσεων, ακόμα και με την επίκληση «έκτακτων περιστάσεων».
Ειλημμένες αποφάσεις
Υπό αυτό το πρίσμα, το υποτιθέμενο παζάρι για το αν ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί λιγότερο από ένα εικοσάρικο, όπως προτείνει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) ή ένα ολόκληρο πενηντάευρω, όπως μας τάζει η κυβέρνηση, μοιάζει με σκηνοθετημένο έργο.
Σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενης ακρίβειας και παρατεταμένης καθίζησης των πραγματικών μισθών, που ακόμα δεν έχουν ανακτήσει την αγοραστική δύναμη που είχαν πριν 15 χρόνια, κάθε αύξηση είναι ευπρόσδεκτη. Όμως τα κουκιά είναι μετρημένα και δεν γεμίζουν καν το πιάτο.
Όταν για παράδειγμα ο ετήσιος πληθωρισμός στα ενοίκια κινείται επισήμως κοντά στο 9%, και ανεπίσημα πολύ πιο ψηλά, για κάποιον που νοικιάζει σπίτι ακόμα και το «ταβάνι» της προτεινόμενης αύξησης στον κατώτατο μισθό, είναι χαμηλότερο από τις αυξήσεις που ζητάει η σπιτονοικοκυρά/ης.
Αν λάβουμε υπόψιν ότι για τους χαμηλόμισθους, η στέγαση και η διατροφή απορροφούν πάνω από το 50% του μηνιαίου εισοδήματος, οι αυξήσεις του 5% ή του σκάρτου πενηντάρικου – 35 ευρώ καθαρά – είναι ζήτημα αν θα φτάσουν να καλύψουν τη χασούρα από τις ανατιμήσεις στο σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς, τα ενοίκια, τις δόσεις του στεγαστικού.

Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι
Στη διαδικασία της διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό – η οποία γίνεται μέσω του ΟΜΕΔ – κατέθεσαν υπομνήματα δέκα φορείς: ΤτΕ, ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ, το Ινστιτούτο Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας (ΙΝΣΒΕ), το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ), το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και το Ινστιτούτο του Τουρισμού (ΙΝΣΕΤΕ). Τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα εκπροσώπησε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και του δημοσίου το Κοινωνικό Πολυκέντρο της ΑΔΕΔΥ.
Αν εξαιρέσεις την πρόταση της ΓΣΕΕ, η οποία συνέδεσε τον κατώτατο μισθό με την αξιοπρεπή διαβίωση, οι υπόλοιπες προτάσεις ήταν πολύ πιο συγκρατημένες.
Η ΤτΕ συνέστησε περιθώριο «συνετής» αύξησης έως 4%, επικαλούμενη την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την ανάγκη διαφύλαξης της ανταγωνιστικότητας.
Το ΚΕΠΕ τοποθετεί την αύξηση μεταξύ 3,5% και 5%, με ρητή αναφορά στον κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας εάν ξεπεραστούν τα όρια παραγωγικότητας.
Το ΙΟΒΕ προτείνει 2,5%–3,5%, προειδοποιώντας για ενίσχυση της αδήλωτης εργασίας ή αύξηση της ανεργίας σε περίπτωση υψηλότερης αναπροσαρμογής.
Το ΙΝΣΕΤΕ και το ΙΝΣΒΕ κινούνται κοντά στο 4% κινείται επίσης κοντά στο 4%, συνδέοντας την αύξηση με τις προβλέψεις για ΑΕΠ και παραγωγικότητα.
Το ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ θέτει ως «οροφή» το 3,5%, ζητώντας ταυτόχρονα μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Το ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, που εκπροσωπεί τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έδωσε έμφαση στη φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών με βάση το τεκμαρτό εισόδημα που συνδέεται με τον κατώτατο.
Η ΑΔΕΔΥ ανέδειξε το θέμα της επιστροφής του 13ου και 14ου μισθού στον δημόσιο τομέα, ώστε να υπάρχει σύγκλιση με τον ιδιωτικό.
Η ΕΛΣΤΑΤ επικεντρώθηκε στον Δείκτη Μισθολογικού Κόστους αυξήθηκε κατά 8,1% το γ’ τρίμηνο του 2025 σε ετήσια βάση (7,4% με εποχική διόρθωση). Ένα στοιχείο που αξιοποιείται από όσους προειδοποιούν για «υπερθέρμανση» του κόστους εργασίας.
Πόσο είναι το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης;
Στον αντίποδα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ δεν μιλά για ποσοστά αλλά για επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Προτείνει ο κατώτατος μισθός να φτάσει το 60% του διάμεσου μισθού ή το 50% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού πλήρους απασχόλησης, δηλαδή τα 1.052 ευρώ μικτά για το 2026. Πρόκειται για τη μοναδική πρόταση που αντανακλά ουσιαστική αναπλήρωση απωλειών και αντιστοιχεί σε αύξηση 19,5%.
Υπενθυμίζεται ότι το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Αντίστοιχα το 60% του διάμεσου μισθού μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ελάχιστο δίχτυ προστασίας από το φαινόμενο της εργασιακής φτώχειας.







Σχόλια Facebook