Το La Trobe καταδικάζει το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών σε αργό θάνατο

Βικτώρια.- Το Πανεπιστήμιο La Trobe έχει μία αποστολή. Τη διατυπώνει ξεκάθαρα στην δήλωση του οράματός του και είναι η ακόλουθη: «Η προώθηση της γνώσης και μάθησης για να διαμορφώσουμε το μέλλον των μαθητών και των κοινοτήτων μας». Ευήκοη δήλωση και ίσως αληθινή για κάποια τμήματα, αλλά μετά από τις πρόσφατες εξελίξεις στο πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών και την προσέγγιση του πανεπιστημίου προς αυτό, η παραπάνω δήλωση στερείται ουσίας.

Στην πραγματικότητα, η κατάργηση της μίας και μοναδικής θέσης πλήρους απασχόλησης του Προγράμματος, δείχνει ότι το Πανεπιστήμιο δεν προσπαθεί να προωθήσει τη μάθηση στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών. Γιατί πώς είναι δυνατόν να επιδιώκει κάτι τέτοιο όταν το Πρόγραμμα δεν έχει τους απαραίτητους πόρους για να λειτουργήσει; Πώς μπορεί ένας συντονιστής μερικής απασχόλησης σε 20 και κάτι ώρες την εβδομάδα να καταφέρει να διδάσκει, να συμβάλει στην αναζωογόνηση του Προγράμματος, να το αναπτύξει, να το συντονίσει, να συμμετάσχει σε έναν καινοτόμο σχεδιασμό σπουδών και να εκπληρώσει τα διοικητικά καθήκοντα του προγράμματος την ίδια στιγμή; Ακούγεται λίγο σαν ανέκδοτο.

Το Πανεπιστήμιο δεν έχει καμία πρόθεση να διαμορφώσει το μέλλον εκείνων των φοιτητών που επιλέγουν να σπουδάσουν Νεοελληνικά στο La Trobe. Γιατί απλώς δεν πιστεύει ότι το πρόγραμμα έχει μέλλον. Οι πρόσφατες αποφάσεις των πανεπιστημιακών αρχών για το πρόγραμμα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το La Trobe όχι απλώς δεν πιστεύει στο μέλλον του προγράμματος αλλά αργά και σταθερά προσπαθεί να το κλείσει.

Σκληρή εκτίμηση, δυστυχώς όμως ρεαλιστική και εξηγούμε γιατί.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ «ΘΑΝΑΤΟΥ»

Από την ίδρυσή του πριν από 40 χρόνια, το Πανεπιστήμιο La Trobe απολαμβάνει την υποστήριξη της ελληνικής κοινότητας της Βικτώριας. Ερανικές εκδηλώσεις, επιχορηγήσεις από τις ελληνικές και κυπριακές κυβερνήσεις και γενναιόδωρα κληροδοτήματα έρεαν

στο πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών και, αν και σε μικρότερη κλίμακα τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να το ενισχύουν. Η δωρεά Βασιλογιάννη που, σύμφωνα με τις πηγές μας, αποφέρει στο Πρόγραμμα εισόδημα $50.000 από τους τόκους σε ετήσια βάση, πρόσθετη χρηματοδότηση από αυτή που λαμβάνει το Πανεπιστήμιο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αποτελεί παράδειγμα της συμβολής της παροικίας στο πρόγραμμα.

Δυστυχώς, όμως, είναι εμφανές ότι αυτή η σχέση συνεργασίας έπαψε να είναι αμοιβαία εδώ και κάμποσο καιρό.

Πριν από περίπου 10 χρόνια, το Πανεπιστήμιο άρχισε σταδιακά να υιοθετεί πολιτική μυστικοπάθειας και αλαζονικής αδιαφορίας προς την ελληνική παροικία. Οι ανησυχίες της ομογένειας και τα ερωτήματά της για το μέλλον του Προγράμματος έμεναν αναπάντητες ενώ οι αρχές του Πανεπιστημίου άρχισαν να αποδυναμώνουν το Πρόγραμμα, αποφεύγοντας να δώσουν μια σαφή εικόνα για τις προθέσεις τους, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά που εκφράζονταν οι δικαιολογημένες ανησυχίες της παροικίας, ότι δεσμεύονται για τη συνέχισή του.

Η ελληνική παροικία δεν ζει σε άλλον πλανήτη. Γνωρίζει τη μείωση του αριθμού των φοιτητών και τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτή την σκληρή πραγματικότητα, αλλά η έλλειψη ξεκάθαρων απαντήσεων από την πλευρά του Πανεπιστημίου για τις προθέσεις του και για το πώς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, δημιούργησε έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ της ελληνικής παροικίας και του La Trobe.

Η τελευταία απόφαση των πανεπιστημιακών Αρχών να προσλάβουν συντονιστή μερικής απασχόλησης, ζητώντας της να εκπληρώσει επιπρόσθετα καθήκοντα από εκείνα της προκατόχου της Δρ Μαρίας Ηροδότου, που ήταν -επαναλαμβάνουμε- πλήρους απασχόλησης, εξόργισε -και δικαίως- την ελληνική παροικία.

Η Δρ Ηροδότου που υπηρέτησε το πρόγραμμα για 40 περίπου χρόνια από διαφορετικά πόστα, αγανακτισμένη από τις τελευταίες εξελίξεις, μίλησε στον «Νέο Κόσμο» για τα όσα συνέβησαν τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, από τότε δηλαδή που ανακοίνωσε στο Πανεπιστήμιο την απόφασή της να συνταξιοδοτηθεί.

«Όταν τους ενημέρωσα για την απόφασή μου να συνταξιοδοτηθώ, τους παρουσίασα όλες τις λεπτομέρειες του Προγράμματος και τους ρώτησα αν θα διατηρήσουν τη θέση μου με όλες τις προϋποθέσεις -πλήρης, συνεχιζόμενη απασχόληση και χρηματοδοτούμενη από το πανεπιστήμιο- και μου υποσχέθηκαν ότι θα το κάνουν. Δυστυχώς, η αποχώρησή μου το 2017 συνέπεσε με απόφαση του πανεπιστημίου να ‘παγώσει’ τις προσλήψεις νέου προσωπικού» λέει η Δρ Ηρόδοτου

Η πολιτική ‘παγώματος’ νέων προσλήψεων λειτούργησε ως αρωγός στο στρατηγικό σχέδιο του Πανεπιστημίου -είναι προφανές τώρα ότι υπήρχε στρατηγικό σχέδιο- για το πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών που αποσκοπούσε στο να ελαχιστοποιήσει τις όποιες οικονομικές του υποχρεώσεις στο πρόγραμμα. Αντί να αντικαταστήσουν τον Δρ Ηροδότου, μια κίνηση που θα επιβεβαίωνε τη δέσμευσή του La Trobe για συνέχιση του προγράμματος τότε, οι αρμόδιοι υιοθέτησαν την πρόχειρη λύση πρόσληψης δύο εκτάκτων καθηγητών (casual) με την Δρ Ηρόδοτου να παραμένει εκεί απασχολούμενη κάποιες ώρες την εβδομάδα προκειμένου να διεκπεραιώνει τα διοικητικά καθήκοντα.

Με άλλα λόγια, από την αρχή του 2017 το Πανεπιστήμιο δεν ξόδεψε ούτε μία δεκάρα για το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών. Στην πραγματικότητα, το Πανεπιστήμιο είχε και κέρδος. Εκτός από τα κονδύλια που έλαβε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι $20.000 που πληρώνει το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης για να παρακολουθούν φοιτητές του το Πρόγραμμα συν τους τόκους της δωρεάς Βασιλογιάννη, έφταναν και περίσσευαν για να καλυφθούν μισθοί των έκτακτων καθηγητών.

Εν τω μεταξύ, η Δρ Ηροδότου κατά τη διάρκεια του περασμένου ακαδημαϊκού έτους προσπάθησε άπειρες φορές -και μάταια- να πάρει μία ξεκάθαρη απάντηση για το πότε το Πανεπιστήμιο θα προσλάβει τον/την αντικαταστάτη της.

Οι Αρχές του Πανεπιστημίου σκόπιμα απέφευγαν να της απαντήσουν. Ακόμα και κατά τη διάρκεια συνάντησης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης τον περασμένο Οκτώβριο, ο τότε επικεφαλής Καθηγητής της Σχολής Τεχνών, Anthony McGrew, επέλεξε πολύ προσεκτικά τα λόγια του και δεν έδωσε καμία υπόσχεση για το τι μέλλει γενέσθαι με τη θέση. Το μόνο που είπε ήταν ότι το Πρόγραμμα δεν θα κλείσει.

Εν τω μεταξύ, η Δρ Ηροδότου ξαναχτύπησε στην πόρτα του επικεφαλής του Τμήματος Γλωσσών, καθηγητή James Walker, απευθύνοντας τις ίδιες ερωτήσεις και παίρνοντας τις ίδιες αόριστες απαντήσεις.

«Εξέφρασα την ανησυχία μου για τις καθυστερήσεις στον διορισμό νέου συντονιστή το Προγράμματος. Οι καθυστερήσεις έκαναν κακό στο Πρόγραμμα. Τους το είπα και εγώ δεν ξέρω πόσες φορές» λέει, τώρα

Ένα μήνα μετά, ο «Νέος Κόσμος», βλέποντας το Πανεπιστήμιο να καθυστερεί την προκήρυξη της θέσης του αντικαταστάτη της Δρ Ηροδότου, επικοινώνησε με τους αρμοδίους, ρωτώντας τους για τις προθέσεις τους.

Απαντήσεις δεν λάβαμε. Κενές υποσχέσεις, ναι, λάβαμε. Μάλιστα, σύμφωνα με πηγές μας, το Πανεπιστήμιο ενοχλήθηκε, χαρακτηρίζοντας την προσπάθειά μας «ανώφελη παρέμβαση για το Πρόγραμμα»!

Είναι να απορεί κανείς… Η δική μας παρέμβαση έκανε κακό στο πρόγραμμα ενώ οι δικές τους αποφάσεις το ωφελούν;

Σε λίγες μέρες, οι υποψίες όλων μας επιβεβαιώθηκαν. Το Πανεπιστήμιο δεν επρόκειτο να προσλάβει συντονιστή ολικής απασχόλησης. Η θέση που προκηρύχθηκε είχε υποβαθμιστεί σε θέση μερικής απασχόλησης (0,6 για να είμαστε ακριβείς).

«Δεν είναι δυνατόν να περιμένουν από έναν μερικής απασχόλησης συντονιστή να κάνει όλα όσα ζητούν και να αναπτύξει παράλληλα το Πρόγραμμα. Εξέφρασα, επίσης, την ανησυχία μου για τους περιορισμούς που αυτή η απόφαση επιβάλλει στη σωστή λειτουργία του” λέει ο Δρ. Ηροδότου, που εξακολουθούσε να πιστεύει (επειδή κανένας δεν την είχε ενημερώσει διαφορετικά) ότι το Πανεπιστήμιο επρόκειτο τουλάχιστον να συνεχίσει να την χρηματοδοτεί από το ταμείο του.

Αλλά η κατάσταση ήταν χειρότερη από ό,τι φανταζόταν. Η θέση δεν θα χρηματοδοτείται πλέον από το Πανεπιστήμιο, αλλά από εξωτερικούς πόρους (δηλαδή τους τόκους της δωρεάς Βασιλογιάννη).

«Δεν τίμησαν την υπόσχεση που είχαν δώσει» λέει η Δρ Ηροδότου, φανερά ενοχλημένη, ενώ δίνει εύσημα στον καθηγητή Walker, για τις προσπάθειες που κατέβαλλε.

Το Πανεπιστήμιο μας κορόιδευε όλον αυτόν τον καιρό και δεν το ενδιαφέρει το πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών. Θέλει να το κλείσει.

Τα τελευταία δύο χρόνια, όπως μάθαμε, το καλοκαιρινό μάθημα Ελληνική Διασπορά δεν προσφέρθηκε. Ενώ το καλοκαίρι του 2016, είχαν εγγραφεί σε αυτό 15 φοιτητές το Πανεπιστήμιο τους έκλεισε τις πόρτες του χωρίς καμία εξήγηση. Πέρσι το καλοκαίρι ούτε καν άνοιξαν τις εγγραφές για το μάθημα ή, πιο σωστά, τις άνοιξαν δίνοντας διορία μίας μέρας στους φοιτητές να εγγραφούν σ’ αυτό. Ναι καλά διαβάζετε, μία μέρα.

Εν τω μεταξύ, η ανάπτυξη νέων μαθημάτων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αύξηση του αριθμού των φοιτητών καθίσταται αδύνατη, καθώς, όπως επισημαίνει η Δρ Ηροδότου, «ορισμένες πολιτικές εμποδίζουν το Πρόγραμμα να προσφέρει νέα επιπρόσθετα μαθήματα στο υπάρχον πρόγραμμα».

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ LA TROBE 

Ο καθηγητής Walker υποστηρίζει ότι το μακροπρόθεσμο σχέδιο του Πανεπιστημίου είναι να αναβιώσει το Πρόγραμμα. Είναι άξιο απορίας… Δεν βλέπει «τον ελέφαντα που κάθεται μέσα στο δωμάτιο», το πώς δηλαδή θα μπορέσει η νέα συντονίστρια Δρ Στέφι Νικολούδη, παρά την ακαδημαϊκή της κατάρτιση και τις πολύ καλές της προθέσεις να επιτύχει κάτι τέτοιο στις 20 και κάτι ώρες εργασίας της την εβδομάδα;

Αυτήν τη φορά δεν θέσαμε ερωτήσεις στο Πανεπιστήμιο. Το κάναμε αμέτρητες φορές στο παρελθόν και οι απαντήσεις τους ήταν πάντα ήξεις αφήξεις. Απλώς ζητήσαμε από τον επικεφαλής του Τμήματος Γλωσσών, James Walker, να σχολιάσει τα όσα αναφέρουμε παραπάνω και παραθέτουμε την απάντησή του:

«Οι εγγραφές στις ελληνικές σπουδές έχουν μειωθεί δραστικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, σε σημείο που το Πρόγραμμα κινδυνεύει να καταστεί μη βιώσιμο. Στο τρέχον χρηματοοικονομικό περιβάλλον, το Πρόγραμμα δεν μπορεί να συνεχιστεί με την υπάρχουσα μορφή του. Η πρόσληψη συντονιστή μερικής απασχόλησης μας δίνει χρόνο για να ξανασκεφτούμε το Πρόγραμμα. Ο νέος επικεφαλής της Σχολής Τεχνών και εγώ δεσμευόμαστε να συνεργαστούμε με τον νεοδιορισμένο συντονιστή και την Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης για να θέσουμε το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών σε αειφόρο πορεία. Έχουμε ήδη αρχίσει να κάνουμε αλλαγές στο Πρόγραμμα Σπουδών για το 2019, γεγονός που ελπίζουμε ότι θα το καταστήσει πιο ελκυστικό στους φοιτητές που παρακολουθούν το Πρόγραμμα αλλά και άλλους φοιτητές του Πανεπιστημίου».

Ο ΑΛΛΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΝ 

Στο παρελθόν, η ελληνική παροικία είχε δείξει έμπρακτα τη στήριξή της στο πρόγραμμα μέσω μιας σειράς πρωτοβουλιών, ενώ μέλη της ελληνικής παροικίας είχαν επενδύσει, όχι μόνο χρόνο, αλλά και σημαντικά χρηματικά ποσά σ’ αυτό.

Οι αποφάσεις και η έλλειψη διαφάνειας εκ μέρους του La Trobe δημιούργησαν σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ της ελληνικής παροικίας και του Πανεπιστημίου, γεγονός στο οποίο οφείλεται εν μέρει και η αδιαφορία της παροικίας που παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό για το Πρόγραμμα.

Και η αδιαφορία αυτή είναι πολύ πιο επιζήμια από τις ενέργειες του La Trobe, για το ακαδημαϊκό μέλλον των ελληνικών σπουδών στην Βικτώρια.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γίνεται μια προσπάθεια από την Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτώριας και έχει ξεκινήσει ένας διάλογος με το La Trobe, αλλά, δυστυχώς, ο διάλογος στο σημείο που φτάσαμε δεν είναι αρκετός.

Και το λέμε αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι η Κοινότητα άρχισε τον διάλογο αυτό πριν το Πανεπιστήμιο ανακοινώσει την απόφασή του να καταργήσει τη θέση του συντονιστή, ο διάλογος δεν κατάφερε τίποτα. To Πανεπιστήμιο την κατάργησε έτσι και αλλιώς.

Ως παροικία, τα τελευταία χρόνια -που είναι και τα πλέον κρίσιμα- αποστασιοποιηθήκαμε από το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών.

Είναι μία θλιβερή διαπίστωση και τα αίτια αυτής της στάσης μας είναι πολλά, αλλά το να ασχολούμαστε με το παρελθόν είναι χάσιμο πολύτιμου χρόνου.

Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και μπρος. Θέλουμε ένα Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών σε ακαδημαϊκό επίπεδο στη Βικτώρια; Είναι το πρώτο και βασικότερο όλων ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε ως παροικία. Αν ναι, τι μπορούμε να κάνουμε για να καταστήσουμε αυτό το πρόγραμμα βιώσιμο; Ποιοι είναι αυτοί που θα ηγηθούν αυτής της προσπάθειας για λογαριασμό της παροικίας; Υπάρχει, δυστυχώς, έλλειμμα ηγεσίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί.

Ως μία πλούσια παροικία με εκατοντάδες συλλόγους που «πεθαίνουν» αφήνοντας πίσω τους περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Τα χρήματα για τη διατήρηση ενός προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών υπάρχουν. Έχουμε, επίσης, το ανθρώπινο κεφάλαιο, εξαιρετικούς ανθρώπους που έχουν τη γνώση και έχουν κερδίσει το σεβασμό όχι μόνο της ελληνικής παροικίας αλλά κυρίως της αυστραλιανής κοινωνίας, να ηγηθούν αυτής της προσπάθειας. Κάποιοι θα πουν ότι λείπει η διάθεση. Αυτό, όμως, δεν μπορούμε να το ξέρουμε πριν το διερευνήσουμε. Το ζήτημα είναι να αφήσουμε τα λόγια και αρχίσουμε τις πράξεις.

 

Πηγή:Neoskosmos.com