«Οι Ελληνοαμερικανοί – Ιστορία του Απόδημου Ελληνισμού των Η.Π.Α» Μέρος 22ο

Πότε άραγε να έφτασε στη Νέα Γη η πρώτη Ελληνί­δα, και που; Έμεινε στη Νέα Υόρκη ή τράβηξε για το εσωτερικό; Με ελληνικό διαβατήριο ήρθε ή με ξένο –από κείνες τις παμπάλαιες, ελληνικές εστίες της Μακεδονίας, της Θράκης, της Μικρασίας, της Κύπρου. Και διατήρησε μια αυθεντικότητα και μια ακεραιότητα, την ίδια που είχε και στις παλαιές πατρίδες.

Για τους πρώτους Ελληνες που πάτησαν χώμα του Νέου Κόσμου έχουμε κάποια ιδέα. Εξακριβωμένο πως με τα πλοία του Κολόμπου στο πλήρωμα ήταν και Έλληνες. Ποντοπόροι ανέκαθεν και ριψοκίνδυνοι (και λίγο τυχοδιώχτες), γύρευαν πάντοτε, και περισσότερο οι νησιώτες, ζήση, πλούτο, προκοπή, στη θάλασσα  –πού πάντα τους γοήτευε– και σε τόπους μακρυνούς και άγνωστους. Και δεν είναι απίθανο κάποιοι να ήρθαν ως εδώ πριν κι’ άπό τον Κολόμπο, που νόμιζε πώς ήρθε στις  Δυτικές  Ινδίες.

Και ξέρουμε και πως με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τις σφαγές της Χίου αρκετοί φιλέλληνες Αμε­ρικανοί έφεραν κι’ ανάστησαν και σπούδασαν ελληνόπουλα ορφανά, που κάποια απ’ αυτά έγιναν σπουδαίοι άντρες και διακρίθηκαν κι’ έμειναν στην ιστορία της Αμερικής τα ονόματα τους. Όπως ο Γιάννης Ζάχος (ορφανό της Χίου, γεννημένο στην Κωνσταντινούπολη) πού σπούδασε γιατρός αλλά διακρίθηκε σαν εκπαιδευτικός και στοχα­στής. Ο Καλβοκορέσης, ο Ροδοκανάκης, ο Αποστολίδης, ο Αναγνωστόπουλος και άλλοι. Ξέρουμε από την Ιστορία και πως Έλληνες πολέμησαν στον εμφύλιο πόλεμο της Αμε­ρικής, άλλοι με τα στρατεύματα των Βόρειων και άλλοι με των Νότιων. Καθώς και πως αρκετοί εργάζονταν στις Λίμνες, τα Γκρέητ Λέηκς,[1] που πριν το σιδηρόδρομο μ’ αυ­τές γινόταν οί συγκοινωνίες και οι μεταφορές. Στο Μίσιγκαν, σε παραλίμνιες πολιτείες, υπάρχουν τάφοι με ελληνικά ονόματα στα νεκροταφεία. Μερικοί, που ξεμάκρυ­ναν κείνα τα χρόνια ως εκεί, έκαμαν και οικογένειες, παι­διά με άλλης φυλής γυναίκες, που τα βάφτιζαν στην προτεσταντική ή την καθολική εκκλησία.

Σ’ όλ’ αυτά τα χρόνια ίχνος Ελληνίδας δε φαίνεται (κι’ αποκλείεται βέβαια κάποια να ξέπεσε ως εδώ σαν ναυ­τικός)  ως τήν τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.

Σαν πρώτη Ελληνίδα που ήρθε στην Αμερική θεωρούμε τη Μαρία Γκράτσια Τόρνμπουλ, θυγατέρα εμπόρου της Σμύρνης, που παντρεύτηκε εκεί τον σκωτσέζο γιατρό Άντριου Τόρνμπουλ. Και όταν ήρθαν εδώ, προς τιμήν της ωνόμασε Νέα Σμύρνη την πόλη που ίδρυσε στη Φλώριδα, το 1767 –εννιά χρόνια πριν την Αμερικανική Επανάσταση.

Μα η Μαρία Τόρνμπουλ ανήκει σε μιά εντελώς διαφο­ρετική κατηγορία και δέν έχει τίποτα κοινό ο ερχομός και ή ζωή της εδώ με τον ερχομό και τη ζωή των πρωτοπόρων Ελληνίδων. Που οι περισσότερες, σχεδόν όλες, ήταν απλές χωρικές από πολύ φτωχά σπίτια, ή από φτωχικές λαϊκές συνοικίες αστικών κέντρων, και ήρθαν σε βιοπαλαιστές συζυγούς, πατέρες, αδερφούς, θείους.

Η Μαρία Τόρνμπουλ, με πατέρα έμπορα της Σμύρνης, και μόρφωση (όπως έμεινε στην Ιστορία), με αγγλικά, και ίσως κι’ άλλες γλώσσες (τα γαλλικά εκείνα τα χρόνια εκεί ήταν απαραίτητα για τα κορίτσια της εύπορης τά­ξης), και με σύζυγο απ’ τους αδίσταχτους γιά πλούτο. Έφερε ενα χρόνο αργότερα και 500 (οι 200 Μανιάτες, οι άλλοι  Ιταλοί) για τη γη πού κατείχε.

Βέβαια με τους Μανιάτες τότε (1767) δεν ήρθαν και γυναίκες (δε φαίνεται). Σε κείνα τα χρόνια, ενώ οι άλλοι μετανάστες έφερναν μαζί τους και τις οικογένειες τους, οι Έλληνες, πού και τότε είχαν φαίνεται το σκοπό της επι­στροφής στα πατρικά τους χώματα, δεν έφερναν γυναίκες. Κάποιοι έκαμαν οικογένειες με αλλόφυλες, που όπως ήταν φυσικό, τα βάφτιζαν στην εκκλησία της μητέρας τους (ελληνική δέν υπήρχε ακόμα) και γλώσσα του παιδιού ήταν η μητρική του, και της μητέρας του τις πολιτιστικές και δοξαστικές παραδόσεις ακολουθούσε –φυσικό κι’ αυτό ως σήμερα. Ακόμα και ο Γιαννόπουλος, ένας από τους επικοιστές της Νέας Σμύρνης, που το σπίτι του που έχτισε αργό­τερα στον Άγιο Αυγουστίνο χρησίμευε και σαν εκκλησία για τους Έλληνες, λέει τό ιστορικό (και πως ήταν και το πρώτο αμερικανικό σχολειό εκεί– και σώζεται σα μουσείο ως σήμερα), ακόμα κι’ αυτός στην καθολική εκκλησία βά­φτισε τά παιδιά του –καθολική ήταν ή γυναίκα του.

Ο Δρ. Α. Κόπαν σε μελέτη του αναφέρει πως η πρώτη ελληνίδα ήρθε στο Σικάγο τό 1885, λεγότανε Mrs. Peter Pooley (μα το ελληνικό της; χάθηκε κι’ αυτό;), και ο αείμνηστος Θ. Γιαννακούλης, πως με την πρώτη μαζική ελληνική μετανάστευση, το 1882, ήρθαν 125 άντρες  και μιά γυναίκα με ελληνικό διαβατήριο. Ίσως αυτή να είναι η πρώτη ελ­ληνίδα που ήρθε στο Νέο Κόσμο. Και ίσως η ίδια τρία χρόνια αργότερα –τό 1885– να ήρθε στο Σικάγο. Όπου και έμεινε, κι’ έδρασε αργότερα σ’ ελληνική κίνηση, όταν άρχι­σαν να ξεφορτώνουν τα πλοία και τα τραίνα τη μεγάλη μεταναστευτική μάζα των ομογενών μας. Στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, πού έγινε καταρράκτης με τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, το μεταναστευτικό ρεύμα.

Γιατί, εκτός από τις άλλες αίτιες –τη μεγάλη φτώχεια στην Ελλάδα, που επιδεινώθηκε με τον πόλεμο του 1897– την κακή διοίκηση, τους τοκογλύφους, και τη μάστιγα της προίκας, φαίνεται πως πήρε διαστάσεις και τροπές επιδημίας η μετανάστευση με τα πρώτα εμβάσματα που έφτασαν εκεί κι’ ανάπνευσαν λίγο, ξεχρεώθηκαν.

Ο αξέχαστος ελληνοαμερικανός ποιητής Γιώργης Κουτουμάνος,[2] που ήρθε στήν Αμερική τό 1903, όταν επέστρεψε στο χωριό του, τό 1905, να πάρη και να φέρη τη γυναίκα του και το παιδί τους, διηγόταν πως τον μόνο άντρα που βρήκε πάνω από 13 ετών ήταν ο παπάς του χωρίου! Και πως τον τρόμαξε αυτή η κατάσταση, γιατί είχαν μείνει ακαλλιέρ­γητα τα περισσότερα χτήματα. Αυτό όμως δε μπόρεσε να τον εμπόδιση να φέρη και το μικρότερο αδερφό του (οι άλλοι δύο είχαν προηγηθεί), που ήταν μόνο 12 χρονών. “Πώς να έμενε τό παιδί σ’ ένα χωριό δίχως άντρες, μόνο με γέρους, μικρά παιδάκια και γυναίκες”, έλεγε.

Η Ελληνίδα ανάστηνε μόνη της τα παιδιά της. Και χωρίς να έχει εδώ μάνα, αδερφή, πεθερά. “Ας είχα κάποια να μου δίνει ενα χέρι κι’ ας ήταν και μια στρίγκλα πεθερά,” έλεγαν. Και χωρίς να ξέρουν τη γλώσσα να πουν μιά κουβέντα με τη γειτόνισσα (“τι τα θέλαμε τ’ αγγλικά αφού σε κανα-δυό χρόνια θα φεύγαμε”;) να ελαφρώση λίγο η μοναξιά. Και χωρίς τηλέφωνο να τηλεφωνήσουν μια γνωστή τους Ελληνίδα σ’ άλλη άκρη της πόλης (γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν εκείνα τα γκέτο, τα “Γκρήκ Τάουνς”, στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο, στο Σαν Φραντσίσκο –να βλέπωνται). Τα υπόμεναν όλα με την ελπίδα πως τον άλλο χρόνο θα ήταν πια στην πατρίδα.

Μερικές οικογένειες νοίκιαζαν κανένα δωμάτιο τους σε κανένα εργένη, συγγενή, κάποτε και σε δύο, και τρεις, είτε και συχωριανούς τους. Να περισσεύη μια πεντάρα παραπάνου. Έπλυναν οι γυναίκες και τα ρούχα των εργένηδων. Στη σκάφη. Πού πλυντήρες και στεγνωτήρια τότε! Και παραπολλές βγήκαν κι’ εργαζότανε και στα εργοστά­σια. Όλα για να κατορθώσουν να φύγουν μια ώρα αρχήτερα αυτές που ήρθαν με το πρώτο μεγάλο μεταναστευ­τικό ρεύμα, που ογκώθηκε στην αρχή της πρώτης δεκα­ετίας του αιώνα μας. Ωργανωμένη ελληνική ζωή δεν υπήρχε και οι κοινότητες στα σπάργανα. Και οι οικογε­νειάρχες, άλλα και κείνοι που δεν είχαν φέρει οικογένεια, δούλευαν  ξεθεωτικά,   “κρυφά απ’ το θεό,” όπως  έλεγαν.

Όταν άρχισε ο πόλεμος (ο πρώτος παγκόσμιος) έπε­σε χρήμα πολύ στην Αμερική. Βγήκαν και γυναίκες κι’ εργάστηκαν στην πολεμική βιομηχανία.

Ο πόλεμος εκείνος άφησε για αργότερα την επιστρο­φή. Κι’ όταν τέλειωσε, χτύπησε τήν Ελλάδα άλλη συμφο­ρά –η τραγωδία της Μικρασίας. Πάνω από ένα εκατομμύ­ριο προσφυγικός κόσμος στη γη της, που δε μπορούσε να θρέψη τον ντόπιο πληθυσμό της κι’ έφευγε στά πέρατα, και η μετανάστευση στην Αμερική κλειστή πια (ποιος να το φανταζότανε πως ο προσφυγικός πληθυσμός θα έφερ­νε κοσμογονία στην Ελλάδα –θα έκαμνε και κάποια κατσάβραχα να καρπίζουν).

Το όνειρο της επιστροφής δεν έσβυσε βέβαια, έμεινε γι’ αργότερα “να σιάξουν πρώτα τα πράγματα λίγο εκεί.” Κι’ άρχισαν οι έρανοι για τους ξεσπιτωμένους και πεινα­σμένους. Λίγες ακόμα οι Ελληνίδες στην Αμερική μα πή­ρανε μέρος δίπλα στον πρωτοπόρο ακούραστα ν’ ανακουφιστή ο προσφυγικός κόσμος.

Αμέσως μετά εκείνον τον πόλεμο, αφού η κατάσταση εκεί δεν ήταν τέτοια που να ενθάρρυνε την επιστροφή, να κάνουν οικογένεια οι ανύπαντροι στά πατρογονικά τους χώματα (που ήρθανε παιδάκια στην αρχή του αιώνα και τώρα ήταν άντρες) άρχισαν να φέρνουν νύφες μέ φωτογραφία.

Οι νύφες της φωτογραφίας απαραίτητο να γνώριζαν να βάλουν την υπογραφή τους (οι πρωτοπόρες για υπο­γραφή έβαζαν σταυρό πολλές). Γιατί άπό το 1917 άρχισε να εφαρμόζεται ο νόμος Literary Test Law (για να περιοριστή η μετανάστευση), κάποιες τόσο μόνο γνώριζαν, άλλα με­ρικές έμαθαν μετά ελληνικά γράμματα από τις ελληνοαμερικανικές εφημερίδες, όπως και πολλοί πρωτοπόροι. Για τους απομονωμένους η μόνη επαφή τους ήταν η ελ­ληνική εφημερίδα με τον Ελληνισμό, και περίμεναν σα θεό τον ταχυδρόμο.

Το 1922 ψηφίστηκε ο νόμος των “εκατοστών” και σταμάτησαν να έρχωνται βαποριές-βαποριές οι νύφες. Που, αφού μετά τον πόλεμον είχαν σκοτωθεί εκεί οι άντρες, έπρεπε να βρουν σύζυγο στην Αμερική –που μάλιστα δε ζητούσε και προίκα.

Κάποιοι τότε έστελναν κι’ έφερναν κοπέλλες στο Μεξικό, στον Καναδά, και πήγαιναν εκεί και την νυμφευό­τανε την άγνωστη αρραβωνιαστικιά, και τότε είχανε το δικαίωμα να την φέρουν εκτός αναλογίας.

Στο μεταξύ άρχισαν να μεγαλώνουν τα παιδιά αυτών που ήρθαν με τα πρώτα ρεύματα της μετανάστευσης, και το συλλογιόταν αν ήταν καλό να τα πάρουν και να φύ­γουν στο χωριό τους. Εδώ θα σπούδαζαν. Ας μεγάλωναν και κατόπι  έφευγαν –να το θέλουν καΐ τα ίδια να φύγουν από την πατρίδα όπου είδανε τον ήλιο …

Κι’ όταν ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση και τράν­ταξε συθέμελα την Αμερική, με δονήσεις σ’ όλο τον κό­σμο, άλλαξε ξάφνου η κατάσταση έτσι που δεν το περί­μενε κανείς, και για τον πρωτοπόρο έλληνα μετανάστη. Χάθηκαν περιουσίες, επιχειρήσεις μικρές και μεγάλες, 16 εκατομμύρια οι άνεργοι της χώρας. Στη μεγάλη ελληνική παροικία τότε, του Χώλστεντ και Χάρισον, στο Σικάγο, 15 χιλιάδες ομογενείς ζούσαν από τη βοήθεια που έδινε η Πολιτεία στις οικογένειες των ανέργων, και στα “σουπ λάϊνς” (soup lines), τα συσσίτια, όπου έτρωγαν μια σούπα οι μη οικο­γενειάρχες. Εκείνο τον καιρό η Πολιτεία για να λιγοστέψη τον αριθμό αυτών που ζούσαν από τη βοήθεια της, πλή­ρωνε τα έξοδα να γυρίσουν στις πατρίδες τους οι άνεργοι με τις οικογένειες τους, αν ήθελαν, αλλά δε θα είχαν το δικαίωμα να ξαναγυρίσουν στην Αμερική. Μερικές οικογένειες το δέχτηκαν. Το θεώρησαν και μεγάλο ευτύχημα. Άλλα το μετανόησαν. Δεν ήταν εύκολο να προσαρμοστούν εκεί, και μάλιστα κάτω από τέτοιες συνθήκες: Απένταροι, και μαθημένοι, κυρίως τα παιδιά τους, στη ζωή της Αμερικής. Και τότε ωργανώθηκαν επιτροπές, στις όποιες πρωτοστατούσαν Ελληνίδες, να επιτραπή να ξαναγυρίσουν στην Αμερική, αλλά μόνο τα εδώ γεννημένα παιδιά τους μπορούσαν, που τότε καταστρεφόταν η οικογένεια. Όμως οί περισσότεροι άνεργοι απόρριψαν αυτή τη δελεαστική πρόταση. Προτίμησαν ν’ αγωνιστούν δίπλα στον άλλο αμερικανικό λαό για περισσότερη βοήθεια στους άνεργους, για τα “μπόνους” σε κείνους που πολέμησαν στον παγκό­σμιο πόλεμο κάτω από την αμερικανική σημαία, και πάνω απ’ όλα για κυβερνητικά έργα, στους δρόμους, στους κάμ­πους, να εργαστούν οί άνεργοι.

Σε κείνη την παράξενη αμερικάνικη εποχή, που πέθαι­ναν κάποιοι από την πείνα (και. τόσοι αυτοκτονούσαν –από κείνους που έχασαν μεγάλες περιουσίες) γιατί υπήρχε υπερπαραγωγή κι’ έκλεισαν τα εργοστάσια, και καίγανε τα  σιτηρά,   κατάστρεφαν  τα   ζωντανά,  η   Ελληνίδα,   που έμεινε στο σπιτικό της, προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες. Κι’ ενώ σ άντρας της στην απελπισία του μπορεί να άρπα­ξε ενα φορτηγό τραίνο και να πήγε σε άλλη πόλη με την ελπίδα πως ίσως να εύρισκε εκεί δουλειά, εκείνη έμαθε να μαγειρεύη με λάρδο[3] τα διάφορα αμερικανικά φαγώ­σιμα που έδινε δωρεά στον άνεργο κόσμο η Πολιτεία, να απαιτή περισσότερο γάλα για τα παιδία της, κι’ όταν οι εταιρίες έκλειναν το ηλεκτρικό, το φωταέριο, γιατί ήταν απλήρωτο, να καλή την Επιτροπή Βοήθειας των Ανέργων να έρχεται με τα εργαλεία και να το ανοίγη. Κι’ αν πετούσε ο σπιτονοικοκύρης στο δρόμο τα έπιπλά της, γιατί δεν πλήρωσε μήνες νοίκι, να καλή την ίδια επιτροπή να τα βάζη μέσα (για να της γίνη δεύτερη έξωση έπρεπε ο σπιτονοικοκύρης να πάη πάλι δικαστικώς κι’ έπερνε μήνες η υπόθεση)-

Πέρασε και εκείνη η περίοδος που για πολλούς το όνειρο της επιστροφής ξεχάστηκε ολότελα. Τώρα ο δεύτε­ρος Παγκόσμιος πόλεμος. Χρήμα με το τσουβάλι τώρα. Μα στρατεύσιμα τώρα τα παιδιά του πρωτοπόρου και της νύφης της φωτογραφίας. Και στέκεται πάλι στο πόστο της η Ελληνίδα, σα μάνα, σα γυναίκα. Καταλαβαίνει πως η πλευρά που άρχισε αυτό τον πόλεμο θα είναι ολέθριο αν τον κερδίση. Σ’ αυτό την κατατοπίζουν και οι εφημερίδες, οι ελληνικές, και σε κείνη που μπορεί να διαβάση αγγλι­κά. Έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ελληνική εφημε­ρίδα. Χιλιάδες εργάζονται για τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό (εδώ κι’ 6 – 7 χρόνια ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός τίμησε σε τελετή την πρεσβυτέρα Πετράκη, μη­τέρα του ελληνοαμερικανού συγγραφέα Χάρυ Μαρκ Πε­τράκη,[4] για τις 10 χιλιάδες (δέκα χιλιάδες!) ώρες που ερ­γάστηκε στον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό). Φτιάχνουν επιδέσμους για τους λαβωμένους κι’ άλλα, δίνουν αίμα. Και για το Γκρηκ Γουώρ Ρελίφ ( Greek War Relief: Ελληνική Πολεμική Βοήθεια) βγάζουν από τα μπαούλα τους και τα κειμήλια τους να πουληθούν στα “Μπαζάρς” που οργάνωναν τότε για τη βοήθεια τών θυμάτων του πολέμου στην Ελλάδα. Κι’ όταν τελείωσε και κείνος ο πόλεμος, πολλές έμειναν με κείνα που φορούσαν, να στείλουν ρουχισμό, κι’ ό,τι άλλο μπορούσαν, σε συγγενείς και ξένους, ατομικά ή ομαδικά. Χιλιάδες-χιλιάδων δέματα, και πρωτοστατούσαν στους ερά­νους. Κι’ ανασκουμπώθηκαν πριν τρία χρόνια και οι σημερινές, που τόσο διαφέρουν από τις μάνες και τις γιαγιές τους, και πρωτοστάτησαν στις Επιτροπές για τη βοήθεια της Κύπρου. Αλλά και σε κάθε ανάγκη της ελληνικής πα­τρίδας, ή κάποιου κλάδου του ελληνικού κορμού, θα πράξουν το καθήκον τους, το ανθρώπινο άλλωστε, και οι ση­μερινές, και οι αυριανές, κι’ ας δε θα είναι τόσο στενοί οι δεσμοί τους με την Ελλάδα όσο των πρωτοπόρων, που έφταναν τό πάθος.

ΑΥΡΙΟ : Τι ήταν εκείνο πού έκαμε αυτές τις πρωτοπόρες Ελληνίδες, τις τόσο άπλες κι’ αγράμματες, να σταθούν εξαί­ρετες σα σύζυγοι και μητέρες κι’ Ελληνίδες;



[1]Great Lakes (Μεγάλες Λίμνες): Αλυσίδα λιμνών στην κεντρική-Ανατολική Βόρειο Αμερική που περιλαμβάνει τις λίμνεςSuperior,Michigan, Huron,Erie, andOntario. Οι Μεγάλες Λίμνες έχουν επιφάνεια περίπου 245.660 τετραγωνικά χιλιόμετρα, καλύπτουν δηλαδή μία επιφάνεια ίση με το Ηνωμένο Βασίλειο..

[2] O Γιώργος Κουτουμάνος υπήρξε ένας πολύ αγαπητός ποιητής, γνωστός ως “ποιητής του λαού”. Έγραφε τα ποιήματά του κυρίως  στα ελληνικά, τα οποία, από το 1907 έως το 1964, εκδίδονταν σε βιβλία και σε ελληνοαμερικανικές εφημερίδες. Αργότερα ένα μέρος του έργου του μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Rae Dalven και τον John Prevedore.

[3] Λάρδο (από την αγγλική λέξη  Lard: το λαρδί, το λίπος

[4] Harry Mark Petrakis ( 5 Ιουνίου 1923,, St. Louis, Missouri –o): αμερικανός μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος ελληνικής καταγωγής, γιος ορθόδοξου ιερέα, του οποίου τα  πληθωρικά και ευαίσθητα έργα πραγματεύονται τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών στα αμερικανικά αστικά κέντρα και κυρίως στο Σικάγο. Κυριότερα μυθιστορήματα του είναι: Lion at My Heart (1959), The Odyssey of Kostas Volakis (1963), A Dream of Kings (1966), The Hour of the Bell (1976), Nick the Greek (1979), Days of Vengeance (1983), και Ghost of the Sun (1990). Έχει δημοσιεύσει επίσης συλλογές μικρών διηγημάτων, μία βιογραφία και μία αυτοβιογραφία: Stelmark: A Family Recollection (1970). Το1998 συνέγραψε μία βιογραφία του βιομηχάνου Henry Crown, και τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε ένα ακόμη αυτοβιογραφικό έργο, Tales of the Heart: Dreams and Memories of a Lifetime.