Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν ήταν «επιστημονική φαντασία». Ήταν μια προειδοποίηση που δεν έπρεπε να αγνοηθεί

Του Διονύση Παντή

Στις 16 Ιουλίου 2019, τέσσερις μήνες πριν από την υπογραφή του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, είχα ήδη αναφερθεί δημόσια στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξέλιξης, την οποία πολλοί αντιμετώπιζαν τότε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Είχα επισημάνει την ανάγκη να μην καθυστερήσει η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης νότια της Κρήτης, για την οποία είχε προηγηθεί προετοιμασία, καθώς και η προώθηση της οριοθέτησης της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).

Στις 27 Νοεμβρίου 2019, το Μνημόνιο υπογράφηκε. Σχεδόν επτά χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2026, η έγκρισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης επαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο.

Δεν επαναφέρω σήμερα εκείνη την παρέμβαση για να διεκδικήσω προσωπική δικαίωση. Την επαναφέρω επειδή η εξέλιξη των γεγονότων θέτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: όταν ένας κίνδυνος έχει επισημανθεί εγκαίρως και υπάρχουν διαθέσιμες επιλογές, τι κάνει η πολιτική ηγεσία;

Η Τουρκία σχεδίαζε. Η Ελλάδα;

Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν προέκυψε ξαφνικά. Εντασσόταν σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική αμφισβήτησης των ελληνικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και δημιουργίας τετελεσμένων.

Η Άγκυρα αξιοποίησε τις σχέσεις της με τη Λιβύη για να προωθήσει τις επιδιώξεις της. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί κινήθηκε η Τουρκία, αλλά αν η Ελλάδα αξιοποίησε εγκαίρως τις δυνατότητες που διέθετε για να ενισχύσει τη θέση της.

Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης νότια της Κρήτης και η οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ δεν ήταν ζητήματα που ανακαλύφθηκαν εκ των υστέρων. Είχε προηγηθεί προετοιμασία με ειδικούς και εμπειρογνώμονες. Το ζητούμενο ήταν η πολιτική απόφαση.

Ασφαλώς, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι διαφορετικές κινήσεις θα απέτρεπαν οπωσδήποτε την υπογραφή του Μνημονίου. Μπορεί, όμως, και πρέπει να εξεταστεί αν η Ελλάδα αξιοποίησε εγκαίρως τα περιθώρια δράσης που είχε στη διάθεσή της.

Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις αποφάσεις που λαμβάνονται, αλλά και από εκείνες που αναβάλλονται. Όταν η άλλη πλευρά κινείται με στρατηγικό σχεδιασμό, η αναμονή δεν είναι πάντοτε ουδέτερη επιλογή.

Το παράδειγμα της Κύπρου

Το 2019 είχα αναφερθεί και στο παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά τις σαφώς μικρότερες στρατιωτικές δυνατότητές της, η Κύπρος προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με γειτονικά κράτη, με καθοριστική την πολιτική βούληση του αείμνηστου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου και του τότε υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Λιλλήκα.

Οι συνθήκες Ελλάδας και Κύπρου δεν είναι ίδιες. Το δίδαγμα, όμως, παραμένει: η προετοιμασία δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από την πολιτική βούληση να μετατραπεί σε πράξη.

Ο διάλογος με την Τουρκία είναι αναγκαίος. Δεν μπορεί, ωστόσο, να υποκαθιστά τον στρατηγικό σχεδιασμό ούτε να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η Άγκυρα θα εγκαταλείψει τις επιδιώξεις της. Η διπλωματία χρειάζεται σαφείς στόχους, συνέπεια και έγκαιρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της χώρας.

Επτά χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει

Η πρόσφατη εξέλιξη στη Λιβύη υπενθυμίζει ότι το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν αποτελεί κλειστό κεφάλαιο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αμφισβητεί τη νομιμότητά του και να υπερασπίζεται τις θέσεις της. Η διπλωματική αντίδραση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στο ερώτημα τι θα μπορούσε να είχε γίνει πριν από το 2019.

Το βίντεο της 16ης Ιουλίου 2019 καταγράφει όσα είχα επισημάνει πριν από την υπογραφή του Μνημονίου. Η αξία εκείνης της παρέμβασης δεν βρίσκεται στην προσωπική δικαίωση, αλλά στην ανάγκη να αξιολογούνται οι προειδοποιήσεις και οι επιλογές που υπήρχαν πριν από τα γεγονότα.

Η πολιτική ευθύνη απαιτεί εξηγήσεις για τις αποφάσεις που λαμβάνονται, αλλά και για τις δυνατότητες που δεν αξιοποιούνται. Η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων καταγγελία των κινήσεων τρίτων.

Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν ήταν «επιστημονική φαντασία». Ήταν ένα ενδεχόμενο για το οποίο είχα προειδοποιήσει πριν γίνει πραγματικότητα. Επτά χρόνια μετά, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος είχε δίκιο, αλλά αν η Ελλάδα αξιοποίησε εγκαίρως όσα μπορούσε να γνωρίζει και να προετοιμάσει. Γιατί η εθνική στρατηγική κρίνεται όχι μόνο από όσα κάνει ο αντίπαλος, αλλά και από όσα επιλέγει να κάνει ή να μην κάνει η ίδια η χώρα.

Κείμενο του Διονύση Παντή, Δικηγόρου και Γεωπολιτικού Αναλυτή, Επιστημονικού Συνεργάτη στη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού του Υπουργείου Εξωτερικών 2016-2019, Δικηγόρου της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Κυπριακού Αγώνα, Μέλους Ένωσης Δικηγόρων για τα Εθνικά Θέματα.