Η Μαύρη Θάλασσα και οι Έλληνες Εφοπλιστές

Η Τζελίνα Χαρλαύτη παρουσιάζει τα εμπορικά δίκτυα του Εύξεινου Πόντου, εξηγώντας τον καθοριστικό ρόλο της ναυτιλίας στην εγκατάσταση και τη δραστηριότητα των Ελλήνων εμπόρων στα λιμάνια του. (credit: υποψήφιος διδάκτορ Αλέξανδρος Μπαλάσης)
Τορόντο.- Πριν οι Έλληνες εφοπλιστές αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές, πλοία από τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου φόρτωναν σιτηρά στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Τα φορτία έφταναν από την ενδοχώρα μέσω ποταμών στα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου και χάρη στη συνεργασία εμπορικών οίκων και πλοιοκτητών έφταναν στις αγορές της δυτικής Ευρώπης. Μέσα από αυτές τις συνδέσεις η ιστορικός Τζελίνα Χαρλαύτη ανέδειξε τις προϋποθέσεις της μετέπειτα ανόδου των ελληνόκτητων θαλάσσιων στόλων.
Η καθηγήτρια του πανεπιστημίου Κρήτης παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς έρευνας στις 28 Σεπτεμβρίου στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικών Σπουδών του Οντάριο σε εκδήλωση της έδρας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Ελληνικών Σπουδών του του πανεπιστημίου Γιορκ.
Ερευνήτρια, επίσης, του Κέντρου Ναυτιλιακής Ιστορίας του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, η Χαρλαύτη προσέγγισε την ιστορία της περιοχής μέσα από τη θάλασσα και τις σχέσεις που αναπτύσσονταν ανάμεσα των ακτών της. Ακολουθώντας την ιστοριογραφική παρακαταθήκη του Φερνάν Μπροντέλ και τη μεθοδολογία της ναυτιλιακής ιστορίας, αντιμετώπισε τη θάλασσα ως παράγοντα διαμόρφωσης της ιστορίας.
Το ερευνητικό πλαίσιο στο κινήθηκε περιλαμβάνει πλοία, ναυτικούς, εμπόριο και θαλάσσιους πόρους, λιμάνια και κοινότητες, επιχειρηματικά δίκτυα και πολιτισμό. Όπως εξήγησε, μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες θάλασσες ενσωματώνοντας την περιβαλλοντική ιστορία και γνώση της ωκεανογραφίας.

Η ιστορικός Τζελίνα Χαρλαύτη περιγράφει την προσέγγιση που καθοδήγησε τη μελέτη των λιμανιών και των εμπορικών κοινοτήτων του Εύξεινου Πόντου, κατά τη διάλεξή της στην εκδήλωση του πανεπιστημίου Γιόρκ στο Τορόντο. (credit: υποψήφιος διδάκτορ Αλέξανδρος Μπαλάσης)
Η έρευνα αυτή αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης επιστημονικής διαδρομής. Η Τζελίνα Χαρλαύτη είναι ο άνθρωπος που καθιέρωσε τη ναυτιλιακή ιστορία στην Ελλάδα ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο στα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Χαρακτηριστικά το 2017 συνίδρυσε με τον ιστορικό Απόστολο Δελή το Κέντρο Ναυτιλιακής Ιστορίας στο Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ δημιουργώντας έναν χώρο αποκλειστικής έρευνας νέων ιστορικών.
Η έρευνα κάλυψε 24 πόλεις-λιμάνια με τη συμμετοχή 95 ερευνητών. Αποδόθηκε στη μελέτη βάσης δεδομένων 50.000 περίπου εγγράφων, ιστορικές στατιστικές, διαδικτυακές ιστορίες λιμανιών και συλλογικές εκδόσεις. Επίσης εμπορικά αρχεία, εκθέσεις διοικητών και καταγραφές πλοίων επέτρεψαν στην ομάδα να εξετάσει τον Εύξεινο Πόντο ως ενιαίο χώρο οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων πέρα από σύνορα και αυτοκρατορίες.
Η συνεργασία με τοπικούς ερευνητές και αρχειονόμους αποδείχθηκε καθοριστική. Η καθηγήτρια Ιστορίας περιέγραψε τις δυσκολίες πρόσβασης στα αρχεία αλλά και τον πλούτο των τεκμηρίων που διατηρούσαν τα αρχεία αυτά. Οι εκθέσεις της ρωσικής διοίκησης και οι εμπορικές στατιστικές προσέφεραν αναλυτικά στοιχεία για την οικονομική ζωή και τις εξαγωγές των πόλεων.
Η ιστορική διαδρομή της Μαύρης Θάλασσας παρουσιάστηκε ως διαδοχή περιόδων ανοίγματος προς τον κόσμο αλλά και περιορισμού των επαφών μαζί του. Η οθωμανική «λίμνη» από τα μέσα του 15ου αιώνα έως το 1774 μετατράπηκε σταδιακά, με τη ρωσική επέκταση στις βόρειες ακτές της, σε θάλασσα συνδεδεμένη με τις διεθνείς αγορές. Μετά από αυτήν την περίοδο ακολούθησαν η σοβιετική περίοδος, το νέο άνοιγμα στα τέλη του 20ου αιώνα και η πολεμική ρήξη του 2022. Η διάλεξη επικεντρώθηκε κυρίως στην περίοδο από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα όταν τα λιμάνια της περιοχής εντάχθηκαν στα διεθνή εμπορικά δίκτυα, αρχικά με τις εξαγωγές σιτηρών και από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα με τις εξαγωγές πετρελαίου.

Ιστορικός χάρτης του Εύξεινου Πόντου πλαισιώνει την αναγγελία της διάλεξης της Τζελίνας Χαρλαύτη με επίκεντρο τα λιμάνια, τις εμπορικές κοινότητες και τη σύνδεση της περιοχής με τη διεθνή οικονομία.
Από το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα νέα λιμάνια δημιουργήθηκαν και παλαιότεροι οικισμοί αναπτύχθηκαν προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους από την κεντρική και τη νοτιοανατολική Ευρώπη που αναζητούσαν εκεί εργασία και προοπτική. Η Χαρλαύτη, μάλιστα, την περιέγραψε ως μία εμπορική επανάσταση μέσα από την οποία η περιοχή έγινε τόπος προσδοκιών και ευκαιριών για Έλληνες, Εβραίους, Αρμένιους, Γερμανούς, Πολωνούς και Ρουμάνους.
Η μεταμόρφωση, όμως, είχε συγκεκριμένη γεωγραφία αφού οι μεγάλοι ποταμοί συνέδεαν τις εύφορες σιτηροπαραγωγικές εκτάσεις της βόρειας και δυτικής ενδοχώρας του Εύξεινου Πόντου με τα λιμάνια του, επιτρέποντας τη μεταφορά των σιτηρών προς εξαγωγή. Οι ποταμοί Δούναβης, Δνείπερος και Ντον αποτελούσαν κεντρικές αρτηρίες αυτού του συστήματος. Σύμφωνα με την ίδια, οι περιοχές του Ντον, Έλληνες έμποροι διατηρούσαν στενές σχέσεις με Κοζάκους καλλιεργητές και αργότερα, οι σιδηρόδρομοι και τα ατμόπλοια διεύρυναν την οικονομική άνθηση της περιοχής.
Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη δεν ήταν ομοιόμορφη. Τα δυτικά λιμάνια, η Οδησσός, η Αζοφική, η Κριμαία και οι καυκασιανές και μικρασιατικές ακτές του Εύξεινου Πόντου συγκρότησαν διαφορετικές και αλληλοσυνδεόμενες εμπορικές ζώνες. Το βάθος των νερών, η πρόσβαση στις ενδοχώρες, οι υποδομές και οι εκάστοτε κρατικές αποφάσεις επηρέαζαν, την ίδια στιγμή, την ανάπτυξη τους. Στην Αζοφική, τα αβαθή ύδατα και οι πάγοι δυσκόλευαν τη ναυσιπλοΐα ενώ αλλού οι καπετάνιοι περίμεναν για ημέρες να πνεύσουν άνεμοι όπως κατέγραφαν οι ίδιοι στα ημερολόγια τους.
Η σημασία των σιτηρών αναδείχθηκε και μέσα από στατιστικά στοιχεία. Όπως επεσήμανε η Χαρλαύτη, η ιστορική σύγκριση των εξαγωγών αλλάζει αφού πρέπει να συνυπολογισθούν το κριθάρι, ο αραβόσιτος και η βρώμη. Με τα συγκεκριμένα στοιχεία ανέδειξε το βάρος και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Εύξεινου Πόντου στις παγκόσμιες εξαγωγές της εποχής.
Από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, το πετρέλαιο πρόσθεσε νέες διαδρομές και ανέπτυξε νέες οικονομίες. Η παραγωγή του μαύρου χρυσού στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν συνδέθηκε με τα εξαγωγικά λιμάνια μέσω σιδηροδρόμων και αγωγών ενισχύοντας οικονομικά το Μπατούμι της Γεωργίας. Στις μεταφορές αυτές συμμετείχαν και ελληνόκτητα πλοία. Παράλληλα η αλιεία και το εμπόριο χαβιαριού αναδεικνύουν την ανάπτυξη της θαλάσσιας οικονομίας.
Τη διακίνηση των φορτίων υποστήριζαν δίκτυα που συνέδεαν τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις των ελληνικών νησιών με τους εμπορικούς οίκους της Διασποράς. Σύμφωνα με τη Χαρλαύτη, περίπου 40 από τα 120 κατοικημένα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου ανέπτυξαν ποντοπόρους εμπορικούς στόλους. Οι έμποροι εξασφάλιζαν φορτία εμπορευμάτων, οι πλοιοκτήτες τη μεταφορά τους και οι συνεργάτες τους στα δυτικοευρωπαϊκά λιμάνια τους αγοραστές. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι η διασπορά των επιχειρήσεων σε διαφορετικές χώρες επέτρεπε προσαρμογές σε κρίσεις, πολέμους και πολιτικές ανατροπές.
Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι αδελφοί Βαλλιάνοι, από την Κεφαλονιά, με επιχειρηματική παρουσία στη ρωσική αυτοκρατορία, τη Μασσαλία και το Λονδίνο. Ο ένας από τους αδελφούς, ο Παναγής Βαλλιάνος, εγκατεστημένος στο Λονδίνο, συνέβαλε καθοριστικά στη χρηματοδότηση της μετάβασης των Ελλήνων πλοιοκτητών από ιστιοφόρα σε ατμόπλοια. Το γραφείο του στο Λονδίνο αναλάμβανε και τη διαχείριση πλοίων συμπατριωτών του ενώ οι επενδύσεις του σε σιδηρόδρομους στις ΗΠΑ και την Ινδία φανερώνουν το διεθνές εύρος της δραστηριότητάς του κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές τους 20ου.
Η ανάπτυξη των λιμανιών στηρίχθηκε και στη συνεργασία διαφορετικών κοινοτήτων, όπως εκείνες των εβραίων εμπόρων οι οποίοι ναύλωναν ελληνόκτητα πλοία. Η εθνική καταγωγή, ωστόσο, δεν καθόριζε από μόνη της την κοινωνική θέση αφού ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν μεγαλέμποροι, μικρέμποροι, καταστηματάρχες και λιμενεργάτες.
Παράλληλα η ρωσική αυτοκρατορία προσέλκυε πληθυσμούς για την ανάπτυξη του εμπορίου στους τομείς της ναυτιλίας και της γεωργίας. Σύμφωνα με τη Χαρλαύτη, η μετακίνηση Ελλήνων και Αρμενίων από την Κριμαία προς την Αζοφική, με προνόμια και κίνητρα, αποσκοπούσε στην ανάπτυξη νέων περιοχών εγκατάστασης όσο και την οικονομική αποδυνάμωση του Χανάτου της Κριμαίας στερώντας του πληθυσμούς με σημαντικό εμπορικό ρόλο.
Οι πληθυσμοί που μετακινήθηκαν από την Κριμαία στη Μαριούπολη και στα γύρω χωριά, σύμφωνα με την Χαρλαύτη, διατηρούσαν την ελληνική τους ταυτότητα είτε μιλούσαν, είτε τουρκικά. Η ιστορικός αναφέρθηκε σε τραγούδια με ελληνικές λέξεις αλλά και τη μαγειρική τους παράδοση. Ως προς την οργάνωση της Μαριούπολης, διευκρίνισε ότι η ελληνική κοινότητα διέθετε αυτονομία και δικούς της διοικητικούς και δικαστικούς θεσμούς ενώ έως τη δεκαετία του 1860 δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση πληθυσμών εκτός της ελληνικής κοινότητας.
Πέρα από τη γλώσσα και τις παραδόσεις, η ελληνική παρουσία στην περιοχή άφησε ίχνη και στα κτήρια στα αρχεία των πόλεων. Στο Ταγκανρόγκ οι ερευνητές εντόπισαν κατοικίες εμπόρων με τη βοήθεια αρχιτεκτονικών σχεδίων ενώ στο Ροστόφ διασώθηκαν κατάστιχα γάμων και βαφτίσεων της ελληνικής εκκλησίας τής Αγίας Τριάδας παρότι ο ναός είχε κατεδαφιστεί. Σε μετέπειτα επίσκεψη της ερευνητικής της ομάδας είδαν ότι η εκκλησία είχε ξαναχτιστεί με έξοδα του Ιβάν Σαββίδη.
Οι αρχαίες ελληνικές εγκαταστάσεις που έχουν βρεθεί και ο μύθος των Αργοναυτών ανέδειξαν τους δεσμούς των Ελλήνων με την περιοχή στα βάθη των αιώνων. Τις νεότερες συνδέσεις με τον Εύξεινο Πόντο τις φώτισε και με τη δράση του Ιωάννη Βαρβάκη με την ενασχόληση του με τη ναυτιλία και το χαβιάρι και τη μετέπειτα στήριξη του για την Ελληνική Επανάσταση και τις δωρεές του.
Πηγή:ekirikas.com








Σχόλια Facebook