Η Δεύτερη Γενεά: Διαφορετικές εμπειρίες

 

Παρ’ όλη την ζέσι με την οποία τά μέλη της AHEPA αγωνίζοντο για τον εξαμερικανισμό τους, δεν υπήρχε φόβος να χάσουν τελείως την ελληνική τους υπόστασι. Οι “Αχέπανς” των πρώτων ιδίως ετών, ήσαν κατά μέγα μέρος Ελληνοαμερικανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, ποτισμένοι με τις ελληνικές παραδόσεις. Όσο καλά και αν είχαν μά­θει τα αγγλικά, οι περισσότεροι εξακολουθούσαν να τα μιλούν με ξενική προφορά, κι’ όσο κι’ αν επίστευαν οτι η οργάνωσίς τους έπρεπε να διατήρηση τον έξω-θρησκευτικό της χαρακτήρα, δεν έπαυαν να είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι γαλουχημένοι με το τελετουργικό και τα θέσμια της ελ­ληνικής Ορθοδοξίας. Ο εξαμερικανισμός τους δεν εσήμαινε ούτε και μπορούσε εύκολα να οδήγηση σε τέλειο και πραγματικό αφελληνισμό. Άλλωστε, η ίδια η AHEPA ποτέ δεν υπεστήριξε τέτοιες δραστικές μεταλλαγές.

 

Το πρόβλημα του αφελληνισμού, όμως, ήταν πολύ πιο πραγματικό στην περίπτωσι των Ελληνοαμερικανών της δεύτερης γενεάς. Τα αγόρια και τα κορίτσια που είχαν γεννηθή στην Αμερική, ήταν αναπόφευκτο να μεγαλώ­σουν με βασικά διαφορετικές εμπειρίες από εκείνες πού είχαν διαμορφώσει την πολιτιστική και συναισθηματική υπόστασι τών γονιών τους. Πάνω στα παιδιά αυτά επενεργούσαν δύο διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμε­νες πολιτιστικές επιδράσεις. Στο σπίτι, όπου κατά κανόνα και ο πατέρας και η μητέρα είχαν έλθει από την Ελλάδα, επικρατούσε κατά μέγα μέρος η ελληνική κουλτούρα, και μάλιστα στην μορφή που την είχαν γνωρίσει οι γονείς πριν να φύγουν από την Ελλάδα. Αυτό εσήμαινε ότι συχνά τα ήθη και έθιμα του ελληνοαμερικανικού σπιτιού ήσαν πιο αυστηρά και από εκείνα πού είχαν διαμορφωθή με την πάροδο του χρόνου στην Ελλάδα. Επί πλέον, η αντίδρασις προς τις πιο επιλήψιμες εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας, ιδίως στα θέματα του σεξ, ή των σχέσεων των γονέων προς τα παιδιά τους, ή γύρω από τις εξω-οικογενειακές σχέσεις, τον τρόπο διασκεδάσεως, και γενικά τον πιο ανεξάρτητο τρόπο ζωής της αμερικανικής νεολαίας, έφερνε συχνά σε σύγκρουσι τους γονείς με τα παιδιά τους και διηύρυνε το χάσμα των γενεών σε μια περίοδο που η φράσις αυτή δεν είχε ακόμη το νόημα που θα αποκτούσε κατά την δεκαετία των εξήντα σε σχέσι με την αμερικα­νική νεολαία.

 

Υπήρχαν βέβαια καί εκείνοι ο! γονείς, Ιδίως αυτοί που ήσαν εγκατεστημένοι σε μικρές πόλεις με περιορισμένο αριθμό ελληνικών οικογενειών, που τελικά απεδέχοντο την πραγματικότητα ότι τα παιδιά τους είχαν γεννηθή στην Αμερική, θα ζούσαν σαν Αμερικανοί καί, συνεπώς, θα ήταν αδύνατο να τους επιβάλουν ενα τρόπο ζωής που ήταν σε πολλά σημεία ξένος καί αντιφατικός προς το κοινωνικό πλαίσιο.

 

Το πρόβλημα της γλώσσας

 

Ένα βασικό πρόβλημα ήταν η εκμάθησις της ελληνι­κής. Οι γονείς που είχαν μεγαλώσει στην Ελλάδα, φυσικά μιλούσαν ελληνικά στο σπίτι. Τα παιδιά τους ήταν αναπόφευκτο να μην μάθουν την γλώσσα, τουλάχιστον μέχρις ενός σημείου, δεδομένου ότι μόλις άρχιζαν να πηγαίνουν στο αμερικανικό σχολείο, γλώσσα τους γινόταν, σχεδόν χωρίς εξαίρεσι, η αγγλική. Για πολλά χρόνια εξακολου­θούσε να επικρατή στην Αμερική η θεωρία του “χωνευ­τηρίου”, που ευνοούσε την αμερικανοποίησι καί απορρόφησι των μεταναστών. Το να χρησιμοποιή κανείς άλλη γλώσσα εκτός της αγγλικής, ήταν κάτι, που αντί να περιποιή τιμή, εδημιουργούσε αρνητικές αντιδράσεις.

 

Έτσι, σε μια πολύγλωσση κοινωνία –με μετανάστες από δεκάδες χώρες– όπου τα παιδιά θα μπορούσαν αβίαστα να εκμάθουν τουλάχιστον μια ακόμα γλώσσα εκτός από την αγγλική, εκείνοι που μιλούν ξένες γλώσσες αποτελούν μια σχετικά ελάχιστη μειοψηφία. Τα ελληνικής καταγωγής αμερικανόπουλα δεν απετέλεσαν εξαίρεσι. Βέβαια ήταν τεχνικά αδύνατο να μην μάθουν κάπως την ελληνική, εφ’ όσον την μιλούσαν οι γονείς τους στο σπίτι, αλλά απέφευγαν όσο το δυνατόν να την χρησιμοποιήσουν για να μην αντιμετωπίσουν τα σκώμματα των αμερικανών φίλων τους.

 

Και δεν ήταν μόνο η εμπειρική εκμάθησις της γλώσ­σας που συναντούσε τους φραγμούς του κοινωνικού περι­βάλλοντος. Η σχολική διδασκαλία της παρουσίαζε άλλα προβλήματα. Τα παιδιά των ελληνοαμερικανικών οικογενειών έπρεπε να πάνε στο ελληνικό σχολείο το από­γευμα, μετά το αμερικανικό σχολείο, την ώρα που οι αμερικανοί φίλοι τους έπαιζαν ή ξεκουραζόντουσαν. Αναπόφευκτα εδημιουργείτο μέσα τους μια ψυχολογική αντίστασι, πού δεν συνέβαλλε βέβαια στην μάθησι.

 

Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να υποτιμηθή ο ρόλος των απογευματινών σχολείων και οι προσπάθειες που κατέ­βαλαν οι γλίσχρα αμειβόμενοι διδάσκαλοι, που κατά κα­νόνα έπρεπε να έχουν και άλλη επαγγελματική απασχόλησι για να ζήσουν. Τα σχολεία αυτά, μαζί με την επίδρασι των γονέων –και για την τρίτη γενεά, την επίδρασι της γιαγιάς– επέτυχαν να μεταλαμπαδεύσουν την ελληνική γλώσσα στις νεώτερες, αμερικανογεννημένες, γενεές.

 

Πρέπει όμως να σημειωθή ότι οσάκις ο ένας από τους γονείς –ιδίως ή μητέρα– δεν μιλούσε την ελληνική, τα παι­διά σε ελάχιστες περιπτώσεις έμαθαν ελληνικά. Επί πλέον, μετά την δεύτερη ή τρίτη γενεά, η χρησιμοποίησις της ελληνικής στο σπίτι είναι σχετικά σπάνιο φαινόμενο και, ως εκ τούτου, τα παιδιά δεν έχουν την ευκαιρία να μάθουν την γλώσσα εμπειρικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η εκμάθησις της ελληνικής δεν διαφέρει από την εκμάθησι μιας άλλης ξένης γλώσσας και σε πολλές περιπτώσεις Αμερικανόπουλα ελληνικής καταγωγής προτιμούν να μάθουν γαλλικά ή ισπανικά. Τελευταία έχει αρχίσει να αναζωπυ­ρώνεται το ενδιαφέρον για την ελληνική, αλλά η διατήρησίς της κατά μέγα μέρος στηρίζεται στην συνεχιζόμενη εισροή μεταναστών από τήν Ελλάδα.

 

 

 

Ο ρόλος της Ελληνοαμερικανίδας

 

 

 

Είναι αυτονόητο πως χωρίς την Ελληνίδα δεν μπορούσε να δημιουργηθή και να υπάρχη ο Ελληνισμός της Αμερικής.

 

Χωρίς την Ελληνίδα, με τους μικτούς γάμους, δεν μπο­ρούσε να δημιουργηθή και να ύπαρξη ελληνική οικογένεια στην Αμερική, η νέα ελληνοαμερικανική γενιά – Ελληνι­σμός Αμερικής. Γιατί όσο καλή και άγια κι’ αν είναι η αλλόφυλη σύζυγος, οικογένεια (πού είναι η βάση κάθε κοι­νωνίας, κάθε φυλετικής ομάδας), ελληνική δεν μπορούσε να δημιουργήση όσο κι’ αν το ήθελε, όσο κι αν θα προσπα­θούσε.

 

Χωρίς την Ελληνίδα, δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθούν ούτε κι’ αυτές οι τόσο ζωντανές ελληνικές νησίδες μέσα στις πολυεθνικές πόλεις της Αμερικής με τις ελληνικές λα­λιές στους δρόμους τους, και τις ελληνικές επιγραφές, που δημιουργούν ελληνική ατμόσφαιρα –μικροσκοπικές Ελλά5ες– και κάνουν τον απόδημο να νοιώθη σε δικό του περιβάλλον κι’ απαλύνουν τη σκληράδα του ξερριζωμού.

 

Πολλές Ελληνίδες, απομονωμένες σε μικρά αμερικα­νικά χωριά, έτυχε να βρη ζήση, ενα καλό μαγαζάκι, ο άν­τρας τους, τού δημιούργησαν ελληνικό σπίτι με γκόλφι τις ελληνικές παραδόσεις και δοξασίες –κι’ ένα εικόνισμα,– ενα καντήλι. Και τα στέφανα του γάμου τους στο εικονο­στάσι. Και δίδαξαν τα λίγα ελληνικά γράμματα που γνώ­ριζαν στα παιδιά τους. Να γράφουν ένα γράμμα στη γιαγιά, στον παππού, και να μην ξεχάσουν την καταγωγή τους, την Ελλάδα.

 

Η Ελληνίδα, με γλώσσα της τη μητρική γλώσσα του μετανάστη, ήταν ενα κομμάτι από τον τόπο του, μια ψυχή από τη γη των πατέρων του, και μοιραζότανε την τύχη του μαζί της, την ερημιά του, και δίπλα του γινότανε υποφερτή και η δική της μοναξιά και ερημιά στον ξένο και μακρινό τόπο, που ούτε τη γλώσσα του γνώριζε, ούτε τις συνήθειες. Ο άνδρας της ήτανε και αδελφός της, ο ομογενής της, ο συμπατριώτης της, η μοναδική δική της ψυχή σε κείνα τα χρόνια που δεν υπήρχε ακόμα οργανωμένη ελληνική κοινω­νία στ’ αμερικανικά κέντρα, κι’ ας τον παντρεύτηκε μόνο για ν’ αλαφρώση το πατρικό της σπίτι από ενα στόμα σε κείνα τα χρόνια που λιγοστό ήταν και το ψωμί στην Ελλά­δα. Στάθηκε δίπλα του, και μέ τη σοφία του ενστίκτου τού δημιούργησε μια δική του φωλιά, του ανάστησε ελληνική οικογένεια στον ξένο –τον τόσο ξένο τότε!–  και μακρινό τόπο. Έστω και μόνο για να περάση ανώδυνα τη μεταβα­τική περίοδο της αφομοίωσης, που είναι αναπόφευκτη στο τέλος για τους γόνους του μετανάστη. Αυτή είναι η αλή­θεια.

 

Αυτονόητο και πως χωρίς την Ελληνίδα δεν μπορούσαν να ιδρυθούν και να διατηρηθούν οι 450 σήμερα ελληνικές κοινότητες της Αμερικής (δε θα υπήρχε και λόγος αφού θα έλειπε η ελληνική οικογένεια) με τά 21 ελληνικά ημε­ρήσια σχολεία και τά 450 απογευματινά –περισσότερα άπό 450 με τα λίγα ιδιωτικά που δύσκολο να βρει κανείς πόσα ακριβώς είναι αυτά.

 

Και είναι μεγάλη η προσφορά του ελληνικού σχολείου και στην αμερικανική κοινωνία. Γεφυρώνει σε μεγάλο βαθμό το χάσμα ανάμεσα στο μετανάστη γονιό και το αμερικανογεννημένο παιδί του, που ίσως και να τον θεωρεί κα­τώτερης φυλής –προς βλάβη και του δικού του ψυχικού κόσμου περισσότερο. Το ελληνικό σχολειό πηγαίνει το παιδί κοντήτερα στο γονιό, στη νοοτροπία του, στην ψυχολογία του. Που στο βάθος παραμένει ελληνική και σε κείνους που νομίζουν (χωρίς βαθύτερη σκέψη) πως το καλύτερο είναι να πάρουν γρήγορα τό δρόμο της αφομοίωσης. Το ελληνικό σχολειό αναπτύσσει στο παιδί υπερηφάνεια για την καταγωγή του –και τη χρειάζεται όταν ζει και μεγαλώνει σε χώρα που γνωρίζει πως δεν έχει σ’ αυτή βαθειές ρίζες, και τη θεωρεί πολιτιστικά ανώτερη από τη χώρα που ξεκίνησε ή ζωή του. Και χρειάζεται να αισθάνεται πώς κάπου ανήκει, σ’ έναν κύκλο δικό του, που χαίρεται και καμαρώνει στις επιτεύξεις, στις τιμητικές διακρίσεις του, πως δεν είναι φτερό στον άνεμο μέσα στον πολυεθνικό αμερικανικό λαβύρινθο –έχει μια ταυτότητα.

 

Στα τελευταία χρόνια προσέχτηκε αυτός ο παράγων από την αμερικανική πολιτεία και γίνονται προσπάθειες να διδάσκονται τη γλώσσα των γονιών τους, την Ιστορία και τις παραδόσεις της φυλής τους, μέσα στα ίδια τα δημόσια αμε­ρικανικά σχολεία, όταν σ’ ένα σχολείο είναι αρκετοί μαθη­τές της ίδιας εθνικότητας, και με την ίδια μητρική γλώσσα, για να σχηματιστή τάξη. Έτσι, το παιδί νοιώθει κοντήτερα στο γονιό του, προσέχει περισσότερο τη συμβουλή του, δεν ντρέπεται για την καταγωγή του, κι’ έχει λιγότερα ψυχικά πλέγματα και τραύματα.

 

Στο ελληνικό σχολειό της Αμερικής γίνεται πολύ καλύ­τερα αυτό το έργο. Πολύ πιο καλύτερα!

 

Κάθε ελληνικό κοινοτικό σχολειό έχει και δικό του Σύλλογο Μητέρων (συλλόγους μητέρων έχουν και τά λίγα ιδιωτικά), με προσπάθειες τη διατήρηση του και την καλή του λειτουργία. Δίνει όποια βοήθεια είναι δυνατό στο δά­σκαλο (από γυναίκες βέβαια αποτελείται το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού προσωπικού), που το έργο του είναι πολύ δύσκολο στις ξενόγλωσσες χώρες. Παρακολουθούν την πρόοδο των μαθητών, αμείβουν τις εξαιρετικές προσπάθειες των καλύτερων μ’ ενα μικρό δώρο στις εξετάσεις, με ενα έπαινο, και ενθαρρύνουν την άμιλλα.

 

Χώρια από τους Συλλόγους Μητέρων λειτουργεί σε κάθε κοινότητα, με μέλη κυρίες και δεσποινίδες, και Φι­λόπτωχος Αδελφότητα με κέντρο τη Νέα Υόρκη. Κύριος σκοπός τους η συμπαράσταση, η βοήθεια και συντήρηση της Ακαδημίας Αγίου Βασιλείου στο Γκάρρισον (Garrison) της Νέας Υόρκης, σ’ ένα κτήμα που απλώνεται σε 350 εκτάρια και λειτουργεί από το 1944 σα Διδασκαλικό Κολλέγιο και Παι­δική Στέγη, μέ 73 κορίτσια εφέτος (1977) και 41 αγόρια. Πρόγραμμα της Ακαδημίας είναι η κατάρτιση διδασκαλισσών και γραμματέων για τις ελ­ληνικές κοινότητες Αμερικής, κι’ έχουν αποφοιτήσει ως τώρα πάνω από 300 –μερικές απ’ αυτές είχαν έρθει από την Ελλάδα γι’ αυτό το σκοπό. Η Παιδική Στέγη φροντί­ζει για παιδιά που  ορφάνεψαν,  ή  προέρχονται  από  διαζευγμένα αντρόγυνα, και δεν έχουν οικογενειακή φρον­τίδα. Η άλλη, μεγάλη προσφορά της, είναι στα τελευταία δυόμισυ χρόνια στα ορφανά της Κύπρου.

 

Η Φιλόπτωχος προσφέρει κάθε χρόνο και υποτροφίες σε σπουδαστές στο Ελληνικό Κολλέγιο, που είναι εξω άπό τη Βοστώνη.

 

Στην Αμερική η ελληνική εκκλησία δέν είναι μόνο χώρος θρησκευτικός. Είναι και χώρος εθνικός, όπου ο από­δημος αισθάνεται πως βρίσκεται σε τόπο δικό του με ήχους και διακόσμηση γνωστή κι’ αγαπημένη του από τα τρυφερά αξέχαστα παιδικά του χρόνια, και δίπλα σ’ ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται ψυχικά με πολλά.

 

Άλλες οργανώσεις, που απασχολούν πολλές Ελληνί­δες, γεννημένες εδώ ή στήν Ελλάδα, είναι οι εθνικές AHEPA και GAPA, με ξεχωριστές γυναικείες στοές, ή τμήματα. Και διάφοροι τοπικοί σύλλογοι, από κυρίες και δεσποινίδες που ήρθαν, ή κατάγονται, από την ίδια ελληνι­κή επαρχία (ή ελληνική παροικία του εξωτερικού –Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Μικρασία, Κύπρο, Αίγυπτο κ.λ,π.), άπό το ίδιο νησί, ή χωριό –αν είναι αρκετές να ιδρύσουν ξεχωριστό δικό τους σύλλογο. Με κυριώτερο σκοπό την καλύτερη, στενώτερη αλληλογνωριμία, και πρόγραμμα τη συνδρομή τους στο χωριό τους, στο νησί τους (σχολείο, εκκλησία κ.ά.), τη συζήτηση για γνωστά κι’ αγαπημένα τους εκεί (και την αλληλοεπίδειξη της προκοπής τους εδώ).

 

Σχεδόν όλες οι κοινότητες έχουν και τη δική τους ξεχωριστή χορωδία που την απαρτίζουν νεαρές ελληνοαμερικανίδες –κορίτσια και κοπέλλες. Μερικές κοινότητες έχουν και χορευτικούς ομίλους, για ελληνικούς χορούς (μ’ ελληνικές στολές) που τους χορεύουν με πολύ κέφι και μεράκι.

 

Ελάχιστες είναι οι Ελληνίδες, από τις εδώ γεννημένες, ή πέρα από τον ωκεανό, που δεν ανήκουν σε μια ελληνική οργάνωση, και πολλές ανήκουν σε δύο, τρεις, και περισσότερες. Κάποιες ανήκουν και σε μικτούς ελληνι­κούς συλλόγους –ανδρών και γυναικών, νέων και νεανί­δων. Τέτοια εΐναι και η Ελληνική Ορθόδοξος Νεολαία Αμερικής  (G.O.Y.A. – Greek Orthodox Youth of America) μέ τμή­ματα σε όλες τις παροικίες.

 

Μικτοί σύλλογοι είναι βέβαια και οι Σύλλογοι Αποφοίτων Πανεπιστημίων. Και είναι σήμερα χιλιάδες οι ελ­ληνικής καταγωγής, άντρες και γυναίκες, με πανεπιστη­μιακά πτυχία. Μια ιδέα για την αρχή και την εξέλιξη τους δίνει ο Σύλλογος Ελλήνων Επιστημόνων του Ιλλινόϊ.

 

O Σύλλογος αυτός Ιδρύθηκε το 1925, στο Σικάγο, με ελάχιστα μέλη. Σε όλη την περιοχή τότε, μαζί και το γει­τονικό Γκαίρυ[1] της Ινδιάνα, δεν υπήρχαν ούτε 20 Έλλη­νες, ή ελληνικής καταγωγής πτυχιούχοι, αναφέρει ο για­τρός Δρ. Σπ. Σότερ (Σωτηρόπουλος), ένας από τα πρώτα μέλη του Συλλόγου. Γυναίκες ούτε μια ακόμα. Τώρα, 50 χρόνια υστέρα, στις εκλογές του πριν δύο χρόνια, πρόεδρο για το 1975–76 ανέδειξε τη Δρ. Αγγελική Σάλλας (Σαλοπούλου) και τα περισσότερα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι γυναίκες. Τον ίδιο χρόνο, στο καθιερω­μένο ετήσιο δείπνο μετά χορού, προς τιμήν των νέων αποφοίτων ελληνικής καταγωγής τής Πολιτείας Ιλλινόϊ, οι απόφοιτοι της χρονιάς, 1975, ήταν 127 νέοι και νέες (πε­ρισσότερες οι  νέες) αλλά τους υπολογίζουν ως 250, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δε μπόρεσαν να τους βρουν όλους και να τους στείλουν την τιμητική πρόσκληση (γιατί έχουν αμερικανοποιήσει τα ονόματα τους), κι’ άλλοι για κάποιο λόγο δεν παρουσιάστηκαν. Απέραντη η διαφορά με κείνη πριν 50 μόνο χρόνια, που οι απόφοιτοι της χρονιάς δεν ξεπερνούσαν τους 2–3. Τώρα στο Σικάγο υπάρχει και χω­ριστός σύλλογος Ελληνίδων Αποφοίτων Πανεπιστημίων που ιδρύθηκε αυτός πριν 40 χρόνια.

 

Σήμερα έχουμε στην Αμερική Ελληνίδες εδώ γεννημένες, ή που ήρθαν από την Ελλάδα, είτε από ελληνικές παροικίες της διασποράς, γιατρούς, δικηγόρους, ψυχία­τρους, ψυχολόγους, αρχιτέκτονες, εκπαιδευτικούς, στο εμ­πόριο, στην καλλιτεχνία (σ’ όλους τους κλάδους της), μα­θηματικούς, χημικούς – μεγάλη και αλματώδης η πρόοδος! Όπως μεγάλη και αλματώδης είναι και η πρόοδος του Ελληνισμού της Αμερικής γενικά. Τίποτα απ’ αυτές δε θυμίζει τις αγράμματες, τις αναλφάβητες μητέρες και γιαγιές τους. Που ενα πρωί πριν 50 ή 60, 70 χρόνια, ξεκίνησαν απ’ τα χωριάτικα πατρικά τους σπίτια και βγήκαν στο “Καστιγκάρι”, στο Έλλις Άιλαντ,[2] μ’ ενα μπογαλάκι, ενα ζεμπιλάκι, ή μια βαλιτσούλα στο χέρι, φοβισμένες και σαστι­σμένες, να έρθουν στο σύζυγο που προηγήθηκε, ή στον υποψήφιο σύζυγο, που κάποιες τον γνώριζαν μόνο από τη φωτογραφία που έστειλε, ή στον πατέρα, στον αδερφό τους, στο θειο τους.

 

Μα οποίος κάπως γνώρισε και πρόσεξε τη ζωή αυτών των απλών αγράμματων ελληνίδων δε θα διστάση να τις ονομάσει ηρωίδες της ζωής. Στάθηκαν πανάξιες στο κά­λεσμα των χρόνων εκείνων των τόσο δύσκολων και σκλη­ρών, κράτησαν τό πόστο τους γερά δίπλα στο σύντροφο της ζωής τους, τον πρωτοπόρο μετανάστη, στην άξενη τότε αυτή χώρα, που συχνά ξεσπούσαν και αντιξενικά κύματα (από τους παλαιότερους μετανάστες), κέρβεροι στις οικογένειες τους, κι’ έδωσαν ενα έξοχο νέο ανθρώπινο υλι­κό, κάτω από συνθήκες αφάνταστα δύσκολες. Κι’ έβαλαν, χωρίς να το ξέρουν και οι ίδιες, τό λιθαράκι τους στο χτίσιμο αυτής της μεγάλης νέας χώρας, που μόλις γιόρ­τασε τα 200 χρόνια της Ανεξαρτησίας της, και μαζί 200 ολόκληρα χρόνια Δημοκρατίας για πρώτη φορά σ’ όλη την Ιστορία της ανθρωπότητας.

 



[1]Gary: Πόλη τηςκομητείαςLake county, στο βορειοδυτικό άκρο της Πολιτείας Ινδιάνα.

[2]Ellis Island: Νησάκι στην άνω Ακτή της Νέας Υόρκης, 1,5 περίπου χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του Μανχάταν,   ο κύριος κέντρο υποδοχής μεταναστών των Η.Π.Α. Το νησάκι πήρε το όνομά του από τον έμπορο του Μανχάταν Samuel Ellis στον οποίο ανήκε τη δεκαετία του 1770. Το 1808 η Πολιτεία της Νέας Υόρκης πούλησε το νησί στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, η οποία αρχικά το χρησιμοποίησε  σαν οχυρό και χώρο αποθήκευσης μπαρούτης. Από το 1892 χρησιμοποιήθηκε σαν χώρος υποδοχής μεταναστών, μέχρι το 1924. Κατά την περίοδο αυτή υπολογίζεται ότι πέρασαν από εκεί περίπου 17.000.000 μετανάστες. Έκτοτε η σημασία του μειώθηκε. Από το 1943 έως το 1954 λειτούργησε ως σταθμός κράτησης ξένων και ατόμων υπό απέλαση. Από τη δεκαετία του 1990 στο νησί λειτουργεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον “Μουσείο Μετανάστευσης”.

ΑΥΡΙΟ: Πότε άραγε να έφτασε στη Νέα Γη η πρώτη Ελληνί­δα, και που;

 

Print Friendly, PDF & Email

Σχόλια Facebook

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.