Αιωνόβια ομογενής και… με το χρόνο ερωτευμένο μαζί της

Η εορτάζουσα με την πολιτειακή βουλευτή του Φιλελεύθερου κόμματος της έδρας Bentleigh, Elizabeth Miller

Η εορτάζουσα με την πολιτειακή βουλευτή του Φιλελεύθερου κόμματος της έδρας Bentleigh, Elizabeth Miller

Της ΒΙΒΙΑΝ ΜΟΡΡΙΣ
Από το Neoskosmos.com

Πρόσωπο φωτεινό, δέρμα ροδαλό, βλέμμα λαμπερό και έξυπνο, μνημονικό διαυγές, η 100χρονη Σταυρονίκη Κυριάκου, σίγουρα καταρρίπτει όλα τα ρεκόρ αντίστασης στο χρόνο.

Τη βρήκα να πλέκει σεμέν με το βελονάκι, με λεπτό, λεπτότατο λευκό νήμα χωρίς τη βοήθεια φακών! «Τα μάτια μου δόξα των Θεώ βλέπουν μια χαρά ακόμη». Το ίδιο καλή είναι η ακοή της, και οι υπόλοιπες αισθήσεις της που ο χρόνος, ερωτευμένος για πάντα, ως φαίνεται, μαζί της, δεν τόλμησε ούτε καν ν’ αγγίξει!

Μένω να τη θαυμάζω από την πρώτη στιγμή που την αντικρίζω, άφωνη σχεδόν στην αρχή και μετά, όση ώρα μιλάμε – με τον υπέροχο, ολοζώντανο τρόπο που έχει να χρωματίζει το λόγο της και να δίνει εικόνες φρεσκολουσμένες, στο δροσερό νερό της μνήμης – να προσπαθώ να ξεκλειδώσω το μεγάλο μυστικό, να βρω τον μυστικό κώδικα που την κρατά πανέμορφη, ζωηρή, απτόητη, δυναμική και απίστευτα κοκέτα στα 100 της!

Με αρώματα Oscar de la Renta και Loulou στα συρτάρια της, με φυσικών στοιχείων κρέμα θρεπτική πάντα στην κατοχή της, με νύχια περιποιημένα σε ζωηρό τριανταφυλλί, ακριβώς στη συγκεκριμένη απόχρωση πάντοτε, άθελά της σου δημιουργεί κάποια ερωτηματικά ανασφάλειας. Υπάρχει ακόμη ο φόβος να οδηγηθείς σε εύκολους διεξόδους των ερωτημάτων και αποριών σου, που δεν είναι βέβαια το ευστοχότερο, αλλά ούτε και το απλούστερο. Διότι τίποτε δεν είναι απλό, όταν έχεις απέναντί σου μια κυρία 100 χρόνων που ο χρόνος την αντίκρισε, υποκλίθηκε μπροστά της και την προσπέρασε!

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η αναδρομή στα παιδικά της χρόνια, στον Λεπέτυμνο Μολύβου, Λέσβου, όπου γεννήθηκε 10 Ιουνίου το 1913, γίνεται αβίαστα, μεθοδικά, με βήμα σταθερό και βλέμμα που αγκαλιάζει το πριν και το τώρα με καταπληκτική διαύγεια και ευκρίνεια. Δεν μπερδεύει ημερομηνίες αλλά ούτε και περιστατικά. Τα ορόσημα στη ζωή της, οι κρυφοί της πόθοι, τα όνειρά της, τα πιστεύω της, οι αρχές της, εκφράζονται με τάξη και ζωηρότητα.
Είναι μια θαυμάσια συζητήτρια που ξέρει πολύ καλά πώς να χρωματίσει το λόγο της, πώς να σου δώσει χρόνο να συλλάβεις τις εικόνες, να ζητήσεις απαντήσεις σε τυχόν απορίες ή ερωτηματικά που φέρνει μαζί της η αφήγηση.

Ξεκινά από αυτά που την καίνε περισσότερο, τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής, στην αρχή – μην το ξεχνάμε αυτό – του περασμένου αιώνα.
Ευγενής, όσο και πρακτική στην προσέγγιση θεμάτων, φανερό ότι θέλει να μου δώσει από την αρχή, τα βασικά στοιχεία προκειμένου να φιλοτεχνήσω με ακρίβεια το πορτραίτο της: “Ήθελα να πάω στο σχολείο, έστω να τελειώσω το Δημοτικό που πρόσφερε τότε το χωριό. Συνέβη όμως να είμαι , σε οικογένεια τεσσάρων κοριτσιών και τριών αγοριών, το πρώτο κορίτσι, επομένως στους ώμους μου έπεφταν οι ευθύνες όλης σχεδόν της οικογένειας. Ήμουν η νοικοκυρά του σπιτιού από τα εφτά μου χρόνια.
Ο πατέρας μου γεωργός και άριστος κλαδευτής, ένας πραγματικός καλλιτέχνης στο κλάδεμα της ελιάς, η μητέρα μου καθημερινά στα χωράφια, κάθε πρωϊ, μου έδινε οδηγίες για το τι θα μαγειρέψω και όλα τα άλλα που έπρεπε να κάνω, φροντίζοντας ταυτόχρονα και τα αδέλφια μου. Έκανα πρασόπιττες με φύλλο που έμαθα μόνη μου να ανοίγω, από τότε που θυμάμαι τον κόσμο», θα πει μ’ ένα ζεστό χαμόγελο που φαίνεται ν’ αγκαλιάζει όλη τη διαδρομή από τότε μέχρι τώρα.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Η μεγάλη πρόκληση της μέρας, όπως θα πει η συνομιλήτριά μου, ήταν ‘να κλέψει ώρα για το σχολείο’: «Πήγαινα μόνο να πάρω το μάθημα και έφευγα τρεχάτη. Η δασκάλα μου, η κυρία Μοσχούλα, γνώριζε το πρόβλημα και τις ευθύνες που είχα πάνω μου και με βοηθούσε. Μπορώ μάλιστα να πω ότι θαύμαζε το ταμάχι (πόθο) που είχα για τα γράμματα. Εκτός από τα μαθήματα διάβαζα ό,τι άλλο έπεφτε στα χέρια μου και έβλεπα τον πατέρα μου να με κοιτάζει με κρυφό καμάρι. Με το ίδιο καμάρι το οποίο δε φοβόταν και να το φανερώσει, με κοίταζε όταν δοκίμαζε το φαγητό που μαγείρευα. «Μα τι έχεις βάλει μέσα και είναι τόσο νόστιμο;» ρωτούσε.
Ήταν κάτι που, χρόνια αργότερα, θα έλεγε και ο άντρας μου για να με ευχαριστήσει.

‘Ο,τι έκανα ήθελα να είναι όσο καλλίτερο γινόταν», θα πει απλά, χωρίς να ξέρει ότι αυτή τη στιγμή, εκεί, εκ του προχείρου, έδινε τον ορισμό ητς τελειομανίας που την κατέχει μέχρι σήμερα, είτε πρόκειται για την ενυδάτωση της επιδερμίδας της, είτε για τον αμυγδαλένιο μπακλαβά με φύλλο του χεριού.

Κοιτάζω τα γαλάζια της μάτια που λάμπουν, το ζεστό, φιλικό της χαμόγελο, τις κινήσεις της που εκπέμπουν μια λεπτότητα και δυναμισμό μαζί, και προσπαθώ να εντοπίσω, όσο πιο αθόρυβα γίνεται, τον μυστικό κώδικα αυτής της απίστευτης εικόνας που έχω μπροστά μου, ιδιαίτερα όταν πληροφορούμαι ότι ‘ποτέ δε σκέφτεται το θάνατο σε σχέση με την ίδια, αποφεύγει δε συστηματικά το πέρασμά του, από άλλους. «Δεν πηγαίνει ποτέ σε κηδείες», θα με πληροφορήσει η κόρη της Νίτσα που παρακολουθεί αθόρυβα τη συζήτηση, το ίδιο, όπως και ο άντρας της ο Θανάσης που θεωρεί καθήκον του να βάλει κι’ εκείνος τη δική του πινελιά στο πορτραίτο που φανερό, προσπαθώ με ακρίβεια να φιλοτεχνήσω. «Είναι πολύ δυναμική. Δεν κολλάει πουθενά. Είναι το μεγάλο αφεντικό», θα πει λακωνικά, ατάκα που θα πιάσει στον αέρα η πρωταγωνίστρια της σκηνής και θα επιβεβαιώσει «Εγώ είμαι το αφεντικό. Δε μπορεί κανείς να μου πει τι θα κάνω».

ΑΥΡΙΟ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΜΕΡΑ
*Φωτογραφία πρώτης σελίδος: Η εορτάζουσα με την πολιτειακή βουλευτή του Φιλελεύθερου κόμματος της έδρας Bentleigh, Elizabeth Miller.

«Η μαμά ήταν ανέκαθεν δυναμική και ήξερε ακριβώς τι ήθελε. Έχει μεγάλη δε δεξιότητα στο να βρίσκει λύσεις, χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Το κυριότερο όμως είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Δεν τα βάζει μέσα της».

H κόρη το είπε ανέμελα, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι , αυτή τη στιγμή, μου πρόσφερε το κλειδί που περίμενα τόση ώρα για να ξεκλειδώσω το μυστικό κώδικα.
Ανταλλάζουμε ένα γρήγορο βλέμμα και με την οξυδέρκεια που θαυμάζω τόση ώρα σε κείνη, συλλαμβάνει τι επεξηγήσεις χρειάζομαι και με προφταίνει με τους γρήγορους βηματισμούς της σκέψης της: «Όσες αναποδιές και στενοχώριες έρχονται τις πετώ απ’ έξω. Δεν τις αφήνω να μπούνε μέσα μου. Λέω πάντα στον εαυτό μου «αύριο θα ξημερώσει μια υπέροχη μέρα. Όσο κι’ αν φαίνεται κατάμαυρη σήμερα, αύριο θα είναι άσπρη, κάτασπρη».