Μια Κυριακή στην Ανοιξη που τα πάντα ετοιμάζονται να ανοίξουν καρδιές και φύλλα για να λουλουδιάσουν τους κάμπους και τις όχθες των ποταμών και τις πλαγιές των λόφων στα ξαφνικά, μας χαμογελά.
Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και η ανακύκλωση συνεχίζει να περιτυλίγει το βιός μας. Αγριολούλουδα φυτρώνουν μπροστά στο κατώφλι μας και αυτή η μια Κυριακή, κάπως αλλιώτικη απ τις άλλες μας κάλεσε όπως το έκανε από τότε που μπορώ να θυμούμαι τον εαυτό μου,να πάμε επίσκεψη. Ημασταν καλεσμένοι οικογενειακώς από την κυρία Κυριακή να πάμε στο σπίτι του Θεού κάθε εβδομάδα και κάποιες άλλες μέρες. Και για αυτό φορούσαμε τα καλά μας ρούχα για να χαίρεται που μας βλέπει. Αυτά έλεγαν οι μεγαλοι του σπιτιού και όλες οι θείες όταν πήγαινα να φιλήσω το χέρι τους και να τους πω <να με συγχωρέσετε> πριν πάω να πάρω <χρυσό δοντάκι>. Ετσι έκαναν τα παιδιά. Το χρυσό δοντάκι ήταν φυσικά αόρατο, απορούσα και ρωτούσα γιατί δεν το βλέπω. Η απάντηση ήταν <οταν μεγαλώσεις>. Φυσικά περίμενα..
Από πολύ νωρίς κατάλαβα πως ο Θεός είχε και άλλα σπίτια εκτός από αυτά που είχε στα Θεραπειά, και στο Μπουγιούκντερέ είχε και στο Γενή Μαχαλέ, και στο Μπεϊκοζ, στο Τσενγκιελκιοϊ και αλλού στα Ανατολικά παράλια, στο Νιχώρι, στην Στένη και πιό μακριά. Είχε και μικρότερα σπιτάκια ακόμα και μέσα σε βράχους που έτρεχε νεράκι μέσα…
Λουστρινένια παπουτσάκια με μπαρέτα και άσπρα καλτσάκια μέχρι κάτω από το γόνατο με φουντίτσες στο πλάί με την γιαγιά μου να με κρατά από το χέρι για να περάσουμε αντίκρυ. Στο άλλο χέρι, ένα ματσάκι από μερικές μικρές μαργαρίτες που τις μάζευα καθ’ οδόν. Βιαστικά για να προλάβουμε, μήπως χάσουμε την καμπάνα. Θα μπαίναμε στην Εκκλησία, μετά το κερί και το ψιθυριστό <καλημέρα σας> στους πάντοτε παρόντες επιτρόπους, > θα βάδιζε η γιαγιά στο στασίδι της στο δεξιό κλίτος και εγώ από πίσω.
Η θεία μου θα ήταν ήδη εκεί, η μαμά μου θα ερχόταν λίγο αργότερα και μετά τα δικά της καλημερίσματα θα πήγαινε στο δικό της στασίδι, στο αριστερό κλίτος, πίσω από τον Αμβωνα, απέναντι από τον Δεσποτικό Θρόνο και εγώ τότε θα άλλαζα θέση και η επίβλεψη της γιαγιάς έπαιρνε τέλος για να παραλάβει τις ευθύνες της η μητέρα. Τα στασίδια τους ήταν σχεδόν απέναντι το ένα από το άλλο, θα ήταν πολύ πιό εύκολο να διασχίσω τον κυρίως Ναό και να πάω πιό σύντομα. Αλλά δεν ήταν κάτι που θα το επέτρεπαν οι οδηγίες που λάμβανα πριν ακόμα ξεκινήσουμε. Ετσι, με χτυποκάρδι που ακόμα είναι ριζωμένο στην καρδιά μου, έκανα μεταβολή προς τα πίσω περνώντας από τις ράχες των θείων μου και τον κυρίων τάδε και δείνα οι οποίοι, καθώς και οι περισσότεροι άνδρες, στεκόταν πάντα στην πλευρά που ήταν η Εικόνα του Χριστού. Προσπερνώντας μερικά μανουάλια για πατήσω το σανίδι που στεκόταν η μαμά μου, το χάϊδεμα του βλέμματος της και η κίνηση της κεφαλής της γιαγιάς μου από μακριά, το τρυφερό βλέμμα της θείας μου, ήταν η αναγνώριση και του σιωπηλού επαίνου.
Φέρνοντας στον νου μου την αλλιώτικη Κυριακή που λέγαμε, με βλέπω, να παραδίδω τον μικρό μου θησαυρό, τις μαργαρίτες, στον καντηλανάφτη για να τις τοποθετήσει μαζί με τα άλλα άνθη πάνω στον δίσκο με τα τρια κεριά και τον Σταυρό στην μέση. Ηταν η Γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως.
Φωτογραφίες και ζωγραφιές αποτυπωμένες, εκτυπωμένες, ευλαβικά αποθηκευμένες, πιθανόν ωραιοποιημένες και ζουν στο πλαίσιο που λέγεται τότε.
Το ατομικό, στον μικρόκοσμο μου, <τότε>, με τις δικές μου αγριομαργαρίτες στην δική μου Πόλη, στον δικό μου Βόσπορο, στο δικό μου λιμάνι, στα ταπεινά στασίδια της Αγίας Παρασκευής, δεν σβήνεται με μια μονοκοντυλιά ούτε και με πολλές.
Νίκη
Της Σταυροπροσκυνήσεως 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία
Σχόλια Facebook