ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΑΣΠΙΝΑ

Ο όρος «Θρησκευτική Διπλωματία» δεν είναι νέος.  Καινούργιο είναι το γεγονός ότι, η θρησκευτική διπλωματία «…αναγνωρίζεται διεθνώς σήμερα ως ένα χρήσιμο εργαλείο ήπιας ισχύος άσκησης εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας». (Μητροπολίτης Ορθοδόξων Αρμενίων Ελλάδος, αρχιεπίσκοπος Κεγάμ Χατσεριάν).

Με τους λόγους τούτους, μπορεί να υποστηρίξει κάθε καλόπιστος,  ότι δεν είναι τυχαίο ότι η «Θρησκευτική Διπλωματία» κατέχει υψηλή προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη των διεθνών οργανισμών. Αλλά και της εκκλησιαστικής διοικούσας ιεραρχίας, διεθνώς.

Εδώ, επομένως, εγείρεται ένα σημαντικό ερώτημα, όπως το έχει διατυπώσει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιερόθεος. Το ερώτημα: «Η Εκκλησία χρησιμοποιεί το κράτος για να περάσει την θεολογία της ή το κράτος χρησιμοποιεί την Εκκλησία για να ασκήσει την πολιτική του;»

Μοιάζει το ερώτημα με το αυγό του Κολόμβου: «η κότα έκανε τ΄ αυγό ή το αυγό την κότα»; Ό.τι  απ΄ τα δύο και εάν αποτέλεσε την πρωταρχική δημιουργική σπίθα, βέβαιο είναι ότι τόσο η Εκκλησία όσο και το κράτος προσπαθούν το κάθε ένα από την πλευρά και για τους λόγους του να καταστεί «κυρίαρχος του παιχνιδιού».

Όταν ο «ανταγωνισμός» αυτός, εκδηλώνεται μεταξύ ομοεθνούς εκκλησίας και ομοεθνούς κράτους, μοιάζει με «φιλικό αγώνα» όπου στο τέλος, ασχέτως νικητή, οι αντίπαλοι δίνουν τα χέρια. Όταν, όμως, εκκλησία και κράτος αποτελούν ετερόκλητα εθνολογικά στοιχεία ή όταν η εκκλησία εδράζεται και διακονεί σε έδαφος ξένης χώρας, ενδεχομένως, δε, και  επί αλλόθρησκου Κράτους, τότε αναπτύσσονται αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούν όχι να ισορροπήσουν αντισταθμίζοντας τα δεδομένα, αλλά αντιτίθενται σφόδρα σ΄ αυτά.

Μιλώντας σε συνεδρία για τις Διορθόδοξες Σχέσεις (Φεβρουάριος 2019), ο επίσκοπος Αμορίου Νικηφόρος, ηγούμενος της Μονής Βλατάδων, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανέπτυξε το θέμα «Ορθοδοξία και Οικουμένη, ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή». Άσχετο; Καθόλου. Η ιδιότητα του εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου προσδιορίζει και την αυθεντικότητα του «μηνύματος».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο, στα πλαίσια της «θρησκευτικής διπλωματίας» στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή. Δηλαδή σε ζητήματα εθνικοτοπικά και πολιτικά.  Διότι μέσω αυτής προάγεται ο διάλογος, ενισχύεται η ανεκτικότητα και η αλληλοκατανόηση, οικοδομείται η εμπιστοσύνη μεταξύ κοινοτήτων, προσφέρεται ένα ηθικό πλαίσιο αξιών, ως σημείο αναφοράς και στήριξης της σημερινής κοινωνίας, όπως εκτιμά η Εκκλησία. Στην πραγματικότητα, όμως, η Εκκλησία χρησιμοποιεί τη «θρησκευτική διπλωματία» προκειμένου να εδραιώσει την πνευματική της παρουσία στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να δει κανείς και τις τελευταίες επιλογές του Οικουμενικού Θρόνου για ενθρονίσεις νέων Αρχιεπισκόπων, σε χώρες της δικαιοδοσίας του. Της Αμερικής (κ. Ελπιδοφόρος) της Αυστραλίας (κ. Μακάριος) Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας (κ. Νικήτας). Καναδά (κ. Σωτήριος).

Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι υποστηρικτής του νέου ρόλου της Εκκλησίας, είναι ο αμερικανικός παράγοντας, αποβλέποντας αφενός μεν στην άμβλυνση των θρησκευτικών φανατισμών  στην υδρόγειο και, αφετέρου, στον έλεγχο των υποκείμενων πιστών των διαφόρων θρησκειών.

Όσο και εάν δυσκολεύεται κανείς να ενστερνισθεί μια τέτοια «συνωμοσιολογική» ερμηνεία, εντούτοις έρχονται οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού Πρέσβη κ. Πάιατ για τον νέο Αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ. Ελπιδοφόρο, περί «ισχυρού χαρτιού» και ότι «είναι ένας μεγάλος ηγέτης της διασποράς, με προοπτική» και πως αποτελεί «μια σημαντική δύναμη για την ένωση της ελληνικής διασποράς και θα παίξει ρόλο στην εμβάθυνση των ισχυρών δεσμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ελλάδας», για προκαλέσουν ερωτηματικά και να εγείρουν υποψίες για ενδεχόμενη ύπαρξη (;) ενός τέτοιου «συνωμοτικού» σεναρίου.

Ενός σεναρίου που εξυπηρετείται, εάν δεν την υπηρετεί, την όντως χρήσιμη κατά τα άλλα, και απαραίτητη στις μέρες μας, για άλλους, όμως, λόγους, «Θρησκευτική Διπλωματία»…

Το τελευταίο το ισχυροποιεί, με το χαιρετισμό του, εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εκκλησιών, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου, ο Μητροπολίτης Σουηδίας Κλεόπας, ο οποίος, επισημαίνει ότι «…υπάρχουν τεράστιες αλλαγές στον πλανήτη, τεράστιες απειλές προς την ανθρωπότητα και ότι οι Εκκλησίες μπορούν να κάνουν μια ουσιαστική συνδρομή αν δράσουν όλες μαζί, οικουμενικά».

Η Ορθοδοξία,  όμως, που και πως «δένει» οικουμενικά,  με όλα αυτά; Και, εν τέλει, η Θρησκευτική Διπλωματία προωθεί την θρησκεία, ή αντίθετα, η θρησκεία [μαζί και η Ορθοδοξία], υποθάλπουν (άθελά τους;) την εξ αντικειμένου εθνο-ισοπεδωτική πολιτική της παγκοσμιοποίησης, κάτω από τον εύληπτο γενικόλογο όρο, «Εκκλησίες»;

ΡΗΡ: [Τα αποσπάσματα δηλώσεων, είναι από την διημερίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών με θέμα «Θρησκευτική-Εκκλησιαστική διπλωματία στον 21ο αιώνα» (28-29 Φεβρουαρίου 2019)].

Print Friendly, PDF & Email