Μέση Ανατολή – Λίβανος: «Προοίμιο ισραηλινής χερσαίας εισβολής η ανατίναξη της γέφυρας Κασμίγια»

Οι Φρουροί της Επανάστασης απειλούν να κλείσουν εντελώς τα Στενά του Ορμούζ.
Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, καταδίκασε τα ισραηλινά πλήγματα στη χώρα του, λέγοντας ότι «οι επιθέσεις σε στρατηγικές υποδομές και εγκαταστάσεις στο νότιο Λίβανο, ιδιαίτερα στη γέφυρα Κασμίγια πάνω από τον ποταμό Λιτάνι αποτελούν προοίμιο μιας χερσαίας εισβολής».
Ο ίδιος ισχυρίστηκε επίσης ότι «η επίθεση στις γέφυρες του ποταμού Λιτάνι, μιας ζωτικής σημασίας υποδομής για τους πολίτες, αποτελεί μια προσπάθεια διακοπής της γεωγραφικής σύνδεσης μεταξύ του νότιου Λιβάνου με την υπόλοιπη χώρα. Αυτό αποτελεί μέρος ενός σχεδίου για τη δημιουργία μιας ζώνης ασφαλείας, την εδραίωση της κατοχής και την προώθηση της ισραηλινής επέκτασης στο λιβανέζικο έδαφος».
Η ισραηλινή αστυνομία επιτέθηκε σε ομάδα δημοσιογράφων έξω από την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ το βράδυ της περασμένης Τρίτης, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί για να καλύψουν τις προσευχές των μουσουλμάνων για το τέλος του Ραμαζανιού.
Μουσουλμάνοι πιστοί, στους οποίους απαγορεύτηκε να προσευχηθούν στο τζαμί Αλ-Άκσα λόγω περιορισμών εν καιρώ πολέμου, οδηγήθηκαν από την αστυνομία σε ένα σημείο κοντά στα τείχη της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ, όμως στη συνέχεια τους πέταξαν χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και προχώρησαν σε συλλήψεις, ενώ δημοσιογράφοι κατήγγειλαν ότι αστυνομικοί προκάλεσαν ζημιές στον φωτογραφικό τους εξοπλισμό και κατάσχεσαν κάρτες μνήμης. Μια δημοσιογράφος του CNN υπέστη κάταγμα στο καρπό και χρειάστηκε να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες σε κοντινό νοσοκομείο.
Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και δύο δημοσιογράφοι, ενώ συνάδελφοί τους κατέγραφαν το περιστατικό.
Σε ανακοίνωσή της, η αστυνομία κατηγόρησε τους δημοσιογράφους που βρίσκονταν στο σημείο ότι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις εντολές, ισχυριζόμενη ότι συμμετείχαν στις ταραχές και συνέχισε αναφέροντας ότι «μόνο αφού συνελήφθησαν αυτοπροσδιορίστηκαν ως δημοσιογράφοι και αφέθηκαν ελεύθεροι».
Η Ένωση Δημοσιογράφων στο Ισραήλ χαρακτήρισε την ανακοίνωση της αστυνομίας ως «ανακριβή ως προς τα γεγονότα» και κάλεσε τον αστυνομικό επίτροπο να θέσει αμέσως σε διαθεσιμότητα τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς και να ξεκινήσει εσωτερική έρευνα.
Ο Νιρ Γκοντάρζ, μέλος του Ένωσης, που ασχολείται με θέματα βίας κατά δημοσιογράφων, δήλωσε ότι η αστυνομία στόχευσε σκόπιμα τους δημοσιογράφους, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι βρίσκονταν στο σημείο.
Η Ένωση Ξένου Τύπου (FPA) καταδίκασε επίσης την «απρόκλητη επίθεση» εναντίον δημοσιογράφων. «Η FPA καλεί την Ισραηλινή Αστυνομία να λάβει άμεσα μέτρα κατά των αστυνομικών που εμπλέκονται σε αυτήν την απρόκλητη επίθεση και να ενεργήσει στο μέλλον για να διαφυλάξει την ελευθερία του Τύπου, αντί να την καταπατά», ανέφερε η οργάνωση.
Από την πλευρά του, το CNN εξέδωσε την ακόλουθη δήλωση: «Το βράδυ της Τρίτης, μία παραγωγός του CNN ήταν ανάμεσα σε ομάδα δημοσιογράφων που κάλυπταν μουσουλμάνους πιστούς που προσεύχονταν έξω από την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού. Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο σημείο διέλυσαν βίαια το πλήθος, στο οποίο περιλαμβάνονταν πολλοί δημοσιογράφοι. Κατά τη διάρκεια αυτού του περιστατικού, ένας αστυνομικός άρπαξε την παραγωγό μας προκαλώντας κάταγμα στον καρπό που απαιτούσε νοσοκομειακή περίθαλψη. Απαιτούμε εξηγήσεις και λογοδοσία για αυτήν την απρόκλητη επίθεση και παραπέμπουμε το θέμα στις αρμόδιες αρχές. Ως δημοσιογράφοι, τηρούμε τους κανονισμούς της Διοίκησης Εσωτερικού Μετώπου σε καιρό πολέμου, αλλά αυτοί οι κανονισμοί δεν επιτρέπουν σε καμία περίπτωση στους αστυνομικούς να επιτίθενται σε δημοσιογράφους».
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ισχυρίστηκε ότι η Ουάσινγκτον μπορεί άνετα να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο κατά του Ιράν και δεν θα χρειαστεί να αυξήσει τους φόρους για να το κάνει.
Μιλώντας στην εκπομπή «Meet the Press» του δικτύου ενημέρωσης NBC News, ο Μπέσεντ δήλωσε ότι «έχουμε άφθονα χρήματα για να χρηματοδοτήσουμε αυτόν τον πόλεμο», προσθέτοντας ότι ένα συμπληρωματικό κονδύλι που ζήτησε το αμερικανικό Πεντάγωνο, ύψους 200 δισεκατομμυρλιων δολαρίων, αφορά τις μελλοντικές δυνατότητες των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων.
«Ο πρόεδρος Τραμπ έχει ενισχύσει τον στρατό, όπως έκανε στην πρώτη του θητεία, όπως κάνει τώρα στη δεύτερη θητεία του, και θέλει να βεβαιωθεί ότι ο στρατός θα είναι καλά εφοδιασμένος στο μέλλον», δήλωσε ο Μπέσεντ.
Αυτό το αίτημα συμπληρωματικής χρηματοδότησης αντιμετωπίζει έντονη αντίθεση στο Κογκρέσο, με τους Δημοκρατικούς, ακόμη και ορισμένους Ρεπουμπλικάνους, να αμφισβητούν την ανάγκη μετά τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες που εγκρίθηκαν το 2025.
Από: newsit.gr








Σχόλια Facebook