Αθήνα.- Στους εργοδότες περνάει η πρωτοβουλία των κινήσεων όσον αφορά την εφαρμογή της απόφασης για την αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και την κατάργηση του υποκατώτατου. Μέχρι το τέλος του μήνα θα αποτυπωθεί στις καταστάσεις που θα σταλούν στον ΕΦΚΑ το κατά πόσον η αύξηση θα «περάσει» στους εργαζόμενους ή αν θα επιβεβαιωθούν (και σε ποιο βαθμό) οι ανησυχίες περί πιθανού κύματος απολύσεων ή μετατροπής συμβάσεων από πλήρους σε μερικής απασχόλησης.

Στην κυβέρνηση εμφανίζονται καθησυχαστικοί. Η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου δήλωσε και χθες (σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα») ότι «κεντρικό ρόλο αναλαμβάνει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας που παρεμβαίνει στους χώρους δουλειάς και ελέγχει την τήρηση των κανόνων, μεταξύ αυτών και την πληρωμή του νέου αυξημένου κατώτατου μισθού». Από την άλλη, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος (ο οποίος παραχώρησε συνέντευξη στην «Αυγή της Κυριακής») υποστήριξε ότι η αύξηση της ζήτησης που θα προκύψει από τη θετική μεταβολή του κατώτατου μισθού θα λειτουργήσει θετικά για την οικονομία: «Δεξιοί οικονομολόγοι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποδείξουν μια ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στην αύξηση του κατώτατου μισθού και τη μείωση της απασχόλησης, αλλά οι εμπειρικές μελέτες τους διαψεύδουν διαρκώς».

Η επίπτωση από την αύξηση του κατώτατου μισθού εξαρτάται άμεσα από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί μετά την πολυετή κρίση στην αγορά εργασίας αλλά και τον «χάρτη» των εργοδοτών. Ο συνδυασμός των στατιστικών που δημοσιεύουν τόσο ο ΕΦΚΑ (μέσω της συγκέντρωσης των στοιχείων από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις) όσο και το υπουργείο Οικονομικών μέσω της υποβολής των φορολογικών δηλώσεων δείχνουν ότι:

– Από ένα σύνολο 282.508 εργοδοτών (σ.σ.: τόσοι εμφανίζονται στα αρχεία του ΕΦΚΑ να απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο) στους οποίους αναλογούν 2,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας πλήρους ή και μερικής απασχόλησης, μόλις οι 39.198 εργοδότες (δηλαδή το 13,85% του συνόλου) απασχολούν περισσότερα από 10 άτομα προσωπικό. Επίσης, είναι σαφές ότι οι «μικροί» εργοδότες είναι αυτοί που προσφέρουν και τις περισσότερες θέσεις μερικής απασχόλησης, αλλά και σαφώς χαμηλότερους μισθούς σε σχέση με τους μεγάλους εργοδότες. Άρα, προκύπτει ότι το βάρος για την εφαρμογή των αυξήσεων στους κατώτατους μισθούς θα πέσει κατά κύριο λόγο στις πολύ μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες και θα κληθούν να λάβουν υπόψη όλα τα νέα δεδομένα: την αύξηση των μισθών από τη μία, αλλά και τα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης από την άλλη, με έμφαση στο πρόγραμμα επιδότησης εργοδοτικών εισφορών για τη διατήρηση ή τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης κυρίως σε ό,τι αφορά τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών.

– Η μεγάλη πλειονότητα των εργοδοτών εμφάνισε ζημιές στις φορολογικές δηλώσεις των προηγούμενων ετών. Σε σύνολο περίπου 251.400 νομικών προσώπων τα 158.380 ή το 63% δηλώνουν ζημιές ή μηδενικό αποτέλεσμα. Βέβαια, η φορολογική δήλωση των νομικών προσώπων δεν αποτυπώνει πάντοτε την πραγματική οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων. Οι ζημιές ή τα μηδενικά αποτελέσματα μπορεί να είναι απόρροια φοροδιαφυγής ή και αυξημένων αποσβέσεων και να μην έχουν άμεση συσχέτιση με την πραγματική οικονομική κατάσταση των εργοδοτών. Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες ρευστότητας στις επιχειρήσεις -ειδικά τις μικρές- θα παίξουν καθοριστικό ρόλο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα «περάσει» στην αγορά η αύξηση του κατώτατου μισθού.

 

 

Print Friendly, PDF & Email