Μισό αιώνα και 9 χρόνια από την 21η Απριλίου 1967

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΑΣΠΙΝΑ

Η φράση «η θύμιση είναι προστασία» (ή συχνότερα «η μνήμη είναι προστασία») αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή και ιστορική αλήθεια. Σημαίνει ότι το να θυμόμαστε—είτε πρόκειται για προσωπικά βιώματα είτε για ιστορικά γεγονότα—λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε μελλοντικά λάθη, κινδύνους ή απώλεια ταυτότητας. (ΑΙ)

Έτσι, λοιπόν, πρέπει να θυμηθούμε ότι σαν σήμερα, στις 21 Απριλίου 1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, επιβάλλοντας επταετή δικτατορία (Χούντα των Συνταγματαρχών). Το Στρατιωτικό πραξικόπημα το οργάνωσαν οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, με αποτέλεσμα την κατάλυση της δημοκρατίας.

Η αυτοκατάρρευση της Χούντας επίλθε επτά χρόνια αργότερα, με την προδοτική οργάνωση από  το καθεστώς,  της ανατροπής του Μακαρίου (1974) και την απόπειρα εγκατάστασης  χούντας και στην Μεγαλόνησο. Η εισβολή της Τουρκίας (υπό τον μανδύα της προστάτιδας δύναμης) κατέληξε στην κατοχή μέρους της νήσου που, δυστυχώς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Τι ήταν αυτό,  όμως, που έφερε (ή διευκόλυνε) την χούντα και την ανατροπή της Δημοκρατίας στη χώρα που επενόησε τη Δημοκρατία; Η βαθιά πολιτική οξύτητα και  μία παρατεταμένη πολιτική και κοινωνική κρίση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Συνοπτικά, δ’υο ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που οδήγησαν στη Χούντα των Συνταγματαρχών:

1.Η Αποστασία του 1965: Η σύγκρουση του βασιλιά Κωνσταντίνου Β’ με τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου οδήγησε στην παραίτηση του τελευταίου. Ακολούθησε μια περίοδος έντονης πολιτικής αστάθειας με διαδοχικές κυβερνήσεις που στερούνταν λαϊκής νομιμοποίησης.

2. Ο «Κομμουνιστικός Κίνδυνος»: Οι πραξικοπηματίες χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα την απειλή μιας επικείμενης κομμουνιστικής εξέγερσης για να δικαιολογήσουν την επέμβασή τους . Στην πραγματικότητα, η Αριστερά ήταν πολιτικά απομονωμένη, αλλά η άνοδος της δημοτικότητας της Ενώσεως Κέντρου και του Ανδρέα Παπανδρέου προκαλούσε ανησυχία στο κατεστημένο .

Δυστυχώς, φαίνεται, όμως, πως η μνήμη δεν λειτουργεί όσο αποτρεπτικά θα περίμενε κανείς σήμερα. Η ζωφερή εικόνα της Βουλής κατά την προχθεσινή Συνεδρίαση για το «Κράτος Δικαίου» δείχνει ότι ως λαός δεν έχουμε διδαχθεί από τα παθήματά μας.

Οι υψηλοί τόνοι, η πολιτική τοξικότητα, και, όπως έγραψε  ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης,  στο σημείωμά του «…η ευκολία με την οποία εκτοξεύονται αβάσιμες κατηγορίες και στη βιαιότητα μιας δημόσιας εμμονικής στοχοποίησης επί τη βάση κατασκευασμένων άθλιων ψεμάτων, που εκπορεύεται σε πολλές περιπτώσεις από εκτελεστές συμβολαίων δολοφονίας χαρακτήρων που ενδύονται τον μανδύα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Ανατροφοδοτείται από ανώνυμα προφίλ του διαδικτύου και δυστυχώς υιοθετείται με ευκολία ακόμα και από αρχηγούς κομμάτων της αντιπολίτευσης. Είναι εξοργιστικό και ταυτόχρονα βαθιά λυπηρό».

Βαθιά λυπηρό, αλλά και βαθιά ανησυχητικό φαινόμενο. Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 ήταν μια μαύρη σελίδα για την Ελλάδα, που οδήγησε σε διώξεις, εξορίες, βασανιστήρια και τελικά, όπως ήδη αναφέραμε, στην εθνική τραγωδία της Κύπρου.  Ας μην δημιουργούμε συνθήκες όμοιες με εκείνες που ζήσαμε -και πληρώσαμε- τη δεκαετία του ’60.

Βέβαια, οι πρωταίτιοι της χούντας καταδικάστηκαν το 1975 και η χώρα πέρασε σε μια νέα φάση δημοκρατικής ομαλότητας με την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι, στις 24 Ιουλίου 1974. Εμείς οι πολίτες, όμως, μισό αιώνα και 9 χρόνια έκτοτε, έχουμε στ΄ αλήθεια αποβάλει την πολιτική νοσηρότητα και την φανατισμένη πολιτική υπερβολή που κάποτε οδηγεί ακόμη και σε ανατρεπτικές, επικίνδυνες για τη δημοκρατία μας, καταστάσεις;