Ποιος θα το περίμενε ότι ο εφιάλτης της Περσεφόνης θα έπαιρνε σάρκα και οστά στη σκιά της Ακρόπολης. Σε μια γειτονιά που οι Αθηναίοι αρέσκονται να επισκέπτονται στην αρχή της άνοιξης, όταν χτίζουν την καλοκαιρινή τους διάθεση, φωτογραφιζόμενοι σχεδόν ψυχαναγκαστικά κάτω από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες της για να δημοσιεύσουν εν συνεχεία τις στιγμές τους στα social media με την απαραίτητη λεζάντα – hastag «#summer_mode_on».

Ή το φθινόπωρο όταν η μεταδιακοπική μελαγχολία τους κυριεύει και προσπαθούν να κερδίσουν μια μικρή παράταση σε κυκλαδίτικο περιβάλλον. Τότε θυμούνται τα Αναφιώτικα, «το κυκλαδονήσι στην καρδιά της πρωτεύουσας», όπως βαυκαλίζουν τα μέσα ενημέρωσης και οι προχειρογραμμένοι τουριστικοί οδηγοί. Τότε και μόνο για λίγες ώρες, όπως ακριβώς και οι νυν και οι προηγούμενοι δημοτικοί άρχοντες οι οποίοι, σύμφωνα με τους λιγοστούς κατοίκους της συνοικίας, θυμούνται τα στενά φωτογενή σοκάκια τους αποκλειστικά πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Περίπου 50 ψυχές, όμως, επιμένουν να ζουν στον γραφικό μαχαλά με τα λευκά σπίτια και τα γαλάζια παραθυρόφυλλα. Παρά την πλημμυρίδα των εισαγόμενων και ντόπιων τουριστών που με τη φασαρία τους καταστρέφουν τη νησιώτικη γαλήνη που υποτίθεται αποζητούν, την αδιαφορία των τοπικών Αρχών για τη διατήρηση του μοναδικού χαρακτήρα της περιοχής, τον ελλιπή φωτισμό, την κραυγαλέα απουσία κάδων απορριμμάτων που συνεπάγεται σωρούς σκουπιδιών σε εγκαταλελειμμένα οικόπεδα, τα γερμένα κτίρια που κοντεύουν να γκρεμιστούν πάνω στις κατοικίες τους και τα αυξανόμενα κρούσματα κλοπών, αυτοί παραμένουν εκεί.

Οι τελευταίοι ρομαντικοί μιας πόλης μεθυσμένης από τον πακτωλό συναλλάγματος και την επέλαση της κιτς αισθητικής των γρήγορων αναπλάσεων εκπέμπουν σήμα κινδύνου.

Χωρίς φωτισμό

«Οι μισοί από τους – έτσι κι αλλιώς – ελάχιστους φανοστάτες δεν λειτουργούν. Δύο εξ αυτών, μάλιστα, είναι χαλασμένοι για περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Τόσο είναι και το διάστημα που απευθυνόμαστε στον Δήμο Αθηναίων ζητώντας την αντικατάστασή τους. Ο φωτισμός είναι ένα από τα κύρια προβλήματά μας. Φυσικά υπάρχουν πολλά και διαχρονικά», εξηγεί η Ελένη Ξυνού Γιαννακάκη «γέννημα θρέμμα των Αναφιώτικων», όπως χαρακτηριστικά λέει, και μέλος της επιτροπής κατοίκων που ξενάγησε τα «ΝΕΑ» στη συνοικία.

Οι κατά κύριο λόγο ηλικιωμένοι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής τον τελευταίο καιρό έχουν βαρεθεί να μαζεύουν πεταμένα πορτοφόλια από κακοφωτισμένα σημεία και παρατημένες αυλές, περιγράφει: «Σε διάστημα δύο μηνών εγώ μόνο έχω βρει καμιά εικοσαριά. Τα περισσότερα ανήκουν σε τουρίστες. Τα παραδίδουμε στο ΑΤ Ακροπόλεως και όταν παραπονούμαστε για την ανεπαρκή αστυνόμευση δεν λαμβάνουμε κάποια ικανοποιητική απάντηση».

Ενώ λίγα μέτρα χαμηλότερα, στην πλατεία Μοναστηρακίου αλλά και στους πολυσύχναστους δρόμους της Πλάκας, η παρουσία ανδρών και γυναικών της ΕΛ.ΑΣ. είναι σχεδόν 24ωρη, τα Αναφιώτικα έχουν αφεθεί έρμαιο στα χέρια συμμοριών, παραπονιούνται οι κάτοικοι, σημειώνοντας πως όταν – σπάνια – κάποιες πεζές περιπολίες εμφανίζονται στη γειτονιά, αυτό γίνεται κατόπιν προσωπικής πρωτοβουλίας των οργάνων. «Κατά καιρούς διαρρήκτες έχουν μπει και στα σπίτια μας. Τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Πριν από 20 μέρες οι κάτοικοι καταφέραμε να πιάσουμε μια γυναίκα που έκλεψε ένα ζευγάρι και πριν από αυτό έναν άνδρα πορτοφολά. Τους πηγαίνουμε στο τμήμα αλλά λίγες ημέρες μετά επιστρέφουν», συνεχίζει η κυρία Ξυνού.

Ακατοίκητα

Τα προβλήματα τους, όμως, δεν εξαντλούνται στην ασφάλεια και τον φωτισμό. Ενα ακόμα ζήτημα για το οποίο επιτακτικά ζητούν λύση αφορά στα ακατοίκητα οικήματα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν απαλλοτριωθεί τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 από το υπουργείο Πολιτισμού με σκοπό την… ανάδειξή τους και εκ τότε ρημάζουν. «Τριάντα – σαράντα χρόνια πριν η γειτονιά έσφυζε από ζωή, ωστόσο, πολλοί γείτονες τα έδωσαν αντιπαροχή για ένα κομμάτι ψωμί. Αλλα κατέρρευσαν παρατημένα και άλλα παραμένουν κλειστά. Διαρκώς ρωτάμε τι θα απογίνουν αυτά τα κτίρια που πλέον αποτελούν εστίες μόλυνσης. Απάντηση καμία», λέει ο επίσης κάτοικος της περιοχής Νίκος Σαχάς. «Τα λέμε, τα ξαναλέμε… Δεν βαριέσαι, όσο και να φωνάζουμε δεν μας ακούν…».

«Είναι πραγματικά ντροπιαστικές οι εικόνες των σκουπιδότοπων στα πόδια του σημαντικότερου μνημείου της ανθρωπότητας. Το καλοκαίρι μας τρώνε οι ψύλλοι και τα κουνούπια, ενώ όσα οικόπεδα είναι αδύνατον να φροντίσουμε οι ίδιοι – όπως αυτό με τη μισοτελειωμένη από το 1997 (!) οικοδομή του υπουργείου Πολιτισμού – έχουν γεμίσει σκουπίδια, αγριόχορτα και ποντίκια. Γι’ αυτό και έχουμε τόσες γάτες», συμπληρώνει πικρογελώντας η κυρία Ξυνού.

Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, οι κάτοικοι στα Αναφιώτικα πρέπει να ανέχονται και τα ολονύχτια υπαίθρια σουαρέ τουριστών και ντόπιων νεαρών στις ταράτσες (κάποιες είναι και ετοιμόρροπες) στις αυλές και στις πλατείες τους, σχεδόν πάντοτε συνοδεία δυνατής μουσικής, ιδίως του καλοκαιρινούς μήνες: «Κάθε πρωί βρίσκουμε σπασμένα μπουκάλια, γόπες, αποφάγια και κάθε λογής βρωμιά. Αν τολμήσουμε, δε, να παραπονεθούμε για τον θόρυβο μετά τα μεσάνυχτα μας βρίζουν και μας πετούν ακόμα και πέτρες! Τουριστικό χάλι».

Πόσο πιο προφητικοί θα μπορούσαν να είναι οι στίχοι του Γκάτσου… «Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο, τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες…»

Πηγή:in.gr

Print Friendly, PDF & Email

Σχόλια Facebook

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.