Παιδικές θύμισες από την Λαμπρή στην μεταπολεμική Ελλάδα

Ο Δρ. Γεώργιος Μελικόκης. Φωτογραφία: https://www.neomagazine.com
Γράφει ο Γιώργος Μελικόκης *
Σημείο αναφοράς και σύγκρισης με το σήμερα από αυτά που μούρχονται στο νου στα 1946-48. Κάθε εποχή είχε τις χάρες της κι ας ήταν χρόνια «ισχνών αγελάδων». Καλά ήταν τα Χριστούγεννα με τις γουρουνοχαρές, κι ας μην είχαμε γουρούνι, είχαν άλλοι για μας, η Λαμπρή όμως ήταν άλλο πράμα. Δεν γελούσαν και χαίρονταν τα παιδιά που είχαν στις τσέπες κόκκινα αυγά κι άλλα καλούδια, αλλά και οι κοπελιές που θα χόρευαν στο χοροστάσι μετά τη λειτουργία της αγάπης, γέροι και νέοι κοινωνοί της αναγέννησης με τον ερχομό της Άνοιξης και την Ανάσταση της ζωής με τον ερχομό του Πάσχα.
Μαύρη γη ζητούσε ο κόσμος. «Να μαυρίσει ο τόπος έλεγαν κι εννοούσαν να φύγουν τα χιόνια, να φάμε κάνα λάχανο κι να βγουν τα ζωντανά μήπως έφερναν καμιά χλιαριά γάλα». Απαρχή για τη Λαμπρή οι αποκριές και μη φανταστείς τα σημερινά γλέντια, εσπερίδες και χοροεσπεριδες, το τωρινό ξεφάντωμα.
Μια πίτα με κλουτσουτύρι και λιγάκι βούτυρου αν υπήρχε παλιό ή φρέσκο από κάνα δυο πρώιμες γίδες ή καμία λαχανόπιτα που το λάδι ριχνόταν με το αδράχτι κι αν καμιά φορά –σπάνια βέβαια – άθελά της η μάνα μου «Θεός σχωρέστην» γύρναγε το μπουκάλι κι έπεφτε μπόλικο λάδι έλεγε «αχ! μαγκφιά σ’ έρξα μουλ τν’ ουλότ’».
Το κρέας λιγοστό αν όχι σπάνιο γι’ αυτό και λέγανε αστειευόμενοι «κρηάς του ξτού, κρηάς τ’ Λαμπρή, κρηάς στου παγγύρ’ κι πότι-πότι τς απουκρές θα πάθουμι τίπουτα». Κανένας όμως δεν παραπονιόταν, δε δυσανασχετούσε ήταν πράματα του Θεού.
Μετά τις αποκριές αρχίζαμε τις προετοιμασίες για το Πάσχα, νηστεία και προσευχή, ο καιρός ζέσταινε, ο τόπος πρασίνιζε και οι γυναίκες, καμιά φορά και άντρες στην εξοχή για λάχανα για λαχανόπιτες και βραστά ένα καλοδεχούμενο έδεσμα. Κι’ ταν αντάμωναν να απαριθμούv την ποικιλία των λαχανικών όπως, αγριοράδικα, ζόχια, πικραλύθρες, κουντουτσίπις, παπαδιές, γλυκαδάκια και τσουκνίδες στις νεροσυρμές και φαγητό και φάρμακο.
Εκείνο που πραγματικά μας χαροποιούσε ο ερχομός της Λαμπρής ήταν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας κάθε Παρασκευή -οι αγρυπνίες όπως τις έλεγαν. Μέγα πέλαγος ονομάζει η υμνογραφία τη Μεγάλη Σαρακοστή, μελωδίες και άσματα, άσματα αφιερωμένα «στης ψυχής μας το άλγος». Ψυχή μου, Ψυχή μου ανάστα τι καθεύδεις;…Όλο το χωριό στην εκκλησιά απλοντυμένος όπως γύρισε απ’ το χωράφι ή απ’ τα ζωντανά, να τινάξει τις λάσπες από πάνω του και να τραβήξει για την εκκλησιά μόλις χτυπήσει η καμπάνα, με την κούραση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους αλλά με τλαχτάρα να ακούσουν τα λόγια του Χριστού που αν και δεν καταλαβαίναμε τι εννοούν για όλους εμάς μκρούς και μεγάλους μιλούσαν για αγάπη και ειρήνη. Μεσ’ στο μισοσκόταδο της εκκλησιάς και το τρεμόσβυμα των λίγων καντηλιών ζωντάνευαν οι μορφές των Αγίων στις εικόνες και φτάναμε πιο κοντά στο Θεό.
Οι μεγάλες προετοιμασίες όμως άρχιζαν με τον ερχομό του Λαζάρου, να πάμε να τραγουδήσουμε τον Λάζαρο που σηκώθηκε απ’ τον τάφο. Πρόβες, μέρες όλα τα δασκαλούδια πριν και σχέδια για τη μοιρασιά, τα μικρά τραγουδούσαν με τις μάνες ή τις γιαγιές λέγοντας «Ήρθε ο Λάζαρος βαβά του κοφινάκι μ’ θέλ’ αυγά, οι τσεπούλες κουκουσούλες τα χεράκια πηνταρούλες» και την άλλη εβδομάδα τραγούδι για τα πάθη του χριστού. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα…»
Όλη τη Μεγάλη Βδομάδα να καθαρίσουν και να κουμανταρίσουν όλα μέσα κι έξω απ’ το σπίτι και το βράδυ στην εκκλησιά. Δεν υπήρχε φως θεοσκότεινα, αλλά φτιάχναμε τις ρετσιναργιές-κουρέλια βουτηγμένα και ποτισμένα με ρετσίνι άστραφτε ο τόπος όπως μαζεύονταν οι χωριανοί για την εκκλησιά πιο πολύ στο γυρισμό.
Άγνωστες οι λαμπάδες κάναμε κεριά με κερί κίτρινο σα λίρα γι’ αυτούς που είχαν και με κηρήθρα για τους παρακατιανούς και για να μην το σπάμε το κάναμε κουλουρήθρα και το ξετυλίγαμε λίγο λίγο όπως καιγόταν.
Την Μεγάλη Τρίτη το τροπάριο της Κασσιανής, τώρα που το σκέφτομαι από αλλη σκοπιά καταλαβαίνω τι εννοούσαν- πίστευαν και πιστεύουν ακόμη μερικοί- ότι αμαρτωλή ήταν η Κασσιανή και όχι η υμνογράφος γι’ αυτό έλεγαν για να ρίξουν μομφή σε κάποια «είναι αυτή μια Κασσιανή δεν την ξέρειςς εσύ».
Από τη Μεγάλη Πέμπτη άρχιζε το μάζεμα λουλουδιών για τον Επιτάφιο, λουλούδια από όλα τα καρποφόρα δέντρα μα πιο πολύ τα δακράκια αν ήταν όψιμη η λαμπρή και ο καιρός ζεστός και τα ίτσια για να στολίσουν το σταυρό.
Μετά τη Σταύρωση «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», ο Επιτάφιος το άλλο βράδυ κι όταν πηγαίναμε να μπούμε μέσα ο Κουμπουρουνίκος ήταν που θα άνοιγε την πόρτα όταν ο παπάς έλεγε « Άρατε πύλαι του άδου ίνα εισέλθει ο Βασιλεύς της δόξης» κι όπως τ’ ακούγαμε με τη ψαλμωδία εφτανε στ’ αυτιά μας «Άρατα Πήρατα» κι έτσι είναι μέχρι σήμερα για τους γεροντότερους έτσι κι αλλοιώς δεν ξέραμε τi σημαίνει.
Χαρά για την Ανάσταση που γινόταν τα ξημερώματα, όχι τα μεσάνυχτα όπως τώρα. Έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς για να ξυπνήσουμε με το άκουσμα της καμπάνας και να ετοιμαστούμε για την Ανάσταση, κι η μάναμου να λέει, «άιντι μαρί τσούπις αναγκάστει θα βγάλ’ ν’ Ανάστασ’ ου παπάς». Όλο το χωριό ανάστατο ο ένας να φουνάζει το γείτονα να πάνε μαζί κι αν είχε και καμιά ρετσιναριά ακόμα καλύτηρα.
Άγια η στιγμή που ο παπας θα έλεγε το «Δεύτε λάβετε φως» και μετα να αρχίσει το Χριστός Ανέστη, που όλοι μαζί επαναλάβαιναν με την εξείς διαφορά «και τοις εν τοις μνήμασι» έλεγαν «κέντοις – κέντοις μνήμασι» αφουγράσου κι ίσως τ’ ακούσεις και σήμερα.
Γλυκοχάραμα γυρνούσαμε στο σπίτι για το πρωινό να τσουγκρίσουμε και να φαμε κανένα κόκκινο αυγό.
Ο οβελίας δεν υπήρχε ούτε στο λεξιλόγιο κάνα κομμάτι κρέας αν προλαβαίναμε να δηλώσουμε στον Νώντα ή στον Τσιατσιόγιαννο, αλλοιώς όπως όπως. Αλλά η χαρά μας ήταν μεγάλη το απόγευμα στη λειτουργία της αγάπης γιατί περιμέναμε τα φωτίκια από τη νουνά όμορφη κουλούρα με κόκκινο αυγό και για μένα η νουνά μου η Κουτσουνικόλενα πάντα μια μεγάλη καλοψημένη καθαρια κουλούρα.
Κι απ’ αυτή τη πίστη την πρωτόγνωρη είναι γεμάτη η εκκλησιά μας. Έχει ξεχειλίσει στους δρόμους, στα σπίτια, στα χωράφια στα βουνά. Παντού «Χριστός Ανέστη» κι αυτή η καλημέρα και για σαράντα μέρες γινόταν «Χριστός Ανέστη».
«Αληθώς Ανέστη».
Καλή Ανάσταση και Καλή Πασχαλιά!
- Ο Γιώργος Μελικόκης είναι παιδαγωγός. Πηγή: anamniseis.net








Σχόλια Facebook