Σταδιακή μείωση της εκροής των νερών της Μαύρης Θάλασσας προς το Αιγαίο – Τι αποκαλύπτει έρευνα Ελλήνων επιστημόνων του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Μια αργή αλλά βαθιά μεταβολή φαίνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη στα νερά που ενώνουν τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο — μια αλλαγή που δεν είναι ορατή με γυμνό μάτι, αλλά αποτυπώνεται καθαρά στα επιστημονικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών.

Σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε από ομάδα Ελλήνων επιστημόνων, από το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Discussions, η εκροή νερών από τη Μαύρη Θάλασσα προς το Βόρειο Αιγαίο φαίνεται ότι μειώνεται σταδιακά.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η Μαύρη Θάλασσα παραδοσιακά τροφοδοτείται με μεγάλες ποσότητες γλυκού νερού από ποτάμια όπως ο Δούναβης και ο Δνείπερος, γεγονός που δημιουργεί μια φυσική «υπερχείλιση» προς το Αιγαίο. Αυτή η ροή, όπως εξηγούν, διαμορφώνει εδώ και δεκαετίες τη φυσιογνωμία του Βόρειου Αιγαίου. «Τα λιγότερο αλμυρά νερά της Μαύρης Θάλασσας σχηματίζουν ένα επιφανειακό στρώμα που επηρεάζει τη θαλάσσια κυκλοφορία, τη θερμοκρασία και τη βιολογική παραγωγικότητα της περιοχής. Το στρώμα αυτό λειτουργεί σαν ένας ρυθμιστής της ισορροπίας στο βορειοανατολικό Αιγαίο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα νερά της Μαύρης Θάλασσας δεν μεταφέρουν μόνο γλυκό νερό, αλλά και σημαντικό οργανικό φορτίο, θρεπτικά συστατικά και ρυπαντές που προέρχονται από τις μεγάλες ποτάμιες λεκάνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιβάρυνση αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, όπως συνέβη με το φαινόμενο της θαλάσσιας βλέννας (mucilage) που αναπτύχθηκε στη Θάλασσα του Μαρμαρά και τμήματά της έφτασαν μέχρι το Βόρειο Αιγαίο, υπενθυμίζοντας πόσο άμεσα συνδεδεμένα είναι τα οικοσυστήματα της περιοχής», επισημαίνει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και εκ των συγγραφέων της έρευνας, Γιάννης Ανδρουλιδάκης.

Σύμφωνα με τον κ. Ανδρουλιδάκη, σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η ροή εξασθενεί. «Η μεταβολή ξεκινά πολύ πιο βόρεια. Τα μεγάλα ποτάμια που τροφοδοτούν τη Μαύρη Θάλασσα, με κυριότερο τον Δούναβη, εμφανίζουν μακροχρόνια μείωση της παροχής τους, καθώς αλλάζουν οι βροχοπτώσεις και οι ρυθμοί εξάτμισης, μεταβάλλοντας τις υδρολογικές συνθήκες στις λεκάνες απορροής τους. Το αποτέλεσμα είναι μικρότερο “πλεόνασμα” γλυκού νερού στη Μαύρη Θάλασσα και, κατά συνέπεια, μικρότερη εκροή προς το Αιγαίο. Παράλληλα, η διαφορά στη στάθμη της θάλασσας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Αιγαίου (η φυσική δύναμη που ωθεί τα νερά προς τα νότια) μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή υδάτων αποδυναμώνεται σταδιακά. Παράλληλα, η μεταβολή αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σκηνικό αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η θερμοκρασία των θαλασσών αυξάνεται, η στάθμη ανεβαίνει, και τα φυσικά ισοζύγια μεταβάλλονται. Το γεγονός ότι το Αιγαίο φαίνεται να ανεβαίνει ταχύτερα σε σχέση με τη Μαύρη Θάλασσα ενισχύει ακόμη περισσότερο τη μείωση της διαφοράς στάθμης που οδηγεί τη ροή», υπογραμμίζει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Όσον αφορά το Βόρειο Αιγαίο, όπως τονίζει η επιστημονική ομάδα, οι αλλαγές είναι ήδη εμφανείς. Τα νερά γίνονται πιο αλμυρά και το χαρακτηριστικό επιφανειακό στρώμα χαμηλής αλατότητας εξασθενεί ενώ η θαλάσσια παραγωγικότητα παρουσιάζει ενδείξεις μείωσης, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την τροφική αλυσίδα και, σε βάθος χρόνου, την αλιεία. «Η περιοχή του βορειοανατολικού Αιγαίου, κοντά στην έξοδο των Στενών, αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Εκεί, καταγράφονται πρώτες οι μεταβολές που προέρχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Η ύπαρξη μόνιμων σταθμών παρακολούθησης, οι τακτικές ωκεανογραφικές μετρήσεις και η συνεχής καταγραφή φυσικών και χημικών παραμέτρων αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για την κατανόηση των αλλαγών. Επίσης, σημαντική είναι και η έγκυρη προσομοίωση (πρόγνωση) της εκροής και της εξάπλωσης των νερών αυτών στο Βόρειο Αιγαίο», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επαναλειτουργία του παράκτιου ραντάρ καταγραφής θαλάσσιων συνθηκών που είναι εγκατεστημένο στη Λήμνο. Το σύστημα αυτό, όπως εξηγούν οι ερευνητές, επιτρέπει την παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο της επιφανειακής κυκλοφορίας και της εξάπλωσης των υδάτων που εξέρχονται από τα Στενά προς το Αιγαίο. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να καταγραφεί όχι μόνο η διαδρομή αυτών των νερών, αλλά και η πιθανή μεταφορά ρύπων ή άλλων ουσιών που ενδέχεται να επηρεάσουν το θαλάσσιο περιβάλλον. «Η συνεχής λειτουργία τέτοιων υποδομών δεν αφορά μόνο την επιστημονική γνώση. Αποτελεί βασικό εργαλείο για την περιβαλλοντική προστασία, την έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση ρύπανσης και τη στήριξη της βιώσιμης διαχείρισης των θαλάσσιων πόρων», αναφέρει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Η σημασία της περιοχής, όμως, δεν περιορίζεται στο Βόρειο Αιγαίο καθώς η ανταλλαγή υδάτων μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Αιγαίου επηρεάζει ευρύτερα την Ανατολική Μεσόγειο. «Το Βόρειο Αιγαίο αποτελεί έναν κρίσιμο “κόμβο” στη μεσογειακή κυκλοφορία, επηρεάζοντας τη στρωμάτωση, τη δημιουργία πυκνών υδάτων και τελικά τη βαθιά κυκλοφορία της Ανατολικής Μεσογείου. Με άλλα λόγια, ό,τι συμβαίνει στα Στενά δεν μένει στα Στενά — διαχέεται σε ολόκληρη τη Μεσόγειο», σημειώνει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Σε μια περίοδο όπου η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις ισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατανόηση αυτών των περιφερειακών μηχανισμών είναι καθοριστική. «Η Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν ένα ενιαίο, διασυνδεδεμένο σύστημα. Η παρακολούθηση και η ενίσχυση των επιστημονικών υποδομών στην περιοχή δεν είναι πολυτέλεια — είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε, να προβλέψουμε και να διαχειριστούμε τις αλλαγές που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη

Η ιστορία που γράφεται σήμερα στα νερά του Βορείου Αιγαίου δεν αφορά μόνο τους επιστήμονες. Αφορά την οικολογική ισορροπία, την οικονομία των νησιών και το μέλλον της Μεσογείου στο σύνολό της. Αν η τάση συνεχιστεί, οι επιπτώσεις μπορεί να φτάσουν μέχρι την αλιεία και τις τοπικές οικονομίες που εξαρτώνται από αυτήν», επισημαίνει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

*Η ομάδα έρευνας αποτελείται από τους Γιάννη Μαμούτο, Γιάννη Ανδρουλιδάκη, Μάνο Ποτήρη, Βασίλη Κολοβογιάννη, Ελίνα Τράγου, Βασίλη Ζερβάκη και Γιάννη Κρεστενίτη.

Ακολουθεί ο σύνδεσμος της έρευνας:

https://iopscience.iop.org/article/10.1088/2515-7620/ae4681?utm_source=researchgate.net&utm_medium=article

Επισυνάπτεται φωτογραφία που παραχωρήθηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ από τον κ. Γ. Ανδρουλιδάκη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ