Kριτική για την νουβέλα “Το Κτήνος”, του Θεμιστοκλή Κατσαούνη

γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ αλήθεια ΠEMΠΤΗ 3 IOYΛIOY 2014

«Ο ήρωας της νουβέλας που κρατάτε στα χέρια σας, εμπλέκεται καθοδηγούμενος από μια ανώτερη δύναμη σε ένα συνονθύλευμα αρνητικών καταστάσεων, που τον φτάνουν στο «τέλος». Οι ζωές των ανθρώπων δεν διαμορφώνονται αναλογικά με την καλοσύνη ή την κακία του καθενός, αλλά φαίνεται να είναι καθοδηγούμενες από την ευτυχία ή τη δυστυχία μας. Έτσι λοιπόν και ο Νικίας, είτε ως καλός, είτε ως κακός άνθρωπος, είναι παγιδευμένος μέσα στη δυστυχία του. Άρα δεν υπάρχει σωτηρία; Ή μήπως υπάρχει ένα φως μέσα στο άπειρο;»

Από το οπισθόφυλλο ήδη, ο Θεμιστοκλής Κατσαούνης μας προδιαθέτει για την σκοτεινή, για την ερεβώδη, αλλά πέρα για πέρα ρεαλιστική, ελεγεία που έχει γράψει. Σκοτεινή και ερεβώδης, με την έννοια ότι περιστρέφεται γύρω από την άβυσσο της ψυχής του ανθρώπου, ιδίως όταν οι ιδιαιτερότητές του προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις και ξεσηκωμούς εκ μέρους όσων θα επιθυμούσαν η ζωή τους, και γενικώς η ζωή, να είναι άχρωμη και κοινότοπη σαν εγκύκλιος. Δηλαδή, θανατηφόρα προβλέψιμη και ρυθμισμένη με βάση τις επιθυμίες των άλλων.

Ωστόσο, ο συγγραφέας, με τη λογοτεχνική ευστροφία που τον χαρακτηρίζει, ευστροφία που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω και σε προηγούμενα βιβλία του, προσφέρει στον ήρωα του μυθιστορήματος την ευκαιρία, έστω και καμουφλαρισμένη, να βαδίσει και στο δρόμο της κακίας και στο δρόμο της αρετής. Φυσικά, στον λαβύρινθο που ζούμε, τα όρια μεταξύ κακίας και αρετής είναι, επιεικώς, δυσδιάκριτα, ωστόσο μερικές βασικές αρχές δεν εκλείπουν ποτέ. Έτσι, ο γλυκύτατος, παρά τις συναισθηματικές του διακυμάνσεις, ή ίσως λόγω αυτών των διακυμάνσεων, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την κοινωνική προκατάληψη, άλλοτε με το φραγγέλιο και άλλοτε με την αγιαστούρα.

Αλήθεια, όμως, πού θα τον βγάλει η ακατάστατη συμπεριφορά του; Και ποιο μπορεί να είναι το τέλος ενός νεαρού ο οποίος γεννήθηκε, και μεγάλωσε, σε ένα ακανθώδες οικογενειακό εμβαδόν; Και, επιτέλους, τι θα πει «τέλος;» Ο Τόμας Έλιοτ έχει τη δική του αντίληψη και, με την άδειά σας, θα την ασπαστώ πλήρως: «Τέλος είναι το σημείο από το οποίο αρχίζουμε». Για να επιστρέψω, όμως, στον συγγραφέα: ο Θεμιστοκλής Κατσαούνης ανιχνεύει, με ειλικρίνεια και τόλμη, το φαινόμενο της απομόνωσης η οποία, ενίοτε, αγγίζει τα όρια της μοχθηρότητας.

Το βιβλίο του ξεχειλίζει από αλληγορίες και συμβολισμούς, ωστόσο ο Νικίας είναι μια ρημαγμένη ψυχή που κυνηγά, όπως ο σκύλος την ουρά του, την κατανόηση. Όταν φτάσει στο αμήν, απογοητευμένος ολότελα, θα πάρει, ή θα προσπαθήσει, να πάρει το αίμα του πίσω αλλά, ακόμα και τότε, νιώθουμε γι’ αυτόν μια ακατανίκητη συμπάθεια. Η οργή μας απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, στην αναλγησία η οποία στροβιλίζεται γύρω μας, θύμα της οποίας είναι ο Νικίας και, οπωσδήποτε, όχι θύτης.

Πέρα, πάντως, από την πλοκή, και πέρα από το γεγονός ότι η νουβέλα του Κατσαούνη διαβάζεται μονορούφι, ο έμπειρος αναγνώστης ξεχωρίζει, από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, τη συγγραφική οξυδέρκεια του πολλά υποσχόμενου λογοτέχνη ο οποίος, τα τελευταία χρόνια, κατοικεί μόνιμα στην Καβάλα.

*Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις

ΗΡΙΔΑΝΟΣ. Σελίδες: 72.