Καναδάς: Φεστιβάλ με 2 εκατ. επισκέπτες και ελληνικές γεύσεις, μουσικές και χορούς στην οδό Ντάνφορθ στο Τορόντο

ΤΟΡΟΝΤΟ:.- Από τα ντολμαδάκια και τα μεζεκλίκια των πρώτων ομογενών εστιατόρων πριν 30 χρόνια στη μεγαλύτερη γιορτή δρόμου της χώρας σήμερα
Το μακράν μεγαλύτερο φεστιβάλ γεύσεων του Καναδά, το Taste of the Danforth, επέστρεψε το τριήμερο 7-9 Αυγούστου σε μία Ντάνφορθ αισθητά διαφορετική από εκείνη που το γέννησε πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Σύμφωνα εκτιμήσεις της οργανωτικής επιτροπής το απόγευμα της Κυριακής, η συνολική προσέλευση αναμενόταν να φτάσει τα δύο εκατομμύρια επισκέπτες, υπερβαίνοντας το μέχρι σήμερα ρεκόρ των περίπου 1,6 εκατομμυρίων.
Η επιτυχία της επιστροφής δεν ήταν προδιαγεγραμμένη καθώς η περιοχή Εμπορικής και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης του ελληνικού εμπορικού κέντρου (Greektown Business Improvement Area – ΒΙΑ) είχε καταγράψει απώλειες 257.000 καναδικών δολαρίων το 2023 ενώ σύμφωνα με ρεπορτάζ του περιοδικού Toronto Life, το κόστος εκείνης της διοργάνωσης είχε πλησιάσει τις 900.000 δολάρια. Στη γενική συνέλευση του Νοεμβρίου 2023, τα μέλη της ΒΙΑ ενέκριναν αύξηση μόλις 2% στην εισφορά τους, με τη διοίκηση να προειδοποιεί ότι οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να επωμισθούν σημαντικά μεγαλύτερη επιβάρυνση και ότι για να συνεχιστεί το φεστιβάλ απαιτούνταν νέες χορηγίες και πρόσθετη χρηματοδότηση.
Η διαδρομή προς τη φετινή επιστροφή δεν ήταν εύκολη καθώς το Taste of the Danforth δεν πραγματοποιήθηκε το 2020 και το 2021 λόγω της πανδημίας ενώ το 2022 οι διοργανωτές επικαλέστηκαν τις δυσκολίες προσαρμογής στη νέα διαμόρφωση της Ντάνφορθ λόγω των εγκαταστάσεων του CaféTO και των ποδηλατοδρόμων δεν άφηναν περιθώρια στον κεντρικό οδικό άξονα. Το 2023 το Taste επανήλθε αλλά δεν πραγματοποιήθηκε για τα επόμενα δύο χρόνια αφού καταγράφηκαν απώλειες 270 περίπου χιλιάδων δολαριών.
Με τουλάχιστον δύο χρόνια προετοιμασίας, η φετινή αναβίωση στηρίχθηκε με 400.000 δολάρια με τον δήμο του Τορόντο και την επαρχιακή κυβέρνηση του Οντάριο να χρηματοδοτούν με 200.000 δολάρια η κάθε μία. Λίγες μέρες μετά και η ομόσπονδη κυβέρνηση του Καναδά συνέβαλε με 100.000 δολάρια.
Η επιστροφή της Γεύσης της Ντάνφορθ είχε αποκτήσει και πολιτικό βάρος ήδη από τον Φεβρουάριο καθώς σε ερώτημα δημοσιογράφου για το Taste ο έπαρχος του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, απάντησε απλά λέγοντας «Μου λείπει το Taste of the Danforth» και δεσμεύθηκε χρηματοδοτήσει την εκδήλωση εφόσον συμμετείχε και ο δήμος του Τορόντο. Η δήμαρχος της πόλης, Ολίβια Τσάου, απάντησε ότι ο δημοτικός προϋπολογισμός είχε ήδη προβλέψει σχετική στήριξη και κάλεσε τις δύο κυβερνήσεις να το συζητήσουν μέσα στη χρονιά.
Για την Τσάου, ωστόσο, η προσπάθεια είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει τον Ιανουάριο του 2024, είχε αναφέρει «Δημήτρη, θα επαναφέρουμε το Taste of the Danforth. Να είσαι σίγουρος για αυτό».
Η πολιτική παρουσία ήταν εμφανής και κατά την επιστροφή της διοργάνωσης, όπου βρέθηκαν αιρετοί και εκπρόσωποι διαφορετικών βαθμίδων διακυβέρνησης. Στην επίσημη ανακοίνωση της χρηματοδότησης τον Ιούνιο, ο Ford χαρακτήρισε το Taste «εμβληματικό φεστιβάλ δρόμου», αποδίδοντάς του οικονομικό αποτύπωμα άνω των 100 εκατ. δολαρίων. Η Chow το περιέγραψε ως θεσμό που συνδυάζει την ελληνική κουλτούρα, την ενίσχυση των επιχειρήσεων και την πολυμορφία του Τορόντο, ενώ ο υπουργός Τουρισμού, Πολιτισμού και Τυχερών Παιχνιδιών Stan Cho συνέδεσε τη δημόσια επένδυση με την απασχόληση, την τοπική επιχειρηματικότητα και τον τουρισμό.
Το Taste γεννήθηκε από μία απλή ιδέα του Αντώνη Αρτεμάκη, τότε προέδρου του Χωριού της Ντάνφορθ επιχειρηματική ιδέα στην οποία οι εστιάτορες της Greektown αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις και τα διαφημιστικά τους κονδύλια, προσφέροντας μικρές γευστικές δοκιμές ώστε να προσελκύσουν κόσμο στη γειτονιά. Οι επίσημες πηγές δεν συμφωνούν απολύτως ως προς την αφετηρία: ο Δήμος τοποθετεί την έναρξη στο 1993, ενώ η επίσημη ιστορία του φεστιβάλ αναφέρει ότι η πρώτη οργανωμένη διοργάνωση έγινε το 1994 με 23 εστιατόρια και περίπου 5.000 επισκέπτες. Το 1995 οι επισκέπτες υπολογίστηκαν σε 100.000 και το 1996 ξεπέρασαν τις 500.000, καθιστώντας αναγκαίο το πλήρες κλείσιμο της Danforth στην κυκλοφορία.
Ο σημερινός πρόεδρος του Greektown BIA, Αντώνης Πήθακας, θυμάται το 1993 ως έφηβος τότε να βγαίνει έξω από το εστιατόριο και να προσφέρει ντολμαδάκια στους περαστικούς. Τόνισε ότι ο στόχος παραμένει ο ίδιος. Το Taste δημιουργήθηκε πρωτίστως ως «εργαλείο μάρκετινγκ για τις επιχειρήσεις της Greektown» και η φετινή διοργάνωση επιχειρεί να επιστρέψει σε αυτήν ακριβώς τη λειτουργία. Σύμφωνα με τον ίδιο, φέτος συμμετείχαν 127 επιχειρήσεις έναντι 64 το 2023 και 92 το 2019.
Το πρόβλημα ή ίσως η ευκαιρία, για την πολυπολιτισμικότητα της πόλης, είναι ότι το ελληνικό εμπορικό κέντρο του 2026 δεν είναι πλέον η Γκρηκτάουν (Greektown) των δεκαετιών του 1970, του 1980 ή ακόμη και του 1990. «Θα ήταν άδικο να παρουσιάσουμε τη γειτονιά ως κατά κύριο λόγο ελληνική σήμερα», παραδέχεται. Ήδη από το 2019, μέσα μαζικής ενημέρωσης της πόλης σημείωναν ότι δίπλα στις μεσογειακές γεύσεις έχουν ενταχθεί και άλλες κουζίνες ή όπως περιεγράφηκε «ότι είναι μία ευκαιρία να ταξιδέψει κανείς στον κόσμο των γεύσεων» μέσα στη Greektown.
Η διαφορά, όμως, φέτος ήταν ότι αυτή η μεταβολή αυτή δεν παρουσιάστηκε στη γευστική εικόνα και παρουσία αλλά και τις μουσικές σκηνές που υπήρχαν καθώς πέραν των ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών μπορούσε να βρει κανείς εκπροσώπους του σημερινού πολυπολιτισμικού Καναδά.
«Μπορεί η δυναμική του φεστιβάλ να έχει αλλάξει, υπήρξε, όμως, συντονισμένη προσπάθεια να διατηρηθεί ο Ελληνισμός», λέει στον «ΕΚ» ο καλλιτεχνικός διευθυντής της NorthStage Management Inc., Σταύρος Κανίχης.
Η παρατήρησή του βρίσκει μια ενδιαφέρουσα, περισσότερο προσωπική αντήχηση στη μαρτυρία της κυπριακής καταγωγής, Σοφίας Μιχαηλίδη, η οποία μεγάλωσε στη Ντάνφορθ και θυμάται να επισκέπτεται το Taste από πολύ μικρή. Η φετινή συμμετοχή της ως χορεύτρια, λέει, ήταν «σαν να έκλεισε ένας κύκλος». Την ίδια στιγμή τονίζει την αλλαγή λέγοντας «Το φεστιβάλ ήταν πολύ περισσότερο ελληνικό όταν μεγάλωνα. Τώρα είναι ένα μείγμα διαφορετικών πολιτισμών, κάτι που είναι όμορφο, αλλά δεν έχει την ίδια αυθεντική ελληνική αίσθηση που είχε παλαιότερα».
Για άλλους νέους καλλιτέχνες αυτή η συνέχεια υπήρξε καθοριστική. Η τραγουδίστρια Στέισι Ζάικου θυμάται ότι μεγάλωσε πηγαίνοντας στο Taste, παρακολουθώντας τις ελληνικές σκηνές τονίζοντας μας ότι «Ήταν ένας από τους λόγους που εμπνεύστηκα να ασχοληθώ και εγώ με τη μουσική», λέει, δηλώνοντας ενθουσιασμένη για την επιστροφή του θεσμού.
Η Αθηνά Μάλλη από το μουσικό σχήμα «Δύο Φωνές» βλέπει τη Γεύση της Ντάνφορθ ως μέσο προβολής του ταλέντου της ελληνικής κοινότητας αλλά, κυρίως, ως τρόπο μεταφοράς της ελληνικής κουλτούρας στις νεότερες γενιές. Ο Γιώργος, από το ίδιο σχήμα, παρατηρεί την παρουσία μη Ελλήνων ως ένα από τα θετικότερα στοιχεία αφού «άνθρωποι άλλων καταβολών έρχονται στη Ντάνφορθ και αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό». Η Αναστασία Κακαγιάννη εξέφρασε τη χαρά και την τιμή των Ελλήνων καλλιτεχνών για την επιστροφή της Γεύσης της Ντάνφορθ σημειώνοντας ότι ο καθένας επιχείρησε «να φέρει το δικό τους μουσικό χρώμα» και να αναδείξει «την πολυμορφία και το εύρος της ελληνικής μουσικής» τόσο όσο αυτοτελούς παράδοσης όσο και μέσα στο βαλκανικό και διεθνές μουσικό τοπίο.
Ο ΕΚ συνομίλησε και με τον σομελιέ του εστιατορίου Μεζές, Ντρου Ίννες ότι η ανασύσταση του φεστιβάλ δρόμου είναι μία μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει το ευρύτερο κοινό το ελληνικό κρασί «το οποίο είναι εξαιρετικά συναγωνίσιμα με πολλές μεγάλες χώρες αφού όταν πιείς μία γουλιά ελληνικού κρασιού είναι σαν να πίνεις τουλάχιστον 6.000 χρόνια ιστορίας».
Ο Αντώνης Πήθακας, όμως, μας τόνισε πως το μέλλον δεν βρίσκεται στην προσπάθεια ανακατασκευής του παρελθόντος υπογραμμίζοντας ότι «Το παρελθόν ήταν το παρελθόν» ενώ την ίδια στιγμή έθετε ως ορίζοντα τα επόμενα δύο, τρία και πέντε χρόνια και διερωτώμενος πώς μπορεί η Greektown να εξακολουθήσει να προσφέρει στον επισκέπτη μια αναγνωρίσιμη ελληνική εμπειρία σε μία συνοικία που έχει πλέον αλλάξει. Η απάντησή σε αυτό είναι το «ελληνικό νήμα» που διατρέχει κάθε δράση της ελληνικής εμπορικής γειτονιάς χωρίς να αγνοεί την πραγματική σύνθεση της πόλης σήμερα.
Ήδη σχεδιάζει το επόμενο βήμα τις επόμενες Γεύσεις αφού «Ελπίζουμε από του χρόνου να συνεργαστούμε με περισσότερα φεστιβάλ. Το Σάλσα (Salsa) της οδού Σέιντ Κλερ μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτής της συνεργασίας. Μένει να δούμε τι μπορούμε να προσφέρουμε ο ένας στον άλλο και ίσως η Greektown να συμμετέχει και στο Salsa on St. Clair», λέει, περιγράφοντας μία λογική αμοιβαίας προβολής «του πολυπολιτισμού και της εθνοτικής ταυτότητας στην πόλη του Τορόντο».
Εκεί ίσως βρίσκεται και η ουσία της φετινής επιστροφής. Το Taste of the Danforth δεν μπορεί πλέον να είναι ακριβώς το φεστιβάλ μιας σχεδόν αμιγώς ελληνικής γειτονιάς, επειδή αυτή η γειτονιά έχει αλλάξει. Μπορεί όμως να παραμείνει ένα φεστιβάλ που γνωρίζει ποιος το δημιούργησε και γιατί. Η μεγάλη προσέλευση δείχνει ότι το Τορόντο δεν ξέχασε το Taste. Το επόμενο τεστ θα είναι δυσκολότερο: αν η διοργάνωση μπορεί να μετατρέψει τη νέα πολυπολιτισμική της φυσιογνωμία σε δύναμη, να διατηρήσει ουσιαστικό τον ελληνικό πυρήνα της και ταυτόχρονα να αποκτήσει ένα οικονομικό μοντέλο που δεν θα χρειάζεται κάθε φορά έκτακτη δημόσια διάσωση για να επιστρέψει στη Danforth.
Κείμενο από τον ΕΘΝΙΚΟ ΚΗΡΥΚΑ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: https://www.ekirikas.com/festival-me-ellinikes-gefseis-stin-od/
Φωτό: Περίπου δύο εκατομμύρια ήταν οι επισκέπτες κατά τις πρώτες εκτιμήσεις το τριήμερο 7-9 Αυγούστου στο Taste of the Danforth, του μεγαλύτερoυ φεστιβάλ δρόμου του Καναδά. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ








Σχόλια Facebook