Τυνησία | Λιγότεροι από 100 οι Έλληνες που κρατούν ζωντανή μια κοινότητα τεσσάρων αιώνων

Μια από τις παλαιότερες ελληνικές κοινότητες της Βόρειας Αφρικής εξακολουθεί να κρατά ζωντανή την παρουσία του Ελληνισμού στην Τυνησία, παρά τη μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της. Σήμερα αριθμεί μόλις 80 έως 100 ανθρώπους, την ώρα που η ιστορία της στην Τύνιδα ξεκινά τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα.
Στην καρδιά της Τύνιδας, ο ελληνορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου και το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού αποτελούν τα βασικά σημεία αναφοράς της κοινότητας. Εκεί πραγματοποιούνται οι εθνικές και θρησκευτικές εορτές, οι συγκεντρώσεις των μελών, αλλά και μαθήματα ελληνικής γλώσσας για παιδιά ελληνικών οικογενειών και ενήλικες που επιθυμούν να τη μάθουν.
Η ελληνική παρουσία στην περιοχή έχει βαθιές ρίζες. Η πρώτη οργανωμένη ελληνική κοινότητα στην Τύνιδα καταγράφεται το 1647, με την ίδρυση του ναού του Αγίου Γεωργίου, ενώ η μεγαλύτερη ανάπτυξή της σημειώθηκε κατά τον 20ό αιώνα.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι Έλληνες σφουγγαράδες που έφθασαν από τα νησιά και εγκαταστάθηκαν στις ακτές της Τυνησίας. Το 1907 ήταν Έλληνες σφουγγαράδες εκείνοι που ανακάλυψαν σε βάθος περίπου 40 μέτρων το περίφημο ναυάγιο της Mahdia, ένα ρωμαϊκό εμπορικό πλοίο που είχε αποπλεύσει από τον Πειραιά μεταφέροντας ελληνικά έργα τέχνης και πολυτελή αντικείμενα προς την Ιταλία.
Η ελληνική παρουσία συνδέεται και με μια εντυπωσιακή ιστορική διαδρομή. Ο Μουσταφά Χασναντάρ, ο οποίος διετέλεσε για δεκαετίες μεγάλος βεζίρης της Τυνησίας, είχε γεννηθεί στη Χίο ως Γεώργιος Χαλκιάς-Στραβελάκης. Αιχμαλωτίστηκε μετά τη Σφαγή της Χίου το 1822, πουλήθηκε ως σκλάβος, οδηγήθηκε στην Τυνησία, εξισλαμίστηκε και τελικά έφθασε στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας της χώρας.
Χαρακτηριστική είναι η ιστορία της Κωνσταντίνας Ρίζου, η οποία κατάγεται από την Κρύα Βρύση Καλαμπάκας και ζει στην Τυνησία από το 1979. Όπως θυμάται, όταν εγκαταστάθηκε στη χώρα υπήρχαν πολύ περισσότεροι Έλληνες και λειτουργούσαν δύο κοινότητες, στην Τύνιδα και στο Σφαξ. Σήμερα έχει απομείνει μόνο εκείνη της πρωτεύουσας, με μέλη πρώτης, δεύτερης αλλά ακόμη και πέμπτης γενιάς.
Παρά τη δημογραφική συρρίκνωση, η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να ακούγεται στους χώρους της κοινότητας. Στο σχολείο δίπλα στον Άγιο Γεώργιο διδάσκει Ελληνίδα εκπαιδευτικός διορισμένη από το υπουργείο Παιδείας, διατηρώντας έναν ακόμη ζωντανό δεσμό των νεότερων γενεών με την Ελλάδα.
Από τους σφουγγαράδες και τους εμπόρους προηγούμενων αιώνων μέχρι τις λιγοστές οικογένειες που έχουν απομείνει σήμερα, η ελληνική παρουσία στην Τυνησία έχει περιοριστεί αριθμητικά, όχι όμως και ιστορικά. Οι λιγότεροι από 100 Έλληνες της χώρας συνεχίζουν μια διαδρομή σχεδόν τεσσάρων αιώνων, έχοντας ως επίκεντρο τον Άγιο Γεώργιο και μια κοινότητα που εξακολουθεί να μιλά, να γιορτάζει και να διδάσκει ελληνικά.
Από το himara.gr








Σχόλια Facebook