Ο ρόλος της Εκκλησίας στην Αμερική-Με αφορμή την 41η Κληρικολαϊκή

Με αφορμή την 41η Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες στην πόλη Φοίνιξ της Αριζόνας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου, αναδημοσιεύουμε το Κεφάλαιο επτά, του βιβλίου του πρώην εκδότη-διευθυντή του «Εθνικού Κήρυκος» αείμνηστου Μπάμπη Μαρκέτου από τη Σειρά: Ιστορία της ελληνικής διασποράς και μετανάστευσης: Τεκμήρια, Μαρτυρίες, Μελέτες – Πάντειο Πανεπιστήμιο και γενικό τίτλο « Οι Ελληνοαμερικανοί- Ιστορία του Απόδημου Ελληνισμού των Η.Π.Α.», Εκδόσεις Παπαζήση 2006, Επιμέλεια –Εισαγωγή – Σχολιασμός Γιούλα Κουτσοπανάγου– Στέφανος Παπαγεωργίου.

Στο Πρώτο μέρος που δημοσιεύσαμε χθες https://panhellenicpost.com/archives/12562 είδαμε το ρόλο της Εκκλησίας στην Αποδημία αλλά και τις προσπάθειες των ορθοδόξων Χριστιανών να βάλουν τα θεμέλια της αναγνώρισης της Εκκλησίας τους στην Αμερική.

Μέρος Δεύτερο

 Η Εκκλησία εμπλέκεται στον Διχασμό

 Πριν καλά-καλά προλάβη να ξεπεράση τις πρώτες γενεσιουργές, αδυναμίες του ο ελληνορθόδοξος κλήρος της Αμερικής, έφτασαν από την Ελλάδα οι πρώτοι απόηχοι του διχασμού Βενιζελικών και Κωνσταντινικών. Ο κλήρος, αντί να σταθή πάνω και πέρα από την διαλυτική διαμάχη, έγινε ουσιαστικά σημαιοφόρος του διχασμού. Δεν είναι, βέβαια, αποκλειστική η ευθύνη του κλήρου. Τις πιο πολλές φορές, οι ιερείς πήραν θέσι πάνω στο πολιτικό θέμα για να ανταποκριθούν στις πιέσεις των ισχυρών παρα­γόντων της κοινότητος, από των οποίων την εύνοια εξηρτάτο η παραμονή του ιερέως. Ας μη λησμονούμε, οτι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε Αρχιεπισκοπή, δεν υπήρχε κεντρικό όργανο. Κάθε κοινότης ήταν ουσιαστικά χωριστό καπετανάτο. Υπήρχε μόνο μια τυπική εξάρτησις από την εκκλησία της Ελλάδος. Θα πρέπει επίσης να τονισθή, ότι η πολιτικοποίησις του κλήρου κατά την περίοδο του διχασμού ήταν, κατά κάποιο τρόπο, μια εκτρωματική προέκτασι του εθνικού ρόλου που έπαιξε ο εν Αμερική κλήρος κατά την διάρκεια τών Βαλκανικών Πολέμων (1912–1913), όταν τα πύρινα κηρύγματα τών κληρικών από τον άμβωνα εδονούσαν τις καρδιές των νέων μεταναστών, που έφευγαν εθελοντικά για  να  πάνε  να  πολεμήσουν  κάτω  από  την γαλανόλευκο   στην   Μακεδονία,  την   Θράκη,   την   Ήπειρο.

Άλλωστε, ο κλήρος της Αμερικής, στην ανάμιξί του στον εθνικό διχασμό απλώς ακολούθησε το παράδειγμα του κλήρου της Ελλάδος, που, σε μια από τις σκοτεινότερες στιγμές της Ορθοδοξίας, έφθασε στο σημείο να αναθεματίση σε δημόσια τελετή με συμμετοχή της Ιεραρχίας τον Ελευθέριο Βενιζέλο.[1]

Η μεταφορά του διχασμού στους κόλπους της Ομογενείας είχε και μια θετική επίπτωσι, που αργότερα θα απέ­διδε μεστούς καρπούς. Οι αντιφρονούντες με την πλειο­ψηφία –αλλού βενιζελική, αλλού μοναρχική– έκοβαν τους δεσμούς τους με την κοινότητα και από πείσμα ίδρυαν δική τους κοινότητα με ιερέα που είχε τα ίδια πολιτικά φρονήματα. Ό Άγιος Ελευθέριος και ο Άγιος Κωνσταν­τίνος της Νέας Υόρκης είναι δυο κοινότητες που, αρχικά τουλάχιστον, ήσαν περισσότερο αφιερωμένες στον Βενι­ζέλο και τον Κωνσταντίνο αντίστοιχα παρά στους αγίους που υποτίθεται οτι ετιμούσαν. Μεταξύ 1914 και 1918, σε μια πενταετία, ιδρύθηκαν εξήντα περίπου νέες κοινότητες, και απ’ αυτές οι είκοσι ιδρύθηκαν το 1917, και οι δεκα­τρείς το 1918, ενα ρεκόρ πενταετίας που δεν επρόκειτο να επαναληφθή. Οι περισσότερες από τις κοινότητες αυτές επέζησαν και εξακολουθούν και σήμερα να ανθούν, χωρίς βέβαια τα τωρινά τους μέλη να διατηρούν ανάμνησι των πολιτικών παθών που ωδήγησαν αρχικά στην ίδρυσί τους.

 Ανάγκη για κεντρική εκκλησιαστική εξουσία

 Η πρώτη προσπάθεια για να μπη κάποια τάξι στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Αμερικής, έγινε το 1918 με την άφιξι του τότε μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη. Ύστερα από σύντομη παραμονή στις Η.Π.Α., ο Μελέτιος επέστρεψε στην Ελλάδα αφήνοντας στην Αμερική ως τοποτηρητή τον επίσκοπο Ροδοστόλου Αλέξαν­δρο. Αλλά το έργο του Αλεξάνδρου, οποίες κι’ αν ήσαν οι ικανότητες ή οι προθέσεις του, δεν επρόκειτο να είναι εύκολο. Τόσο ο Μελέτιος όσο και ο Αλέξανδρος, άνηκαν στην βενιζελική παράταξι και, συνεπώς, ήσαν εκ προοιμίου απαράδεκτοι για την πλευρά των φιλομοναρχικών.

Με την ήττα του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 και την επιστροφή του Κωνσταντίνου –και την απομάκρυνσι του Μεταξάκη από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Ελλάδος–  ο Αλέξανδρος προσεπάθησε να απαγκιστρωθή από την εξάρτησι της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είχε τώρα φιλομοναρχικό αρχιεπίσκοπο –τον Θεόκλητο–, με το επιχείρημα οτι ανεγνώριζε την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Την θέσι αύτη του Αλεξάνδρου υπεστήριξε και ο Μεταξάκης, ο όποιος ήρθε για δεύτερη φορά στην Αμερική με δική του προσωπική πρωτοβουλία. Για αντιπερισπασμό, η Σύνοδος της Ελλάδος έστειλε τον μητροπολίτη Γερμανό, με απο­τέλεσμα να επισημοποιηθή στά ανώτατα πλέον επίπεδα ο διχασμός των εν Αμερική κοινοτήτων.

Η εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη στον πατριαρχικό θρόνο, εσήμανε μια ακόμη ιστορική καμπή στην ανώμαλη ανέλιξι των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων μας. Κατά την σύντομη ποιμαντορία του, ο πατριάρχης Μελέτιος επανέφερε το 1922 τις ελληνορθόδοξες κοινότητες Αμερικής κάτω από την δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου και εξακολουθούν να παραμένουν. Παράλληλα, τον Αύγουστο του 1922, ο επίσκοπος Αλέξανδρος συνεκάλεσε κληρικολαϊκό Συνέδριο το οποίο και συνέταξε Σχέδιο Καταστατικού Χάρτου της εν Αμερική ορθοδόξου Εκκλησίας, το όποιο και υπέβαλε στο Πατριαρχείο. Ο πατριάρ­χης το ενέκρινε χωρίς να επιφέρη αλλαγές. Για αντιπερισπασμό, ο μητροπολίτης Γερμανός επεχείρησε να ιδρύση Αυτοκέφαλο Εκκλησία, αλλά η προσπάθεια του τελικά κατέρρευσε.

 

                                                             Ο Μπάμπης Μαρκέτος με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Οι φιλοβασιλικοί δεν εγκατέλειψαν, βέβαια, τον αγώνα τους. Το 1923, ο επίσκοπος Βασίλειος, που είχε τοποθετηθή μητροπολίτης Χαλδαίας, αρνήθηκε να μεταβή στην έδρα του. Αντ’  αυτού, ήλθε στην Αμερική για να οργά­νωση αυτοκέφαλο Εκκλησία με την συνεργασία των φιλοβασιλικών. Και αυτή η προσπάθεια δεν απέδωσε, αλλά η περίοδος της ανωμαλίας εξακολούθησε χωρίς ανάπαυλα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Τον Μάιο του 1930, ήλθε ως απεσταλμένος του Πατριαρχείου, ο μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός. Πανύψη­λος, επιβλητικός, ένας ρασοφόρος πολιτικός και διπλωμά­της ολκής –που χρόνια αργότερα, το 1944, σε μια κρίσιμη ιστορική στιγμή στην Ελλάδα θα ανελάμβανε αντιβασιλεύς– ο Δαμασκηνός ήλθε εφωδιασμένος με έγγραφα που επισημοποιούσαν την συμπαράστασι του Πατριαρχείου και της εκκλησίας της Ελλάδος.[2]

Μπροστά στον κίνδυνο να δημιουργηθή μια νέα εντελώς κατάστασις, ο Αλέξανδρος και ο Βασίλειος ελησμόνησαν ταχύτατα τις προσωπικές διενέξεις  και συνέπηξαν κοινό μέτωπο για να τορπιλλίσουν την αποστολή του Δαμασκηνού. Στην κρίσιμη εκείνη ώρα, εφάνηκε πόση επιρ­ροή ασκούσαν οι ελληνόφωνες εφημερίδες και ιδίως οι δύο ημερήσιες, η Ατλαντίς και ο Εθνικός Κήρυξ.

Σε μια ιστορική συνάντησι του τότε έλληνος πρεσβευτού στην Ουάσιγκτων Χ. Σιμοπούλου με τον ιδρυτή του Εθνικού Κήρυκος Πέτρο Τατάνη και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδος Δημήτριο Καλλίμαχο, ουσιαστικά εκρίθηκε η τύχη της αποστολής του Δαμασκηνού. Παρά την βενιζελική του τοποθέτησι, ο Εθνικός Κήρυξ ετάχθη ανεπιφύ­λακτα με το μέρος του Δαμασκηνού. Έπρεπε να δοθή τέρμα στην διαλυτική κληρονομιά του διχασμού. Ανάλογη θέσι επήρε και η φιλοβασιλική Ατλαντίς. Παλλαϊκές συγκεν­τρώσεις, ψηφίσματα οργανώσεων, επιστολές αναγνωστών, τα πύρινα άρθρα του Δημ. Καλλίμαχου, εκθέσεις προς το Πατριαρχείο, τελικά ωδήγησαν στην λήψι αποφασιστικών μέ­τρων. Στις 19 Ιουνίου 1930, το Πατριαρχείο αφήρεσε από τον αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο καθε εξουσία και δυο μήνες αργότερα, στίς 14 Αυγούστου, ανεκήρυξε τον μητροπολίτη Κερκύρας Αθηναγόρα αρχιεπίσκοπο Αμερικής.

 Ο Αθηναγόρας

 Ήταν σπαρμένα με πολλά αγκάθια τα πρώτα χρόνια της ποιμαντορίας του Αθηναγόρα. Η οικονομική κρίσις είχε πλήξει σκληρά τις κοινότητες, με αποτέλεσμα να κλείσουν προσωρινά πολλοί ναοί. Η προσπάθεια του Αθηνα­γόρα να ενίσχυση το κύρος της Αρχιεπισκοπής τερματίζοντας την κατάτμησι και τον φατριασμό των κοινοτήτων, συνήντησε στην αρχή την πείσμονα και μυωπική αντίδρασι πολλών που είχαν εθισθή επί δυο δεκαετίες στην ασυνάρ­τητη πολυαρχία του παρελθόντος. Ο θόρυβος, βέ6αια, για την συγκεντρωτική πολιτική του Αθηναγόρα ήταν μάλλον υπερβολικός, όταν σκεφθή κανείς ότι η Αρχιεπισκοπή δεν είχε καν την δύναμι να επιβάλη ούτε ενός δολλαρίου τον χρόνο τακτική εισφορά, και αναγκαζόταν να εξαρτάται από τις εθελοντικές συνεισφορές των πιστών. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 1942, το ετήσιο εισόδημα της Αρχι­επισκοπής ανήρχετο στο ηγεμονικό(!) ποσόν των 41.000 δολλαρίων. Και μετά την εισαγωγή του θεσμού του ενός δολλαρίου (μονοδολλάριο) το 1943, τα έσοδα της Αρχι­επισκοπής παρέμειναν μάλλον πενιχρά. Το 1944 ήσαν 62.657, το 1945, 92.000, το 1948, 100.320, και το 1950, 82.000.

Παρ’ όλους τους περιωρισμένους πόρους της Αρχιεπισκοπής, ο Αθηναγόρας επετέλεσε αξιόλογο έργο. Όταν εξελέγη πατριάρχης το 1948, και έφυγε με το προσωπικό αεροπλάνο του προέδρου Τρούμαν για το Φανάρι, η Αρχιεπισκοπή είχε κάτω από την δικαιοδοσία της τριακόσιες και πλέον κοινότητες, με πολυάριθμους επιβλητικούς ναούς.

Ο Μπάμπης Μαρκέτος με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα

Το σπουδαιότερο, οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες που τόσο είχαν ταλανίσει τις ελληνορθόδοξες κοινότητες επί δυό δεκαετίες, αποτελούσαν τώρα μια μακρυνή, ξεθωριασμένη, δυσάρεστη ανάμνησι. Βγαλμένη μέσα από τα σπλάγ­χνα της πρώτης γενεάς των μεταναστών, προχωρούσε με σταθερά βήματα η δεύτερη και τρίτη γενεά, γέννημα και θρέμμα της Αμερικής, νέοι και νέες με ελληνική καταγωγή, αλλά ταυτόχρονα ένας καινούργιος κόσμος ποτι­σμένος με την αμερικανική κουλτούρα, βασικά αγγλόφω­νος, με νέες απαιτήσεις και νέα προβλήματα, που εκαλούσε την ορθόδοξη Εκκλησία να πάρη θέσι και να δια­μόρφωση λύσεις. Ήδη, ο Αθηναγόρας με την κρυστάλλινη διορατικότητα που πάντοτε τον διέκρινε, είχε διαγνώσει την ανάγκη να δημιουργηθή γηγενής κλήρος, ιερείς γεν­νημένοι στην Αμερική, που να έχουν κοινές πολιτιστικές εμπειρίες με το ορθόδοξο πλήρωμα των κοινοτήτων τους, έτοιμοι να πάρουν στά χέρια τους τον πυρσό της Ορθοδο­ξίας, όταν αναπόφευκτα η ηγεσία των κοινοτήτων θα περνούσε από τα χέρια των πρώτων μεταναστών στους εκπροσώπους της δεύτερης και της τρίτης γενεάς. Το 1937, με την οικονομική ενίσχυσι Ελληνοαμερικανών που είχαν επι­τύχει στον επιχειρηματικό τομέα, ο Αθηναγόρας ίδρυσε, στην πόλι Πόμφρετ (Pomfret) της Κοννέκτικατ την Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, που δέκα χρόνια αργότερα μεταφέρ­θηκε στην σημερινή της έδρα στο Μπρούκλιν (Brookline) της Μασσαχουσέττης.

                                               Ο Μπάμπης Μαρκέτος με τον Ομοσπονδιακό Γερουσιαστή κ. Πολ Σαρμπάνη.

Παράλληλα, ο Αθηναγόρας έστρεψε την προσοχή του προς την διατήρησι και διαιώνισι της ελληνικής γλώσσας     –γιατί, όπως θα έλεγε αργότερα, “μιά εθνότης που ξεχνά την γλώσσα της, χάνει την υπόστασί της.” Τον Σεπτέμβριο του 1944, η Φιλόπτωχος Αδελφότης που ο Αθη­ναγόρας είχε ιδρύσει το 1931, αγόρασε για 55.000 δολλάρια την θαυμάσια έπαυλι Ρούπερτ (Rupert) εις το Γκάρισον (Garrison) της Νέας Υόρ­κης για την εγκατάστασι της Ακαδημίας του Αγίου Βασιλείου, που θα γινόταν το φυτώριο για την εκπαίδευσι κυρίως αμερικανογεννημένων διδασκάλων της ελληνικής [γλώσσας] για τα παιδιά της νέας γενεάς. Τά ιδρύματα αυτά ήταν η “σπορά του καλού σπορέως”, που θα απέδιδε καρπούς, όπως ήλπιζε ο Αθηναγόρας, αργότερα.

Για την Ομογένεια, η γλώσσα και η Ορθοδοξία αποτελούσαν τα δυο βασικά κριτήρια, αλλά και τις δυο θεμελιακές προϋποθέσεις για την διατήρησι της ελληνικής υφής της. Κιόσο μεν η τεράστια πλειοψηφία απετελείτο από τους μετανάστες που είχαν έλθει από την Ελλάδα, δεν υπήρχε καν πρόβλημα. Αλλά με τους περιορισμούς των “αναλογιών” που είχαν επιβάλει οι μεταναστευτικοί νόμοι του 1921 και 1924, η ανανέωσι του ελληνοαμερικανικού στοιχείου με καινούργιο αίμα άπό την Ελλάδα είχε σχε­δόν στερέψει, ενώ ταυτόχρονα έφευγαν από την ζωή ο ένας μετά τον άλλο οι πρωτοπόροι. Η δεκαετία του 1950, ήταν ίσως η πιο κρίσιμη για την επιβίωσι του ελληνοαμε­ρικανικού στοιχείου και ιδιαίτερα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα των ελληνογεννημένων μεταναστών, καταθλι­πτικά ερωτήματα επίεζαν όλους εκείνους που ενδιεφέροντο για την Ομογένεια και την μελλοντική της εξέλιξι. Θα χανόταν η δεύτερη και η τρίτη γενεά μέσα στο παμφάγο αμερικανικό χωνευτήρι; Θα έπαιρναν μαζί τους στον τάφο τους την ελληνικότητα τους οι μετανάστες της πρώτης γενεάς; Ο γράφων θυμάται τον αρχιεπίσκοπο Μιχαήλ να λέη σε συντροφιά ομογενών σε ενα φιλικό σπίτι στην πόλι Σύρακιουζ[3] της Νέας Υόρκης: “Οι αριθμοί μιλούν εναντίον μας, αγαπητοί μου. Ο αδυσώπητος νόμος της Φύσεως μας παίρνει έναν-έναν τους πρωτοπόρους. Μόνον βασική αλλαγή της μεταναστευτικής νομοθεσίας είναι δυνατόν να μεταβάλη τά πράγματα.” Κατά την κρίσιμη εκεί­νη καμπή, όταν η Ομογένεια αντιμετώπιζε την προσαρ­μογή της στις νέες συνθήκες της μεταπολεμικής Αμερι­κής, και την μεταλαμπάδευσι του ομογενειακού πυρσού στις νέες Αμερικανογεννημένες γενεές, έτυχε να βρεθή στο πηδάλιο ένας εμπνευσμένος και διορατικός ιεράρχης, ο Μιχαήλ, που διεδέχθη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον μεγάλο Αθηναγόρα.



[1] Το “Ανάθεμα” κατά του “προδότη” Βενιζέλου έλαβε χώρα στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις. Σε αυτές τις σκοταδιστικές τελετές πρωταγωνίστησε η ελλαδική Εκκλησία, η οποία υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα των Κωνσταντινικών κατά την περίοδο του Διχασμού.  Στην Αθήνα το “Ανάθεμα” έγινε τη Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 1916 στο πεδίον του Άρεως, χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου Θεόκλητου και της Ιεράς Συνόδου. Ο Θεόκλητος ήταν εκείνος που έριξε “πρώτος τον λίθον”  αναθεματίζοντας τον Βενιζέλο ως “επιβουλευθέντα την υπόστασιν του Βασιλέως και της Πατρίδος.”

[2] Δαμασκηνός (κοσμικό όνομα: Δημήτριος Παπανδρέου, Δορβιτσά Ναυπακτίας, 1890 – Αθήνα 1949): Ιεράρχης, μητροπολίτης Κορίνθου (1922-38), έκτακτος πατριαρχικός έξαρχος Αμερικής (1930). Το 1938 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Δαμασκηνός τότε παραιτήθηκε και από τη μητρόπολη Κορίνθου και μόνασε στη Φανερωμένη Σαλαμίνας μέχρι το 1941 που κλήθηκε εκ νέου να αναλάβει την Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Μετά τα Δεκεμβριανά του 1944 ο Γεώργιος Β’, ο οποίος προτίμησε να παραμείνει ακόμη στο Εξωτερικό, διόρισε τον Δαμασκηνό αντιβασιλέα (31 Δεκεμβρίου 1944). Ως αντιβασιλέας κατακρίθηκε από τα δημοκρατικά κόμματα και την Αριστερά α] γιατί έδειξε ανοχή στη δράση ακροδεξιών ομάδων και β] γιατί προκήρυξε  βουλευτικές εκλογές πριν από τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Χρημάτισε πρωθυπουργός για 14 ημέρες (17 Οκτωβρίου – 1 Νοεμβρίου 1945). Επανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μετά την επιστροφή του Γεωργίου, στις 28 Σεπτεμβρίου 1946.

[3]Syracuse: Πόλη της κομητείας Onondaga, στο κέντρο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

*Αύριο το τρίτο και τελευταίο μέρος του Κεφαλαίου επτά, από το βιβλίο του Μπάμπη Μαρκέτου “Οι Ελληνοαμερικανοί”.

Print Friendly, PDF & Email

Σχόλια Facebook

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.