Προσβάσιμο ψηφιακά πλέον το αρχείο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας – Βενετία και Ελληνισμός

Η Ημερίδα για το έργο: “Ψηφιακή Διαχείριση του εν Βενετία αρχείου του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών” είχε στόχο τη διάσωση, ανάδειξη και διεθνή προβολή ενός μοναδικού πολιτιστικού θησαυρού του Ελληνισμού
Με επιτυχία ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, 9 Μαρτίου, στη Μεγάλη Αίθουσα τελετών του ΕΚΠΑ, στην οδό Πανεπιστημίου, η Ημερίδα για το έργο: «Ψηφιακή Διαχείριση του εν Βενετία αρχείου του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών», που υλοποιήθηκε με στόχο τη διάσωση, ανάδειξη και διεθνή προβολή ενός μοναδικού πολιτιστικού θησαυρού του Ελληνισμού που απόκειται στη Γαληνοτάτη.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Υφυπουργός Εξωτερικών, κ. Γιάννης Λοβέρδος, ο Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Κώστας Βλάσης καθώς και ο τέως Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Διπλωματίας και Απόδημου Ελληνισμού, Ομότιμος Καθηγητής Γιάννης Χρυσουλάκης, ο οποίος στη διάρκεια της θητείας του στήριξε ιδιαίτερα το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία και αυτό του πιστώνεται.

Σημαντικός ομιλητής ήταν ο Επιστημονικός Υπεύθυνος του έργου, Καθηγητής Χρήστος Αραμπατζής, ο οποίος ενημέρωσε για το τεράστιας επιστημονικής σημασίας έργο που ολοκληρώθηκε ( και το οποίο για τον Οικουμενικό Ελληνισμό έχει τέτοια αξία, που θα περάσουν χρόνια για να γίνει αντιληπτή).
Όπως τόνισαν όλοι οι ομιλητές, το έργο αφορά την ψηφιοποίηση, τεκμηρίωση και ολοκληρωμένη ψηφιακή διαχείριση του ιστορικού και πολιτιστικού αποθέματος του Ινστιτούτου, το οποίο καλύπτει τη χρονική περίοδο από τα τέλη του 15ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Μεταξύ τον ομιλητών ήταν και ο Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας, Καθηγητής Βασίλειος Κουκουσάς.
Το πλούσιο αυτό υλικό, όπως έγγραφα, χειρόγραφοι κώδικες, φορητές εικόνες, κειμήλια και παλαίτυπα, καθίσταται ελεύθερα προσβάσιμο στο ευρύ κοινό και στην ερευνητική κοινότητα μέσω ενός ενιαίου ψηφιακού αποθετηρίου και μιας σύγχρονης ψηφιακής πύλης.
Το έργο υλοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Πρόγραμμα Ψηφιακός Μετασχηματισμός 2021-2027, ενώ δικαιούχος της πράξης ορίστηκε ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΕΛΚΕ ΑΠΘ), βάσει Προγραμματικής Συμφωνίας με το Ινστιτούτο.
Στο πλαίσιο της υλοποίησης πραγματοποιήθηκε ψηφιοποίηση και τεκμηρίωση του αρχειακού και μουσειακού υλικού του Ινστιτούτου, ανάπτυξη και παραμετροποίηση ολοκληρωμένου ψηφιακού αποθετηρίου σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα τεκμηρίωσης και διαλειτουργικότητας, καθώς και δημιουργία σύγχρονης ψηφιακής πύλης για την ελεύθερη διαδικτυακή πρόσβαση στο υλικό σε τρεις γλώσσες.
Παράλληλα, αναπτύχθηκαν καινοτόμες ψηφιακές εφαρμογές, όπως εικονική περιήγηση στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας (AR) για επιλεγμένα εκθέματα του Μουσείου και ειδική πολυμεσική εφαρμογή για την ψηφιακή ανάδειξη του χειρογράφου κώδικα Νο. 5 «Αλεξάνδρου Διήγησις».
Επιπλέον, αναπτύχθηκε πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης, μέσω της οποίας το ψηφιακό περιεχόμενο θα αξιοποιείται σε δομημένες εκπαιδευτικές ενότητες για όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.
Με την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη για υπηρεσίες εικονικής υποβοήθησης, η εικονική και η επαυξημένη πραγματικότητα, το έργο φέρνει την πολιτιστική κληρονομιά του Ελληνισμού της Διασποράς στη νέα ψηφιακή εποχή, διευρύνοντας την πρόσβαση, ενισχύοντας την έρευνα και υποστηρίζοντας την πολιτιστική διπλωματία.
Κώστας Βλάσης

Σύμφωνα με τον Υφυπουργό Παιδείας, κ. Κώστα Βλάση, ο οποίος ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης, με την ολοκλήρωση του έργου αυτού: «η χώρα μας συμβάλλει ουσιαστικά στη συγκρότηση του κοινού ευρωπαϊκού και παγκόσμιου χώρου γνώσης, ενισχύοντας τη θέση της ως αξιόπιστου φορέα διαχείρισης και μετάδοσης της πολιτιστικής κληρονομιάς», καθώς και δημιουργούνται «νέες δυνατότητες για την ιστορική έρευνα και ενισχύει τη θέση του Ινστιτούτου ως διεθνούς κέντρου μελέτης της ιστορίας του Ελληνισμού κατά την βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο».
Χρήστος Αραμπατζής

Τέλος, όπως ανέφερε στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων και της δομής του έργου, ο Επιστημονικός Υπεύθυνος του έργου, Καθηγητής Χρήστος Αραμπατζής: «η ψηφιακή διαχείριση του αρχείου της Βενετίας δεν αποτελεί το τέλος μιας διαδικασίας, αλλά την αρχή μιας νέας φάσης στην ιστορία του.
»Το αρχείο εξακολουθεί να είναι φορέας μνήμης· πλέον, όμως, λειτουργεί και ως υποδομή γνώσης, ενταγμένη σε ένα ευρύτερο επιστημονικό και τεχνολογικό περιβάλλον – έτοιμη να υποστηρίξει ερωτήματα που σήμερα ακόμη δεν έχουν διατυπωθεί».
To Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας
Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), το οποίο υπάγεται στη γενική εποπτεία του υπουργείου Εξωτερικών, ενώ όσον αφορά στη μορφωτική και εκπαιδευτική του δραστηριότητα στην εποπτεία του υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας ιδρύθηκε το 1951 ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Το Ινστιτούτο υπάγεται στην γενική εποπτεία του υπουργείου Εξωτερικών και όσον αφορά στην μορφωτική και εκπαιδευτική δραστηριότητά του στην εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Σκοπός του Ινστιτούτου είναι η προαγωγή των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ινστιτούτο, μεταξύ άλλων, (1ον) αναδεικνύει τις εν γένει ιστορικές φιλολογικές και άλλες συναφείς πτυχές του Ελληνικού Πολιτισμού, κατά τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, (2ον) διαχειρίζεται το χαρτώο, αναλογικό και ψηφιακό αρχειακό υλικό και (3ον) προβαίνει σε διεθνείς εκδοτικές δραστηριότητες.
Το Ινστιτούτο Βενετίας, είναι ιδιοκτήτης σημαντικής περιουσίας, ακινήτου και κινητής. Στην περιουσία αυτή περιλαμβάνονται ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου, το Μουσείο του Ινστιτούτου και η Φλαγγίνειος Σχολή. Το Ινστιτούτο έχει στην κυριότητά 300 περίπου εικόνες, μεταξύ των οποίων τρεις Παλαιολόγειες, περί τα 250 αντικείμενα και σκεύη λατρείας, το Αρχείο του Ελληνισμού Βενετίας (1498-1953), καθώς και συλλογή χειρογράφων. Εξαιρετικά δείγματα της Συλλογής αυτής αποτελούν η «Μυθιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», βυζαντινό χειρόγραφο με μικρογραφίες, η Συλλογή Μουσικών Βυζαντινών Χειρογράφων, καθώς και Πατριαρχικά έγγραφα του 16ου αιώνα. Κατατάσσεται ανάμεσα στα πέντε (εξαιρουμένων του Αγίου Όρους και της Εθνικής Βιβλιοθήκης) ελληνικά ιδρύματα με τις μεγαλύτερες συλλογές παλαιτύπων, ενώ αποτελεί και το μοναδικό επιστημονικό ίδρυμα της Ελλάδας στο Εξωτερικό.
Η Ελληνική κοινότητα της Βενετίας
Η Ελληνική κοινότητα της Βενετίας ανάγει την καταγωγή της στα τέλη του 15ου αιώνα, με τις πρώτες μεταναστεύσεις Ελλήνων στην περιοχή ωστόσο να γίνονται ήδη από τον 10ο αιώνα.
Αποτέλεσε την πολυανθρωπότερη και αξιολογότερη ελληνική κοινότητα της Δύσης κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Μετά την Άλωση του 1453, πρόσφυγες αριστοκρατικής κυρίως καταγωγής από την Κωνσταντινούπολη κατέφυγαν στην Βενετία. Ο αρχικός της πυρήνας συγκροτήθηκε από στρατιωτικούς: τους Ελληνορθόδοξους stradioti που υπηρετούσαν στις Βενετικές κτήσεις και στην Terra Ferma. Το 1498 υπέβαλαν αίτηση προς τις βενετικές αρχές προκειμένου να τους χορηγηθεί άδεια να συγκροτηθούν σε αδελφότητα εθνικής μειονότητας. Το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των αιτούντων ήταν ταπεινής καταγωγής: μαραγκός, φαρμακοπώλης.
Οι βενετικές Αρχές ενέκριναν το αίτημα και χορήγησαν στους Έλληνες την άδεια να συσσωματωθούν σε αδελφότητα. Ο όρος ήταν να μην υπερβαίνουν τους 250 αποκλειωμένων των γυναικών και των παιδιών. Στη δεύτερη δεκαετία του 16ου αιώνα ενσωματώνονται Σέρβοι πρόσφυγες που δεν είχαν τη δυνατότητα να ιδρύσουν δικό τους σωματείο.
Η Ελληνική αδελφότητα αποτελούσε τον χαμένο βυζαντινό κόσμο. Γενικά οι Έλληνες επιλέγουν ως τόπο εγκατάστασής τους τη Βενετία επειδή ως κρατικός οργανισμός τους είναι γνωστός επειδή αρκετοί από αυτούς προέρχονταν από Βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, η Βενετία επέδειξε συμβιβαστική και ανεκτική στάση προς τους ορθοδόξους, κάτι που εφάρμοζε και στις ελληνικές κτήσεις. Το 1498 έλαβε ειδική άδεια και οργανώθηκε σε αυτοδιοικούμενη αδελφότητα με προστάτη τον Άγιο Νικόλαο: Cofraternita ‘ή Scuola di San Nicolό. Στα εγγραφα-αιτήσεις προς τις Βενετικές Αρχές και στις απαντήσεις στα σχετικά αιτήματά τους οι Βενετικές Αρχές τους προσδιορίζουν ως nazione greca ή universita dei Greci., όμως δεν ξέρουμε αν είναι απόδοση του όρου γένος των Ελλήνων.
Greci για τους Βενετούς ήταν οι καταγόμενοι από την γεωγραφική περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα και ανήκαν στην ανατολική Εκκλησία.
Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό μόνο για να δηλώσουν ως σύνολο την παρουσία τους στους Βενετούς. Συνήθως έλεγαν πως ανήκαν στους nazione greca, αλλά ο καθένας χωριστά έλεγε μόνο το όνομά του, κυρίως το βαπτιστικό με τον τόπο καταγωγής του. Η αδιακρίτως χρήση των ονομάτων Γραικοί, Έλληνες, Ρωμαίοι για των ναό του Αγίου Γεωργίου είναι χαρακτηριστική.
Στη δεύτερη δεκαετία του 16ου αι. η κοινότητα αυτοπροσδιορίζεται ως della nazion greca e serba. Στα γράμματα που οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως απευθύνουν στην αδελφότητα την προσδιορίζουν ως Ρωμαίοι, το γένος των Ελλήνων, το γένος των Γραικών, οι τη μετοικία των Γραικών Ενετίηση, ενώ τον 18ο αι. ονομάζεται σύστημα των Ορθοδόξων ή σύστημα των Ρωμαίων.
San Giorgio dei Greci
Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) είναι ορθόδοξη εκκλησία της Βενετίας, στη συνοικία Καστέλο. Είναι ο παλαιότερος και πιο ιστορικός ορθόδοξος ναός της διασποράς. Η κατασκευή του έγινε δυνατή χάρη στις συνεισφορές των Ορθόδοξων Ελλήνων της Βενετίας και των Ελλήνων ναυτικών που περνούσαν από την πόλη.
Στην εκκλησία δόθηκε από τους Ενετούς το προσωνύμιο «των Ελλήνων» (dei Greci) λόγω της ελληνικής γλώσσας και του βυζαντινού τυπικού που ακολουθεί.
Τον Νοέμβριο του 1991, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η εκκλησία έγινε ο καθεδρικός ναός της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης.
Στις αρχές του 16ου αιώνα οι Έλληνες της Βενετίας αναβίωσαν το ζήτημα του χώρου για άσκηση λατρείας.
Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε και η επιρροή των Ελλήνων στρατιωτών (Stratioti), οι οποίοι, λόγω της μεγάλης συμβολής τους στους πολέμους της Βενετίας εναντίον των Οθωμανών, απολάμβαναν μεγάλου σεβασμού από τις αρχές. Με αίτηση που υπέβαλαν οι Έλληνες στο Συμβούλιο των Δέκα στις 4 Οκτωβρίου 1511, ζήτησαν άδεια να αγοράσουν μια οικοδομήσιμη γη, προκειμένου να χτίσουν μια εκκλησία αφιερωμένη στον προστάτη τους Άγιο Γεώργιο.
Το αίτημα έγινε αποδεκτό, αλλά η τελική έγκριση δόθηκε από τον Δόγη στις 30 Απριλίου 1514, αφού επιβεβαιώθηκε η αγορά της γης. Οι Έλληνες έλαβαν άδεια να χτίσουν μια εκκλησία με καμπαναριό και ένα νεκροταφείο, με την υποχρέωση να καταβάλλουν ετησίως εισφορά πέντε κιλών λευκού κεριού, η οποία ωστόσο ούτε καταβλήθηκε ούτε ζητήθηκε ποτέ.
Στις 3 Ιουνίου 1514, ο Πάπας Λέων Ι΄ με επιστολή του επιβεβαίωσε τη συγκατάθεσή του για την κατασκευή από τους Έλληνες δικής τους εκκλησίας με καμπαναριό και τη διαμόρφωση νεκροταφείου. Αργότερα οι Έλληνες κατάφεραν να πετύχουν την έκδοση βούλας από τον Πάπα Κλήμη Ζ΄ (1523-1534), με την οποία τους παραχωρήθηκε το προνόμιο να μην υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη Βενετίας.
Στις 3 Απριλίου 1514, οι Έλληνες όρισαν εκπροσώπους τους τον Θεόδωρο Παλαιολόγο του Μυστρά (αρχηγό των stratioti), Andrea de Zeta από τα Σέρβια, Paolo Coressi από την Κωνσταντινούπολη και Matteo Barelli από την Κέρκυρα.
Αυτοί αγόρασαν ένα οικόπεδο στις 27 Σεπτεμβρίου 1526 από τον Signor Pietro Contarini di Agostino από το Λονδίνο, πληρώνοντας 2.168 δουκάτα. Αφού έλαβαν την έγκριση του Συμβουλίου των Δέκα και αφού προσέφεραν αυθόρμητα 500 δουκάτα στη Γερουσία, άρχισαν να χτίζουν μια εκκλησία και μερικά κελιά για τους ιερείς, και στις 13 Μαρτίου 1527, πρώτη ημέρα της Σαρακοστής, τελέστηκε η πρώτη Θεία Λειτουργία από τον πρώτο προεστό (στη συνέχεια εκλεγμένο) Ιωάννη Αυγερινό από την Κεφαλονιά.
Η εκκλησία, ωστόσο, δεν ήταν αυτό που βλέπουμε σήμερα. Αρχικά χτίστηκε προσωρινός ναός, για να μπορέσουν να αφήσουν τον Άγιο Βλάσιο και να μπορέσουν να συλλέξουν από φόρο σε όλα τα πλοία που ερχόταν από Ορθόδοξες περιοχές και εισφορές των συμπατριωτών ό,τι χρειαζόταν για το κτίσιμο μιας καλύτερης και μεγαλύτερης εκκλησίας. Έτσι, το 1536 κτίστηκε ένα απλό ξύλινο κτίριο σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ορθόδοξης ναοδομίας, με την αψίδα στα ανατολικά. Και την 1η Νοεμβρίου 1539, κατά τη διοίκηση του Μάρκου Σαμαριάρη από τη Ζάκυνθο, τέθηκε με επισημότητα ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού.
Κατά τη μακρά περίοδο από τις αρχές του 14ου αιώνα έως το 1577, έτος κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η σημερινή εκκλησία, προέκυπταν διαφωνίες εντός της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, με αποτέλεσμα στις 6 Μαρτίου 1542 ο Πάπας Παύλος Γ΄ να αντιδράσει θέτοντας ξανά σε ισχύ το διάταγμα του 1534, το οποίο προέβλεπε ότι οι Έλληνες ιερείς θα εγκρίνονταν από τον Λατίνο Πατριάρχη της Βενετίας.
Το 1546, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Β΄ (1546-1555) απέστειλε ως έξαρχο στη Βενετία και τη Ρώμη τον Μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, προκειμένου να επιλύσει τις αντιπαραθέσεις που προέκυψαν στην ελληνική κοινότητα της Βενετίας. Όταν η «ελληνική υπόθεση» έμοιαζε να τελειώνει, ο ίδιος ο Παύλος Γ΄ άλλαξε την απόφασή του και στις 22 Ιουνίου 1549 αναβίωσε τη βούλα του Πάπα Λέοντα Ι΄ που έδινε στους Έλληνες ελευθερία λατρείας. Το 1564 ο Πάπας Πίος Δ΄ ακύρωσε όλα τα προνόμια που παραχώρησαν οι προκάτοχοί του (Λέων Ι΄, Κλήμης Ζ΄ και Παύλος Γ΄) στους Έλληνες της Βενετίας. Το 1573 ιδρύθηκε η «Εκκλησία για τη μεταρρύθμιση των Ελλήνων που ζουν στην Ιταλία» και τρία χρόνια αργότερα (1576) άνοιξε το Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης.
Stratioti (επίσης stradioti)
Ως Στρατιότι (ιταλικά: Stratioti) ονομάστηκαν ένοπλα και έφιππα μισθοφορικά σώματα προερχόμενα από τις ελληνικές χώρες, τα οποία παρείχαν σχετικές υπηρεσίες σε διάφορα βασίλεια της Ευρώπης από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα.
Ο ιταλικός όρος stradioti είτε είναι δάνειος από την ελληνική λέξη στρατιώται, ή προέρχεται από την ιταλική λέξη strada («δρόμος»), που σημαίνει «οδοιπόρος». Τα περισσότερα ονόματα αξιωματικών ήταν ελληνικής προέλευσης. Ανάμεσα στους αρχηγούς τους υπήρχαν επίσης μέλη παλαιών ευγενών βυζαντινών οικογενειών, όπως για παράδειγμα της δυναστείας των Παλαιολόγων και των Κομνηνών.
Αναφέρονται σχετικά τα ένοπλα σώματα των: Κροκόδειλου Κλαδά, Θεόδωρου Μπούα, Δημήτριου Παλαιολόγου, Πέτρου Ράλλη στην Πελοπόννησο και του Πέτρου Μπούα στην Αργολίδα. Οι stratioti μετακινούνταν και υπηρετούσαν υπό τις εντολές και διαταγές κάποιου κράτους, το οποίο μπορούσε να πληρώσει τις υπηρεσίες τους.
Μαζί με τους πολεμιστές μετακινούνταν και οι οικογένειές τους.
Έλληνες μισθοφόροι μέσω της Ιταλίας έφτασαν έως και τη Βρετανία. Επί Ερρίκου Η’ συμμετείχαν σε επιχειρήσεις κατά της Σκωτίας και της Γαλλίας. Αυτή είναι και η πρώτη μαζική εμφάνιση Ελλήνων στα Βρετανικά νησιά. Περιώνυμος έγινε ο Θωμάς ο Αργείτης ως «καπετάνιος» περίπου 550 Ελλήνων σε Αγγλικό εκστρατευτικό σώμα που είχε διαβεί τη Μάγχη και είχε οχυρωθεί σε Γαλλικό έδαφος.
Το 1546, ενώ το οχυρό του αγγλικού σώματος στη Βουλώνη πολιορκείτο από υπέρτερο αριθμό Γάλλων, ο Θωμάς τόνωσε το ηθικό των πολεμιστών του με τον ακόλουθο λόγο που κατέγραψε ο επί τόπου ευρισκόμενος Έλληνας από την Κέρκυρα Ανδρόνικος Νούκιος:
«Άνδρες συστρατιώται, ημείς μεν ως οράτε, εν εσχάτοις της οικουμένης τανύν οικούμεν μέρεσι. … Διό, προς τους πολεμούντες ημάς γενναίως αντιπαραταξόμεθα, … Έλλήνων γαρ εσμέν παίδες, και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα. … ανδρείως και συντεταγμένως τοις εχθροίς επιβάλωμεν, … και την πάλαι θρυλλουμένην Ελλήνων ανδρίαν, έργοις αυτοίς, φανεράν ποιήσωμεν».
Πηγές για πληροφορίες: ertnews.gr, amna.gr και tribune.gr







Σχόλια Facebook