Ο Φρανκ Γκερί, ο πιο διάσημος εν ζωή αρχιτέκτονας εκδηλώνει την επιθυμία του να σχεδιάσει ένα κτίριο για την Ελλάδα

Της ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΑΣΤΡΑΠΕΛΛΟΥ

Στον αποχαιρετιστήριο λόγο της, όταν τελείωνε η θητεία της ως υπουργός Εξωτερικών, η Χίλαρι Κλίντον μίλησε μεταξύ άλλων για τη δυναμική αρχιτεκτονική που χρειάζεται ο νέος κόσμος: μια αρχιτεκτονική «σαν αυτή του Φρανκ Γκέρι». Τόσο διάσημος είναι ο 85χρονος καναδός αρχιτέκτονας. Τόσο «starchitect» (εκ των «star» και «architect»). Εκείνος από την πλευρά του κολακεύεται από τα φώτα της διασημότητας, αλλά απεκδύεται τον λαμπερό νεολογισμό, ο οποίος στην ουσία «είναι μια ευκολία των δημοσιογράφων» που εμμέσως απαξιώνει το σκληρό έργο μιας ολόκληρης ζωής. Δεν τον έχει ανάγκη. «Ακόμη και αυτή τη στιγμή, είμαι σε διαδικασία αμφισβήτησης του εαυτού μου» θα πει. «Είμαι απλώς ένας αρχιτέκτονας που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα γίνεται. Ούτε ξέρω ποιο είναι το αποτύπωμα μιας ιδιοφυΐας. Αυτό μόνο η Ιστορία θα μας το πει».

Για την ώρα, αυτό που καταγράφεται στα κατάστιχά της είναι ότι, αν η αρχιτεκτονική είναι η μητέρα των τεχνών, τότε ο Φρανκ Γκέρι είναι, αν μη τι άλλο, το πιο διάσημο παιδί της. Η λάμψη του εκτυφλωτική, καθώς εκπέμπεται από τις μεταλλικές «αισθησιακές» επιφάνειες και τα εντυπωσιακά σχήματα των κτιρίων του. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο ισχύει και για τα φωτιστικά του, τα περίφημα φολιδωτά ψάρια του. Το σχήμα του ψαριού είναι σύνηθες στις δημιουργικές αναζητήσεις του Γκέρι – θυμηθείτε το γλυπτό χρυσόψαρο στην παραλία της Βαρκελώνης, την Μπαρτσελονέτα, το οποίο φιλοτεχνήθηκε με αφορμή τους Ολυμπιακούς της πόλης το ’92. «Αυτό το σχήμα προκαλεί το ενδιαφέρον μου πολύ καιρό τώρα. Τις δεκαετίες του ’70 και ’80, η κυρίαρχη τάση στην αρχιτεκτονική ήταν ο μεταμοντερνισμός. Σκέφτηκα, λοιπόν, αν είναι να πάμε 2.000 χρόνια πριν, γιατί να μην πάμε ακόμη πιο πίσω, σε οργανισμούς που προϋπήρχαν του ανθρώπου; Όσο τα σχεδίαζα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι αυτά τα σχήματα σου δίνουν την αίσθηση ότι κινούνται ακόμη και όταν παραμένουν στατικά».

AΠΌ ΤΟ «LESS IS MORE» ΣΤΟ «MORE AND MORE»

Οι πτυχές του Μπερνίνι σε γλυπτά του, όπως για παράδειγμα στην «Έκσταση της Αγίας Τερέζας», ήταν ο «οδηγός» για την κυματιστή επιφάνεια του ουρανοξύστη της οδού Spruce στο Λόουερ Μανχάταν της Νέας Υόρκης

Οι πτυχές του Μπερνίνι σε γλυπτά του, όπως για παράδειγμα στην «Έκσταση της Αγίας Τερέζας», ήταν ο «οδηγός» για την κυματιστή επιφάνεια του ουρανοξύστη της οδού Spruce στο Λόουερ Μανχάταν της Νέας Υόρκης

Κάπως έτσι το σχήμα αυτό έγινε σήμα κατατεθέν του Γκέρι. Για τις μικρότερες κατασκευές, γιατί όσον αφορά τα κτίρια, οι χαοτικές συνθέσεις όγκων είναι η αναγνωρίσιμη υπογραφή του. Σαν το λογότυπο που φέρει ένα brand ή σαν το απαραίτητο συστατικό για τη συνταγή της επιτυχίας που μοιάζει να έχει βρει ο Φρανκ Γκέρι. Μια συνταγή που εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αρχιτεκτονικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ανεγείρονται τα κτίριά του (το Νότιο Λονδίνο θα φιλοξενήσει το επόμενο πρότζεκτ του) και προσφέρει σχεδόν πάντα την ίδια γεύση. «Δεν πιστεύω ότι επαναλαμβάνομαι, όπως επίσης δεν πιστεύω ότι μπορείς να ξεφύγεις από την υπογραφή σου. Αλλωστε, αν θέλετε να μιλήσουμε για επανάληψη, ο άνθρωπος που θεωρείται ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας του 20ού αιώνα, ο Μις βαν ντερ Ρόε, επαναλαμβανόταν διαρκώς. Γιατί πρέπει να θεωρείται αρνητικό κάτι τέτοιο;».

Aπό το «less is more» στο… «more and more» η απόσταση δεν είναι πάντα ομαλή και ο δρόμος δεν είναι πάντα στρωμένος με αγαθές προθέσεις. Του προσάπτουν ότι υιοθετεί επιπόλαιη σχεδιαστική προσέγγιση όταν τσαλακώνει χαρτιά και μεταφέρει τα κατσαρά σχήματά τους στην κατασκευαστική πραγματικότητα με αμφίβολα, ορισμένες φορές, αποτελέσματα. Οπως στο κτίριο του Μουσείου Βιοποικιλότητας στον Παναμά, το οποίο θυμίζει στοιβαγμένα παιχνίδια ενός μικρού παιδιού. Το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) τον είχε μηνύσει για τον ελαττωματικό σχεδιασμό του Κέντρου Ray & Maria Strata, καθώς λίγες ημέρες μετά την παράδοσή του είχε αρχίσει να… στάζει. Oταν είσαι διάσημος, οι αδυναμίες σου μπαίνουν στο μικροσκόπιο, όμως ο Γκέρι έχει δώσει την απάντησή του σε παλαιότερη συνέντευξή του: «Ο κόσμος αντιδρά όταν κάποιος σχεδιάζει κτίρια που έχουν κίνηση και αποπνέουν συναίσθημα. Υποστηρίζουν ότι αντίκεινται στους νόμους της κοινωνικής ευθύνης και βιωσιμότητας. Οπότε, αν κάνεις μια κυματιστή επιφάνεια ή κάτι που θεωρείται “αυθαίρετο”, είσαι αυτομάτως λάθος. Εξού και η τάση που υπάρχει να χτίζονται ανιαρά κτίρια».

Η ΕΚΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΡΕΖΑΣ

Ο Γκέρι δεν κουράζεται να μιλάει για τα ανέμπνευστα κτίρια στα οποία ζούμε και συνιστούν το «98% της αρχιτεκτονικής» που μας περιβάλλει, απότοκο του φόβου για το καινούργιο, το διαφορετικό. Για ό,τι βγαίνει εκτός κουτιού, κυριολεκτικά και μεταφορικά. «Πιστέψτε με, έχω ζήσει την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των πόλεων σε όλον τον κόσμο. Με ρομφαία την ανάπτυξη – αρχικά ως υποπροϊόν της βιομηχανοποίησης και τώρα ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, οι πόλεις έχουν ομογενοποιηθεί.

Η αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική μάς υπενθυμίζει με έντονο τρόπο τη δύναμη και την ομορφιά της γηγενούς αρχιτεκτονικής ιστορίας, η οποία ορισμένες φορές περνάει απαρατήρητη κάτω από τη μύτη μας. Δεν πρέπει να επαναλαμβάνουμε την αρχιτεκτονική του παρελθόντος, αλλά υπάρχουν πάντα μαθήματα που μπορούμε να πάρουμε από αυτήν». Όπως από τον Τζιαν Λορέντσο Μπερνίνι, τον γλύπτη, ζωγράφο και αρχιτέκτονα της πληθωρικής εποχής του μπαρόκ, με τη δουλειά του οποίου ήρθε σε επαφή τη δεκαετία του ’60 σε ένα ταξίδι στην Ιταλία. Πενήντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να τον εμπνέει. Οι πτυχές του Μπερνίνι σε γλυπτά του, όπως για παράδειγμα στην «Έκσταση της Αγίας Τερέζας», ήταν ο «οδηγός» για την κυματιστή επιφάνεια του ουρανοξύστη της οδού Spruce στο Λόουερ Μανχάταν της Νέας Υόρκης.

«Η σπουδαιότερη ιδιαιτερότητα της ανθρωπότητας είναι ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να κοιτάξει το ίδιο πράγμα και να το δει με τελείως διαφορετικό τρόπο. Αυτό μας δίνει ατελείωτες πιθανότητες πρωτοτυπίας. Να πώς μπορείς να διαφοροποιείσαι, να είσαι αυθεντικός όταν όλα μοιάζουν να έχουν δοκιμαστεί… Είμαι σίγουρος ότι και στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί, ότι η ανθρώπινη σκέψη έχει συλλάβει τα πάντα. Oμως το μόνο που μπορεί να μας περιορίσει είναι τελικά τα όρια της περιέργειάς μας».

TΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΜΠΙΛΜΠΑΟ

O ηχηρός αντίλογος σε όλη την κριτική που δέχεται ο Φρανκ Γκέρι ακούει στο όνομα «The Bilbao effect». Η αναγέννηση, δηλαδή, της μικρής πόλης στη Χώρα των Βάσκων από όταν, το 1997, άνοιξε το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ που φέρει την αρχιτεκτονική σφραγίδα του. Ολες οι παράμετροι που συνθέτουν τα κτίρια-logos του Γκέρι είναι εκεί. Μεταλλικές, κυματιστές επιφάνειες, ασύμμετροι όγκοι και ένα κτίριο που – η αλήθεια να λέγεται – σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, καθώς η εντυπωσιακή εικόνα ομορφιάς που προβάλλει από κάθε στενό στους δρόμους κοντά στο μουσείο σε μαγεύει, σε κάνει να αισθάνεσαι δέος.

Ηταν τέτοια η αναβάθμιση της περιοχής χάρη σε αυτό το οικοδόμημα – η οικονομική άνθηση συνδέθηκε σε ποσοστό 80% με τη δημιουργία του μουσείου, δεδομένου ότι προσελκύει ένα εκατομμύριο επισκέπτες τον χρόνο -, ώστε ο κόσμος άρχισε να κάνει λόγο για το «θαύμα» της αναζωογόνησης μιας πόλης μέσα από τον πολιτισμό με εμβληματικό κέλυφος.
«Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι ένα κτίριο μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. Ενα κτίριο μπορεί να κάνει πολλά, αλλά χρειάζεται την προσεγμένη μελέτη και την υποστήριξη από τους ηγέτες μιας κοινότητας προκειμένου να λειτουργήσει σωστά και να πετύχει, ακριβώς όπως έγινε με την κυβέρνηση των Βάσκων. Το σχέδιο περιελάμβανε αλλαγές στις υποδομές και στην πολιτική κατεύθυνση της οικονομίας. Από εμένα ζητήθηκε ένα κτίριο εφάμιλλο της Οπερας του Σίδνεϊ».

ΥΒΡΙΣ ΚΑΙ ΤΑΛΜΟΥΔ

Οταν, λοιπόν, οι Γερμανοί με τη σειρά τους του ζήτησαν ένα νέο «Bilbao effect» για το Βερολίνο τους, εκείνος τους έδωσε τον πιο ψηλό ουρανοξύστη της πόλης. Γιατί η τάση στην παγκοσμιοποιημένη αρχιτεκτονική, και στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των χωρών για το πιο εντυπωσιοθηρικό τεκμήριο εθνικού στάτους, είναι να πηγαίνουμε όλο και πιο ψηλά. Οι αρχαίοι Ελληνες μπορεί να το χαρακτήριζαν ύβριν. «Υβρις, αλαζονεία αν θέλετε, υπάρχει σε κάθε χώρο.

Για εμένα, όμως, ορίζεται ως έλλειψη περιέργειας και ως φόβος απέναντι στις θέσεις και στις απόψεις που είναι διαφορετικές από τις δικές σου. Δεν με χαρακτηρίζει τίποτε από τα δύο. Η αρχιτεκτονική είναι το δημόσιο πρόσωπο μιας πόλης, μιας χώρας, αλλά και του αξιακού συστήματος ενός πολιτισμού. Πιστεύω ότι τα δημόσια κτίρια, τα μουσεία, οι βιβλιοθήκες, οι συναυλιακοί χώροι πρέπει να είναι ευδιάκριτα, να αναδεικνύονται και να δείχνουν τη σπουδαιότητά τους στους πολίτες. Νομίζω ότι έχουμε αρχίσει να το ξεχνάμε. Ακούω όλο και περισσότερους ανθρώπους να ενστερνίζονται την άποψη ότι πρέπει να γίνουμε πιο ταπεινοί. Χάνουν την ουσία: οι πόλεις είναι για τους ανθρώπους. Πρέπει να τις κάνουμε όμορφες, για τους ανθρώπους».

Και μια και αναφερθήκαμε στο θέμα Ελλάδα, ας περάσουμε από την αρχαία στη σύγχρονη: «Πολύ θα ήθελα να σχεδιάσω ένα κτίριο στην Ελλάδα. Πάντα, όμως, περιμένω έναν πελάτη να με προσεγγίσει. Δεν ονειρεύομαι πρότζεκτ από μόνος μου. Οι αρχιτεκτονικές δουλειές απαιτούν στενή συνεργασία ανάμεσα στον πελάτη και στον αρχιτέκτονα».
Αυτό είναι ένα από τα μαθήματα που έδωσε η ζωή στον Φρανκ Γκέρι. Οταν στη δεκαετία του ’50 είχε μετοικήσει από το Τορόντο, όπου γεννήθηκε, στην Καλιφόρνια, όπου πήγε για να σπουδάσει, και ονομαζόταν ακόμη Φρανκ Γκόλντμπεργκ, εκείνο που μάθαινε ήταν ότι έπρεπε να αλλάξει το όνομά του για να πάψει να γίνεται στόχος αντισημιτικών σχολίων και για να μπορέσει να ανελιχθεί επαγγελματικά. Στο σπίτι όπου μεγάλωσε στο Τορόντο η διαπαιδαγώγησή του ήταν ωστόσο αμιγώς εβραϊκή, βασισμένη στις διδαχές του Ταλμούδ. «Το Ταλμούδ ξεκινάει με την ερώτηση “Γιατί;”. Είναι μια ενσωματωμένη μορφή περιέργειας, και η περιέργεια είναι η ψυχή της δημιουργικότητας» συνηθίζει να λέει. Μαζί με τη γιαγιά του έχτιζε μικρές πόλεις με υλικά που έβρισκαν στο κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού του παππού του.

Κοντραπλακέ, σύρμα που χρησιμοποιείται σε φράχτες, αυλακωμένο ατσάλι. Τα ταπεινά υλικά, δηλαδή, που χρησιμοποίησε για να περιβάλει ένα κτίριο του 1920 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, εκεί όπου είχε αποφασίσει να ανεγείρει την περίφημη Gehry Residence. Οι γείτονες δεν το εκτίμησαν, ένας μάλιστα από αυτούς έβαζε τον σκύλο του να κάνει την ανάγκη του στο γρασίδι του Γκέρι. Ηταν η δεκαετία του ’80, ο ντεκονστρουκτιβισμός μόλις γεννιόταν και ο νέος κόσμος που ξημέρωνε τότε θα έφερε την αρχιτεκτονική σφραγίδα του Φρανκ Γκέρι.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 11 Μαΐου 2014

ΠΗΓΗ: neoskosmos.com