“Παναγιώτατε, ο Καναδάς ζητά έναν Αρχιεπίσκοπο που θα ενώσει”

Μια παρέμβαση ευθύνης προς την Α.Θ. Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο

Του Γιάννη Κακαγιάννη

Παναγιώτατε,

Η παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Καναδά Σωτηρίου, ύστερα από πενήντα δύο χρόνια αρχιερατικής διακονίας, κλείνει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στον Καναδά.

Δεν είναι η στιγμή για προσωπικές αντιπαραθέσεις.

Δεν είναι η στιγμή για θριαμβολογίες.

Είναι η στιγμή της ευθύνης.

Η απόφαση που καλείται τώρα να λάβει το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αφορά μόνο την επιλογή ενός νέου Αρχιεπισκόπου. Αφορά την πορεία της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στον Καναδά για τις επόμενες δεκαετίες.

Με βαθύ σεβασμό προς τον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με την ιδιότητα ενός ανθρώπου που ζει στον Καναδά περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια, που υπηρέτησε επί ένα τέταρτο του αιώνα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Κοινότητας Τορόντο και παρακολουθεί από κοντά την πορεία της ομογένειας, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω δημόσια ορισμένες σκέψεις.

Όχι για το παρελθόν.

Αλλά για το μέλλον.

Ο Καναδάς δεν χρειάζεται έναν ακόμη διαχειριστή

Η Εκκλησία του Καναδά διαθέτει σήμερα ναούς, μοναστήρια, σχολεία, οργανωμένες κοινότητες και σημαντική παρουσία στην καναδική κοινωνία.

Αυτή η παρακαταθήκη είναι υπαρκτή και οφείλει να αναγνωριστεί.

Αυτό όμως που λείπει περισσότερο δεν είναι νέες υποδομές.

Είναι η εμπιστοσύνη.

Επί δεκαετίες δημιουργήθηκαν τραύματα.

Δημιουργήθηκαν αποστάσεις.

Χάθηκαν άνθρωποι από την ενεργό συμμετοχή.

Πολλοί απομακρύνθηκαν όχι από την πίστη τους αλλά από την εκκλησιαστική πραγματικότητα.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν θα είναι η διοίκηση.

Θα είναι η συμφιλίωση.

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος δεν πρέπει να επιλεγεί μόνο από το βιογραφικό του

Οι τίτλοι είναι σημαντικοί.

Η θεολογική κατάρτιση είναι απαραίτητη.

Η διοικητική εμπειρία επίσης.

Όμως ο Καναδάς χρειάζεται κάτι περισσότερο.

Χρειάζεται έναν άνθρωπο που να μπορεί να ακούει.

Να συνεργάζεται.

Να εμπνέει.

Να οικοδομεί σχέσεις.

Να μην αντιμετωπίζει τις Ελληνικές Κοινότητες ως διοικητικούς μηχανισμούς αλλά ως ζωντανούς οργανισμούς που επί περισσότερο από έναν αιώνα κράτησαν ζωντανή την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.

Δέκα μηνύματα προς το Φανάρι

  1. Ακούστε την Ομογένεια

Η επιλογή δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στις εισηγήσεις εκκλησιαστικών παραγόντων.

Υπάρχει ένας ολόκληρος Ελληνισμός που ζει καθημερινά την πραγματικότητα του Καναδά.

Η φωνή του αξίζει να ακουστεί.

  1. Μιλήστε με τις Ελληνικές Κοινότητες

Οι Κοινότητες δεν είναι αντίπαλοι της Εκκλησίας.

Είναι οι φυσικοί συνοδοιπόροι της.

Η ιστορία του Καναδά απέδειξε ότι όταν Εκκλησία και Κοινότητες συνεργάζονται, κερδίζει ολόκληρη η ομογένεια.

  1. Επιλέξτε ποιμένα και όχι απλώςδιοικητή

Οι κανονισμοί διοικούν.

Οι ποιμένες εμπνέουν.

Ο Καναδάς χρειάζεται το δεύτερο.

  1. Δώστε τέλος στην εποχή των διαιρέσεων

Η ομογένεια κουράστηκε από τις αντιπαραθέσεις.

Δεν χρειάζεται άλλες.

Χρειάζεται γέφυρες.

  1. Σεβαστείτε τον εθελοντισμό

Χιλιάδες άνθρωποι αφιέρωσαν τη ζωή τους στις κοινότητες χωρίς προσωπικό όφελος.

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος οφείλει να τους βλέπει ως συνεργάτες και όχι ως υφισταμένους.

  1. Επενδύστε στουςνέους

Οι νέες γενιές δεν θα παραμείνουν στην Εκκλησία επειδή τους το ζητήσουμε.

Θα παραμείνουν μόνο αν αισθανθούν ότι ανήκουν σε αυτήν.

  1. Η Εκκλησία πρέπει να βρίσκεται πάνω από προσωπικές σχέσεις και πολιτικές ισορροπίες

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος οφείλει να συνεργάζεται με όλους τους θεσμούς της Πολιτείας.

Όμως η αξιοπιστία της Εκκλησίας προϋποθέτει ανεξαρτησία, ίσες αποστάσεις και ηθικό κύρος.

  1. Διαφάνεια και λογοδοσία

Η εποχή απαιτεί ανοιχτές διαδικασίες.

Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται.

Κερδίζεται.

  1. Ο Καναδάς δεν χρειάζεται να ξαναζήσει τις ίδιες συγκρούσεις

Η Ιστορία προσφέρει μαθήματα.

Αρκεί να θέλουμε να τα ακούσουμε.

  1. Ανοίξτε μια πραγματικά νέασελίδα

Η επιλογή του νέου Αρχιεπισκόπου δεν πρέπει να σηματοδοτήσει απλώς μια αλλαγή προσώπου.

Πρέπει να σηματοδοτήσει αλλαγή νοοτροπίας.

Παναγιώτατε,

Η Εκκλησία δεν κρίνεται μόνο από τους ναούς που οικοδομεί.

Κρίνεται από την εμπιστοσύνη που εμπνέει.

Κρίνεται από την ικανότητά της να ενώνει εκεί όπου άλλοι χωρίζουν.

Κρίνεται από την ταπεινότητα με την οποία υπηρετεί τον άνθρωπο.

Ο Καναδάς έχει σήμερα μια ιστορική ευκαιρία.

Να αφήσει πίσω του τις διαιρέσεις του χθες και να οικοδομήσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Αρχιεπισκοπή, τις Ελληνικές Κοινότητες, τον κλήρο και τους χιλιάδες πιστούς που αγαπούν την Εκκλησία αλλά επιθυμούν μια νέα εποχή συνεργασίας και αλληλοσεβασμού.

Αυτή η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί.

Είναι βέβαιο ότι πολλοί θα έχουν διαφορετικές απόψεις για το πρόσωπο που πρέπει να επιλεγεί.

Αυτό είναι φυσικό.

Εκείνο όμως που δεν πρέπει να διχάζει κανέναν είναι οι αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να στηριχθεί η επόμενη ημέρα.

Ο Καναδάς δεν ζητά έναν ακόμη ισχυρό διοικητή.

Ζητά έναν Αρχιεπίσκοπο που θα ενώσει.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις επόμενες γενιές του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας στον Καναδά.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Γιάννης Κακαγιάννης είναι Ελληνοκαναδός αρθρογράφος, αναλυτής της επικαιρότητας και διαχειριστής ψηφιακών μέσων. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα και ζει στο Τορόντο για περισσότερα από 45 χρόνια, διατηρώντας πάντοτε στενούς δεσμούς με την πατρίδα, την ιστορία, τον πολιτισμό και τον απόδημο Ελληνισμό.

Για περισσότερα από 25 χρόνια προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Κοινότητας Τορόντο, υπηρετώντας σε ανώτατες θέσεις ευθύνης και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην προώθηση της ελληνικής παιδείας, του πολιτισμού και της κοινοτικής ζωής.

Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί και σχολιάζει θέματα που αφορούν την Ελλάδα, τον απόδημο Ελληνισμό, την καναδική επικαιρότητα, την ιστορία, τα ταξίδια, τις διεθνείς εξελίξεις και ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Τα κείμενά του συνδυάζουν τεκμηριωμένη ανάλυση, προσωπική εμπειρία και έναν διαρκή προβληματισμό γύρω από θέματα που επηρεάζουν τον Ελληνισμό και τη δημόσια ζωή, με στόχο την ενημέρωση, τον γόνιμο διάλογο και την ανάδειξη θεμάτων που συχνά μένουν εκτός της δημόσιας συζήτησης.