Γιώργος Μαρίνος: Ένας μοναδικός σόουμαν του ελληνικού θεάματος

Γενναίος, αυθεντικός και ξεχωριστός —όπως ακριβώς ήταν και πάνω στη σκηνή.

Ο Γιώργος Μαρίνος, ως γνωστόν, έφυγε από τη ζωή προχθές σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία καλλιτεχνική πορεία που σημάδεψε το ελληνικό θέαμα για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Μοναδικός και πρωτοπόρος, δημιούργησε το δικό του ξεχωριστό ύφος στη σκηνή, συνδυάζοντας τραγούδι, σάτιρα, μιμήσεις, αυτοσχεδιασμό και θεατρική πρόζα. Με το ιδιαίτερο αυτό καλλιτεχνικό «μείγμα» χάρισε στο κοινό άφθονο γέλιο αλλά και στιγμές συγκίνησης.

Η «Μέδουσα» και το προσωπικό του καλλιτεχνικό στίγμα

Σημείο αναφοράς στην καριέρα του αποτέλεσε η περίοδος των εμφανίσεών του στη θρυλική «Μέδουσα» στο Μακρυγιάννη, όπου για σχεδόν είκοσι χρόνια, από το 1973 έως το 1992, ανέπτυξε και τελειοποίησε το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό του ύφος. Εκεί δοκιμάστηκε, εξελίχθηκε και αποθεώθηκε από το κοινό, δημιουργώντας μια εμπειρία θεάματος που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.

Παρά το έντονο χιούμορ που χαρακτήριζε τις εμφανίσεις του, ο Μαρίνος δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας «διασκεδαστής». Τα τραγούδια του, αλλά και οι δημοφιλείς παρλάτες του –πολλές από τις οποίες έφεραν την υπογραφή σημαντικών δημιουργών όπως ο Μποστ και ο Παύλος Μάτεσις– είχαν ποιότητα και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η διαμόρφωση ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη

Η καλλιτεχνική του πορεία διαμορφώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης πνευματικής και καλλιτεχνικής ζύμωσης. Στη διαδρομή του συνδέθηκε με σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, ο Δημήτρης Χορν, ο Γιάννης Τσαρούχης και η Έλλη Λαμπέτη.

Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν προμήνυαν μια τόσο λαμπρή πορεία.

Γεννημένος το 1939 στον Βοτανικό, λίγο πριν από τον πόλεμο, μεγάλωσε σε δύσκολες συνθήκες, καθώς οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μόλις ενός έτους. Ο ίδιος είχε περιγράψει την παιδική του ηλικία ως μοναχική, σημειώνοντας ότι μέχρι τα 25 του χρόνια δεν είχε σχεδόν καθόλου φίλους.

Μεγάλωσε άλλοτε με τη μητέρα του –η οποία είχε ξαναπαντρευτεί– και άλλοτε με τον πατέρα του, που επιθυμούσε να τον δει να ακολουθεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού. Ο Μαρίνος όμως πήρε τη δική του απόφαση: το 1959, χωρίς να ενημερώσει κανέναν, έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικό Θέατρο και πέτυχε.

Τα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα

Δύο χρόνια αργότερα έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή σε παράσταση με μουσική του Μίκης Θεοδωράκης. Σημαντική καμπή στην καριέρα του αποτέλεσε το 1962, όταν πέρασε από ακρόαση του Μάνου Χατζιδάκι για τη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων». Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα, τραγούδησε για πρώτη φορά το κομμάτι «Κάθε κήπος», ανοίγοντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία του.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μια εμφάνιση σε μπουάτ της οδού Μνησικλέους στην Πλάκα στάθηκε καθοριστική. Αν και αρχικά είχε προσληφθεί για να τραγουδά μόνο τέσσερα τραγούδια, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος άρχισε να κατεβαίνει ανάμεσα στους θαμώνες, αφηγούμενος ανέκδοτα, αυτοσχεδιάζοντας και δημιουργώντας παρλάτες επί τόπου.

Το κοινό ενθουσιάστηκε και αυτό το ιδιαίτερο «υβρίδιο» θεάματος μεταφέρθηκε αργότερα στα «Ταβάνια», μια από τις πιο γνωστές μπουάτ της εποχής, πριν βρει την οριστική του έκφραση στη «Μέδουσα».

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του καλλιτεχνικού του ύφους ήταν η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στο χιούμορ και τη σάτιρα από τη μία πλευρά και σε πιο σκοτεινές ή υπαρξιακές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας από την άλλη.

Η ίδια αυτή αντίφαση φάνηκε και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τη δημοσιότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 αποσύρθηκε σχεδόν πλήρως από τη δημόσια ζωή, ζώντας σε μια πλαγιά του Πεντελικού Όρους, στον Νέο Βουτζά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον φρόντιζε στενό φιλικό του ζευγάρι.

Μια κληρονομιά πέρα από την τέχνη

Η παρακαταθήκη του Γιώργου Μαρίνου δεν περιορίζεται μόνο στο καλλιτεχνικό του έργο. Ήδη από τη δεκαετία του ’60, σε μια ιδιαίτερα συντηρητική κοινωνία, μιλούσε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά του, δείχνοντας θάρρος σε μια εποχή που παρόμοιες δηλώσεις μπορούσαν να καταστρέψουν ακόμη και μεγάλες καριέρες.

Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε πιστός σε αυτήν τη στάση. Γενναίος, αυθεντικός και ξεχωριστός —όπως ακριβώς ήταν και πάνω στη σκηνή.

Πηγή: newpost.gr