Η Άλλη Όψη της Πατρίδας: Η Ταλαιπωρία των Ομογενών

Φωτό: Ο Μανώλης Βεληβασάκης.

Ο ομογενής βρίσκεται συχνά σε μια παράδοξη θέση: ενώ η Ελλάδα τον τιμά στα λόγια ως «εθνικό κεφάλαιο», στην πράξη πολλές φορές τον αντιμετωπίζει σαν πολίτη δεύτερης κατηγορίας όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία. Υποθέσεις όπως η αναγνώριση ιθαγένειας, οι ληξιαρχικές πράξεις, οι συντάξεις, τα κληρονομικά ζητήματα και οι συναλλαγές με προξενεία και δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να απαιτήσουν μήνες ή και χρόνια αναμονής. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες ψηφιοποίησης του ελληνικού κράτους τα τελευταία χρόνια, πολλοί απόδημοι εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί με γνώμονα τις δικές τους ανάγκες.

Ιδιαίτερα ενοχλητικό είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι ομογενείς δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν απλώς σεβασμό στον χρόνο τους, σαφείς διαδικασίες και αποτελεσματική εξυπηρέτηση. Άνθρωποι που διατήρησαν την ελληνική γλώσσα, την πίστη και την ταυτότητά τους επί γενιές, που στήριξαν την πατρίδα σε δύσκολες στιγμές και που προβάλλουν τον Ελληνισμό σε όλο τον κόσμο, δικαιούνται καλύτερη μεταχείριση.

Ίσως ήρθε η ώρα η Ελλάδα να περάσει από τα μεγάλα λόγια για τον Απόδημο Ελληνισμό σε μια πραγματική πολιτική εξυπηρέτησης και σεβασμού. Διότι η σχέση της πατρίδας με την Ομογένεια δεν πρέπει να μετριέται από τους πανηγυρικούς λόγους των επισήμων, αλλά από το πώς αντιμετωπίζεται ο ομογενής όταν χτυπά την πόρτα μιας δημόσιας υπηρεσίας.

Όπως λέμε συχνά στην Κρήτη: η αγάπη δεν φαίνεται στα λόγια, αλλά στις πράξεις. Αυτό ακριβώς περιμένει σήμερα η Ομογένεια από το ελληνικό κράτος.

Οι απόδημοι Έλληνες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν μόνο να εξυπηρετούνται με σεβασμό, αποτελεσματικότητα και κοινή λογική. Αντί γι’ αυτό, πολλοί αναγκάζονται να δαπανούν χιλιάδες ευρώ σε δικηγόρους και αμέτρητες ώρες προσπαθώντας να ξεπεράσουν λάθη, παραλείψεις και την απίστευτη γραφειοκρατική ακαμψία ενός συστήματος που συχνά μοιάζει να λειτουργεί εις βάρος τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εικόνα δεν είναι η ίδια σε όλες τις υπηρεσίες του ελληνικού κράτους. Η εμπειρία μου με τα Ελληνικά Προξενεία υπήρξε, κατά κανόνα, άψογη. Οι υπάλληλοι εργάζονται με επαγγελματισμό, αμεροληψία και διάθεση να εξυπηρετήσουν τους ομογενείς, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες και με περιορισμένους πόρους.

Το πρόβλημα αρχίζει συνήθως όταν τα δικαιολογητικά φθάσουν στις δημοτικές υπηρεσίες της Ελλάδας και ιδιαίτερα στα δημοτολόγια. Εκεί, πολλές φορές παρατηρούνται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, αντικρουόμενες ερμηνείες της νομοθεσίας και απαιτήσεις για πρόσθετα έγγραφα που δεν προβλέπονται ή που έχουν ήδη υποβληθεί. Η έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης σε θέματα Ομογένειας από ορισμένους υπαλλήλους μετατρέπεται σε μια επίπονη και δαπανηρή περιπέτεια για τους ενδιαφερόμενους.

Η δική μου εμπειρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν πολλοί ομογενείς στις συναλλαγές τους με ορισμένες δημοτικές υπηρεσίες της Ελλάδας.

Η σύζυγός μου είναι κόρη Ελλήνων γονέων και όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά της ελέγχθηκαν και επικυρώθηκαν από τις αρμόδιες προξενικές αρχές του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη. Αφού ολοκληρώθηκε ο προβλεπόμενος προξενικός έλεγχος, ο φάκελος διαβιβάστηκε στον Δήμο Άνδρου για την εγγραφή της στο δημοτολόγιο.

Εκεί όμως άρχισε ένας αδικαιολόγητος γραφειοκρατικός Γολγοθάς. Οι δημοτικές υπηρεσίες αρνήθηκαν να προχωρήσουν στην εγγραφή, επικαλούμενες διατάξεις νόμου που έχουν καταργηθεί εδώ και χρόνια. Ακόμη και όταν το ίδιο το Προξενείο υπέδειξε εγγράφως το σφάλμα και διευκρίνισε ποιο είναι το ισχύον νομικό καθεστώς, οι αρμόδιοι υπάλληλοι επέμειναν στην εσφαλμένη ερμηνεία τους.

Αντί να διορθώσουν το λάθος και να ολοκληρώσουν μια απλή διοικητική πράξη, παρέπεμψαν την υπόθεση στην Περιφερειακή Ενότητα Κυκλάδων. Έκτοτε, η υπόθεση παραμένει σε εκκρεμότητα επί μήνες, χωρίς να υπάρχει κάποιος ουσιαστικός ή νομικά βάσιμος λόγος για την καθυστέρηση.

Το πλέον απογοητευτικό στοιχείο είναι ότι το κόστος αυτών των καθυστερήσεων δεν το επωμίζονται οι υπηρεσίες που σφάλλουν, αλλά οι ομογενείς. Χάνεται πολύτιμος χρόνος, δημιουργείται ψυχολογική ταλαιπωρία και συχνά απαιτούνται πρόσθετα έξοδα για δικηγόρους και διοικητικές παρεμβάσεις, προκειμένου να ξεπεραστούν προβλήματα που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν εξαρχής.

Εάν η Ελλάδα επιθυμεί πραγματικά να διατηρήσει ζωντανό τον δεσμό της με την Ομογένεια, οφείλει να εξασφαλίσει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες της διαθέτουν την απαραίτητη γνώση, εφαρμόζουν ορθά τη νομοθεσία και αντιμετωπίζουν τους απόδημους Έλληνες με τον σεβασμό που δικαιούνται.

Μανώλης Βεληβασάκης – Νέα Υόρκη – Φλόριδα