Μ. Παρασκευή – «Η ζωή εν τάφω»

Την κορύφωση του Θείου Δράματος βιώνουν εκατομμύρια Ορθοδόξων χριστιανών ανά τον κόσμο. Ο Ιησούς Χριστός οδηγείται στο σταυρό. Οι πιστοί θρηνούν. Ο Χριστός αποκαθηλώνεται και τοποθετείται στον Επιτάφιο.

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η πένθιμη ημέρα της χριστιανοσύνης, λόγω της σταύρωσης του Χριστού. Για αυτό το λόγο η Εκκλησία έχει ορίσει την ημέρα αυτή ως αυστηρής νηστείας και απαγορεύεται η κατάποση του λαδιού.

Όλη την ημέρα οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα σε όλη την Ελλάδα και παραδοσιακά απαγορεύεται πάσα εργασία.

Σήμερα το πρωί γίνεται ο στολισμός του Επιταφίου. Αρχικά ψάλλονται οι Μεγάλες Ωρες, που περιέχουν ψαλμούς, τροπάρια, Αποστόλους, Ευαγγέλια και Ευχές. Στη συνέχεια ψάλλεται ο Εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής και γίνεται η Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου. Ακολούθως, τοποθετείται στο Ιερό Κουβούκλιο ένα ύφασμα πάνω στο οποίο έχει κεντηθεί ή ζωγραφιστεί ο Κύριος, νεκρός. Το ύφασμα αυτό λέγεται Επιτάφιος.

Σήμερα το απόγευμα θα ψαλεί σε όλες τις εκκλησίες ο όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου. Η εκκλησία έχει αποδώσει σε ύμνους εξαιρετικής αισθητικής την ταφή του Χριστού και τον θρήνο της Παναγίας.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ψάλλονται σε τρεις στάσεις (μέρη) τα λεγόμενα Εγκώμια, μικρά τροπάρια πολύ αγαπητά στο λαό, αγνώστου ποιητή. Τα πιο γνωστά:

«Η ζωή εν τάφω…» «Άξιον εστί μεγαλύνειν…» «Αι γενεαί πάσαι…» «Ω γλυκύ μου Έαρ…»

Στη συνέχεια γίνεται η Περιφορά του Επιταφίου, εκτός του ναού και στα όρια της Ενορίας.

Οι πόνοι της Παναγιάς, το συγκλονιστικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη

Οι πόνοι της Παναγιάς, το συγκλονιστικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη, απηχεί απόλυτα το κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας και τον τρόπο που το θρησκειολογικό ύφος αλλάζει και μας οδηγεί σταδιακά στην κορύφωση του Θείου δράματος.

Το θαυμάσιο ποίημα εκδόθηκε το 1927 και αναπαριστά τον πόνο και τις σκέψεις της Παναγίας, που συναισθάνεται πως το παιδί της θα σταυρωθεί με μαρτυρικό τρόπο και θα περάσει δεινά και κακουχίες στα χέρια των ανθρώπων. Η αγωνία της αποτυπώνεται στον σπαρακτικό στίχο “Που να σε κρύψω, γιόκα μου” και μελοποιήθηκε από τον Λουκά Θάνο, για να το πρωτοτραγουδησει με τη λυρική του φωνή ο Νίκος Ξυλούρης.

Από τους πλέον εμβληματικούς στίχους του Βάρναλη το “Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το Φως να το σηκώσουν” που υπάρχει στο ποίημα, το οποίο συμπεριελήφθη στην συλλογή “Σκλάβοι Πολιορκημένοι”.

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς, τ’ άδικο να φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

( e-neaionia.gr)

Επιμέλεια: Χρήστος Μαλασπίνας