Παραμυθοκάρτες: Ο κυκλαδικός πολιτισμός μέσα από τα παραμύθια

Πρώτα ήταν το λεύκωμα «Τση Νεραϊδένιας» και τώρα μια πρωτότυπη εκδοτική πρωτοβουλία: συλλεκτικές κάρτες παραμυθιών, οι οποίες επαναφέρουν το παραμύθι στη φυσική του λειτουργία – να αφηγείται, να μοιράζεται, να ταξιδεύει και να περνά από χέρι σε χέρι και από γενιά σε γενιά. Το δεύτερο λεύκωμα της σειράς με τίτλο «Η Γιαγιά του Κόσμου» δίνει τώρα τη δική του συνέχεια μέσα από τις «Παραμυθόκαρτες», οι οποίες παρουσιάζονται στις «Φεγγέρες», μια ιδιαίτερη μορφή, που επιτρέπει στις ιστορίες να φύγουν από τις σελίδες του λευκώματος και να ταξιδέψουν διαφορετικά, να συναντήσουν ανθρώπους και να δημιουργήσουν νέες μνήμες.
Τα δύο έργα της Κατερίνας Γιαννακά ταξιδεύουν στο Αιγαίο, αποτυπώνοντας τη μαγεία της κυκλαδίτικης προφορικής παράδοσης και της λαϊκής αφήγησης. Μιλώντας για την ιδέα και για τη δουλειά της στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η Κ. Γιαννακά εξηγεί: «Δεν με ενδιαφέρει να δημιουργήσω απλώς μορφές γύρω από τα παραμύθια μου. Με ενδιαφέρει να φτιάξω με αυτά κρίκους μιας αλυσίδας, ώστε να μπορούν να ταξιδεύουν μαζί τους και οι πολιτιστικές μνήμες. Να ταξιδεύει ο κυκλαδικός πολιτισμός μέσα από τις λέξεις, τις ιστορίες και τις εικόνες του, να συναντιέται με το παραμύθι και να συνομιλεί μαζί του. Η Νεραϊδένια γεννήθηκε μέσα από τη μνήμη.
Στην αρχή δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο για μια σειρά βιβλίων ούτε η σκέψη ενός ολόκληρου κόσμου γύρω από έναν χαρακτήρα. Υπήρχε η ανάγκη μου να επιστρέψω σε πράγματα των παιδικών μου χρόνων, στον τόπο, στις γυναίκες της οικογένειας, στις αφηγήσεις τους, στις λέξεις και στις συνήθειες που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητες και σήμερα κινδυνεύουν να χαθούν. Ιδιαίτερα η μορφή της Λαλάς ήταν για μένα καθοριστική. Η λαλά, η γιαγιά, είναι ο άξονας της οικογένειας, η γυναίκα γύρω από την οποία συγκεντρώνονται άνθρωποι, μνήμες, ιστορίες και αξίες. Και μαζί με τη μορφή της λαλάς ήρθε και η γλώσσα της. Ήθελα να κρατήσω το γλωσσικό ιδίωμα όχι απλώς ως λέξεις, αλλά όπως θα το άκουγα από το στόμα μιας λαλάς: με τη μουσική, τον ρυθμό και τον ιδιαίτερο τρόπο αφήγησής του. Αυτό θεωρώ πως είναι και η ψυχή των παραμυθιών».
Έτσι γεννήθηκε το λεύκωμα «Τση Νεραϊδένιας». Πώς φτάνει η συγγραφέας στις «Φεγγέρες» και τι ακριβώς κάνει τώρα; «Η κόρη μου, μικρή, μου ζητούσε συνεχώς: ‘’Κι άλλο, μαμά”. Αυτές οι δύο λέξεις ήταν για μένα ένα μεγάλο έναυσμα. Κατάλαβα ότι μια ιστορία που περνά από τη μία γενιά στην άλλη δημιουργεί έναν δεσμό.
Ίσως μέσα σε αυτόν τον δεσμό να ξαναβρήκα και τη μνήμη της ‘’Φεγγέρας”. Ήταν η στιγμή της συνύπαρξης μιας ολόκληρης κοινωνίας κάτω από το φως του φεγγαριού, μετά την κόπωση της ημέρας. Οι άνθρωποι μαζεύονταν, οι γυναίκες έπλεκαν, έγνεθαν, δούλευαν τα χέρια τους και ταυτόχρονα αφηγούνταν ιστορίες, άκουγαν και μοιράζονταν μνήμες. Η εργασία, η αφήγηση και η συντροφιά συνυπήρχαν, μεταδίδοντας γνώση, μνήμη και φαντασία από γενιά σε γενιά. Αυτόν τον τρόπο συνύπαρξης θέλω να ξαναφέρω σήμερα, μέσα από τις ‘’Φεγγέρες”, ώστε το παραμύθι να ξαναγίνει αφορμή για συνάντηση, κουβέντα και δημιουργία. Να μην είναι το παιδί απλώς ένας ακροατής, αλλά να πάρει στα χέρια του ένα μολύβι, ένα χαρτί, να ζωγραφίσει, να θυμηθεί, να μιλήσει, να δημιουργήσει τη δική του συνέχεια στην ιστορία. Αυτός ο δεσμός, ιδιαίτερα ανάμεσα στο παιδί και στη λαλά του, με απασχολεί πολύ σήμερα. Η οικογένεια έχει αλλάξει. Η τεχνολογία, η συνεχής παρουσία των οθονών και τα συχνά ανεξέλεγκτα ωράρια εργασίας έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς και τα παιδιά περνούν τον χρόνο τους μαζί. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε ούτε ότι χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο. Πιστεύω όμως ότι μπορούμε να ξαναφέρουμε στη ζωή μας κάποιους τρόπους επικοινωνίας που έχουν αξία» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κ. Γιαννακά.
Και ποιος είναι ο ρόλος της εικονογράφησης; «Σε αυτή τη διαδρομή η συνεργασία μου με την εικαστικό Αγγελική Ταβουλάρη υπήρξε πολύ σημαντική. Τα έργα της δεν τα βλέπω ως απλή εικονογράφηση. Είναι ένας δεύτερος δρόμος αφήγησης. Η εικόνα συνομιλεί με το κείμενο και μαζί δημιουργούν έναν άλλο τρόπο να προσεγγίσει κανείς την ιστορία και τον πολιτισμό. Και τότε συνέβη κάτι ακόμη: τα παραμύθια άρχισαν να δραπετεύουν από τα λευκώματα. Τα λευκώματα παραμένουν συλλεκτικά έργα, αλλά οι ιστορίες τους θέλησαν να αποκτήσουν μια διαφορετική ζωή. Έτσι γεννήθηκαν οι Παραμυθόκαρτες. Κάθε παραμύθι μπορεί πλέον να φύγει από τις σελίδες του βιβλίου, να ταξιδέψει μόνο του και να γίνει κάτι που ο αναγνώστης κρατά, χαρίζει, συλλέγει και μοιράζεται. Ήθελα όμως οι κάρτες αυτές να έχουν και τη δική τους ταυτότητα. Έτσι δημιούργησα ένα προσωπικό σημάδι αυθεντικότητας, ένα κυκλαδικό ειδώλιο, το βιολόσχημο, μέσα στο οποίο κρύβονται και τα αρχικά του ονόματός μου» επισημαίνει.
ΑΠΕ








Σχόλια Facebook