Της Ευτυχίας Λοιζίδη

 

Για την ΡΗΡ

Ο Ευριπίδης έφτιαξε ένα χαρακτήρα, το Θεοκλύμενο, ο οποίος κυριεύεται από ένα πάθος και φτάνει στο σημείο να λυτρωθεί από αυτό. Μέσα στο κείμενο, αυτό που τουλάχιστον αποκόμισα είναι το εξής: «Χαλεπότερον δουλεύειν πάθεσιν ή τυράννοις» – είναι σκληρότερο να είσαι δούλος στα πάθη σου ή σε τύραννο;

Στην παρακάτω σύγκριση δύο τεινών , τον τύραννο και το πάθος, ο Ευριπίδης θα μας διδάξει πως το δεύτερο (το πάθος) είναι πιο σκληρό, πιο βασανιστικό και πιο καταστρεπτικό από το πρώτο. Η δουλεία στον τύραννο  – εξωτερική πολιτική μορφή – και η δουλεία στα πάθη – εσωτερική πνευματική μορφή.

Η πρώτη επιβάλλεται από τον τύραννο, ενώ η δεύτερη επιβάλλεται από κάποιον ξένο (προς την ουσία της ψυχής) πνευματικό στοιχείο.  Και ι δύο μορφές δουλείας έχουν ένα κοινό παρονομαστή τη εξουδετέρωση της θέλησης του ατόμου και τη μεταβολή του σε πιθήνο εκτελεστικό όργανο εντολών που προκαλούν ζημιές σε όλους. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως η έννοια δουλεία και στις δύο περιπτώσεις είναι έννοια αρνητική εάν επιδιώκουμε μια εξέλιξη θετική για την ανθρωπότητα.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά τους θα πρέπει να κατανοήσουμε την έννοια πάθος. Πάθος (από το ρήμα πάσχω) σημαίνει το αποτέλεσμα της ενέργειας κάποιου άλλου ανθρώπου ή και ξένου παράγοντα πάνω σ’ εμάς, έτσι που να μας κάνει να υποφέρουμε και να πονούμε. Για τους αρχαίους η σημασία της λέξης δήλωνε βάσανο, πληγή, αρρώστια, ψυχική διαταραχή, που συμβαίνει χωρίς τη θέλησή μας.

Σήμερα η λέξη περιορίστηκε στην έννοια μια έξης με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Οι περισσότεροι ψυχολόγοι συμφωνούν ότι είναι η αποδιοργάνωση της προσωπικότητας κάτω από τον έλεγχο μιας μόνιμης ψυχικής απαίτησης. Μοιάζει σαν ένα ένστικτο ζωικό θα λέγαμε που παραμερίζει τη θέληση κυριολεκτικά και γίνεται ο μοναδικός ρυθμιστής της ζωής.

Στην πραγματικότητα θα έλεγα, περιορίζει το οπτικό πεδίο του ανθρώπου δημιουργώντας του μια υποκειμενική ζωή  ξεκομμένη από την κοινωνία. Παρόλα ταύτα ποτέ το πάθος δε γίνεται αισθητό από τον ίδιο τον κυριευόμενο και αυτό γιατί (το πάθος) δε μένει στο περιθώριο της προσωπικότητας. Την κυριεύει σε τέτοιο βαθμό που φτάνει να γίνεται ένα σώμα με αυτήν. Γι’ αυτό και φαίνεται ότι είναι άτι έμφυτο, απόρροια του φυσικού του.

Ουσιαστικό γνώρισμα του πάθους είναι η συνάφεια με ένα αντικείμενο, συνήθως υλικό, που κατορθώνει πάντα να το μεταμορφώνει και να του δίνει πνευματική υπόσταση κάνοντάς το αληθινό θεό. Αυτός λοιπόν ο «θεός» γίνεται απόλυτος μονάρχης. Μαζί και το είδωλο και ο αιχμάλωτος του ανθρώπου. Γιατί το πάθος σημαίνει ακούραστη δραστηριότητα, κατακτητική διάθεση και κατοχική μανία. Είναι εγωκεντρικό και ζηλότυπο, να τα θέλει όλα για τον εαυτό του.

 Ακόμα και το θάνατο αψηφά, φτάνει να κατακτήσει το αντικείμενο της λατρείας του. Πάνω σ’ αυτή τη δράση εκδηλώνει μια αντοχή, μια καρτερικότητα αξιοζήλευτη που δεν γνωρίζει δισταγμούς, όσα κι αν είναι τα εμπόδια, ούτε κι απογοητεύσεις, όσες αποτυχίες κι αν έρχονται. Όπως είδαμε προηγουμένως το Μενέλαο να ζητά να ορκιστεί η Ελένη πως αν πεθάνει ο ίδιος (δε φοβάται το θάνατο) θα πεθάνει και δίπλα του η Ελένη. «Παρακάτω, στην πλάκα του  τάφου, σκοτώνοντάς σε, κι εγώ θα σκοτωθώ».

 Ακόμα πιο αξιοθαύμαστη είναι η ανοχή και η αντιμετώπιση των ποικίλων ταπεινώσεων και εξευτελισμών, διότι διαμορφώνει μια προσωπικότητα εξαιρετικά ευαίσθητη (σε ό,τι έχει σχέση με το σκοπό) και αναίσθητη σε όλα τα άλλα. Στίχος 445, ο Μενέλαος στη γριά «κάτω τα χέρια σου, μη με σπρώχνεις». Στίχος 790, Μενέλαος «και μ’ έδιωξαν σαν να ‘μουνα ζητιάνος». Στίχος 1621, Θεοκλύμενος «ω θύμα εγώ, ω ντροπή ανείπωτη που θα πρέπει να υποστώ».

 Με τέτοια εφόδια, ξεκινώντας για τους κατακτητικούς του σκοπούς, έχει πάντα τη βεβαιότητα ότι έχει κερδίσει ήδη τη νίκη. Όμως αυτή η βεβαιότητα είναι τραγική.

 Γιατί είναι τραγική; Γιατί μέσα της κλείνει αυτή η βεβαιότητα τη σπασμωδική αναμονή αυτού που είναι πολύ κοντά. Δηλαδή την ανησυχία, το φόβο μήπως η μαγεία αμέσως μετά την κατάκτηση διαλυθεί. Και είναι σ’ αυτό τα σημείο, στίχος 1141, που ο Μενέλαος παρακαλά τον θεό, ένα θεό που μέχρι πριν τον κατηγορούσε, να τον βοηθήσει. «Ω Δία, πατέρα και θεό σοφό σε αποκαλούμε. Τα βλέμματά σου ρίξε πάνω μας και από τη συμφορά γλίτωσέ μας. Αυτή τη χάρη να μου δώσετε, ευτυχισμένο να με κάνετε σε όλη μου τη ζωή».

 Η συνείδηση του πάθους είναι συνείδηση και μαζί επιδίωξη του θανάτου που για μια ταλαιπωρημένη ψυχή δε φαίνεται καθόλου φοβερός και αποκρουστικός και μοιάζει πιο πολύ με λυτρωτή άγγελο. «Μεγάλοι γιοι του Δία, πέταξα μακριά τη υπερηφάνεια μου. δεν αποτελώ κίνδυνο». Πέθανε στην ουσία το πάθος του. Επήλθε η κάθαρση.

 Μέχρι πριν δεν αναζητούσε τη λύτρωση. Το πάθος ήταν η χαρά του. Δεν ένιωθε τύψεις, δεν αισθανόταν μεταμέλεια, δεν καταδίκαζε την αδυναμία του.. Διότι πίστευε πως χωρίς το πάθος η ζωή θα ήταν άδεια, χωρίς κανένα νόημα. Σ’ αυτήν την πίστη κρύβεται όλη η αδυναμία του πάθους. Το πάθος όσο βρίσκεται στην εξουσία ποτέ δε δίνει αφορμές, ούτε αφήνει περιθώρια για επανάσταση. Στίχος 276 «Γιατί στους βάρβαρους όλοι είναι δούλοι εκτός από έναν». Γι’ αυτό και λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου μπόρεσαν οι άνθρωποι να ξεφύγουν από τα δεσμά ενός δυνατού πάθους και να αρχίσουν μια νέα ζωή.

 Θεοκλύμενος

Οι τύραννοι είναι άνθρωποι του πάθους. Το αντικείμενο του πόθου του είναι η εξουσία. Με τη συμπεριφορά τους όμως, την αρνητική προς το λαό, προετοιμάζουν την ανατροπή τους. Γιατί δεν έχουν τις απαραίτητες αρετές ώστε να γίνουν το αντικείμενο λατρείας του λαού. Ο κόσμος επαναστατεί γι’ αυτό και σχεδόν πάντα απομακρύνονται από την εξουσία.

 Το πολίτευμα που ταιριάζει περισσότερο στη ελεύθερη φύση του ανθρώπου είναι η δημοκρατία. Συχνά όμως οι λαοί αφήνουν, από αδιαφορία;, από απαιδευσία;, επειδή πείθονται από τον ωραίο λόγο; (πολλά λόγια φαίνονται αληθινά παρόλο που στηρίζονται στο ψέμα, στίχος 309), από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;, «στο κακό και όχι στο καλό πηγαίνει ο νους σου. ο φόβος που με περιζώνει με οδηγεί στο κακό» (στίχος 312), και εν τέλει ευνοούν στην αναρρίχηση της εξουσίας άτομα, που σαν μοναδικό σκοπό της ζωής τους έχουν τάξει να κυβερνούν.

 Η πρόταση του Ευριπίδη για την αντιμετώπιση της ανθρώπινης κακοδαιμονίας είναι να αγαπάς αυτόν που τη διαπράττει. Ο άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε συμπεριφέρεται μ’ έναν τρόπο αποκρουστικό και γίνεται πιο αποκρουστικός. Επειδή γίνεται πιο αποκρουστικός απορρίπτεται. Κι επειδή απορρίπτεται γίνεται πιο αποκρουστικός. Και πάει λέγοντας αυτός ο φαύλος κύκλος. Πρώτος ο Αισχύλος, με το έργο Ευμενίδες από την τριλογία του Ορέστεια, έδωσε αυτή την πρόταση για να σταματήσει αυτός ο φαύλος κύκλος, και έπειτα ο Ευριπίδης, όπου σε όλα του τα δράματα χρησιμοποιεί τον απομηχανή θεό, θεό αγάπης για τον άνθρωπο.

Ευτυχία Λοιζίδη

Σκηνοθέτης –  Ηθοποιός 

Print Friendly, PDF & Email