Ίσως κάθε ομογενής να κουβαλά μέσα του έναν αόρατο άνθρωπο, που έμεινε πίσω στην Ελλάδα

Η δεύτερη ζωή που δεν έζησες ποτέ

Του Ιάκωβου (Jack) Αρχοντάκη

 

Ίσως κάθε Έλληνας της ομογένειας να κουβαλά μέσα του έναν αόρατο άνθρωπο που έμεινε πίσω στην Ελλάδα

Υπάρχουν ορισμένες σκέψεις που εμφανίζονται ξαφνικά, χωρίς να τις έχεις καλέσει, και εγκαθίστανται στο μυαλό σου σαν παλιοί γνώριμοι που επιστρέφουν ύστερα από δεκαετίες, απαιτώντας σιωπηλά να τους δώσεις τον χρόνο που δεν τους είχες αφιερώσει ποτέ, και μία από αυτές γεννήθηκε κάποτε καθώς παρατηρούσα ανθρώπους της ελληνικής διασποράς να μιλούν για την Ελλάδα με έναν τρόπο που διέφερε εντελώς από εκείνον όσων ζουν ακόμη εδώ, γιατί δεν μιλούσαν για έναν τόπο όπως περιγράφει κανείς έναν προορισμό πάνω στον χάρτη, αλλά για κάτι σχεδόν μεταφυσικό, για μια πατρίδα που υπήρχε ταυτόχρονα στη μνήμη, στη φαντασία, στις αφηγήσεις των γονιών τους και σε μια βαθιά προσωπική ανάγκη να ανήκουν κάπου, ακόμη κι αν αυτό το «κάπου» δεν είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά μέρος της καθημερινότητάς τους.

Τότε ήταν που αναρωτήθηκα αν τελικά η μεγαλύτερη απώλεια ενός ανθρώπου που μεταναστεύει δεν είναι το σπίτι που αφήνει πίσω, ούτε οι δρόμοι που δεν θα περπατήσει ξανά, ούτε καν οι άνθρωποι από τους οποίους απομακρύνεται, αλλά κάτι πολύ πιο αόρατο και πολύ πιο δύσκολο να περιγραφεί, γιατί αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο ένας τόπος αλλά μια ολόκληρη εκδοχή της ζωής του, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να γίνει αλλά δεν έγινε ποτέ.

Συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι η ζωή αποτελεί το άθροισμα των επιλογών μας και ότι κάθε απόφαση μάς οδηγεί λίγο πιο κοντά στον άνθρωπο που τελικά γινόμαστε, όμως σπάνια στεκόμαστε να σκεφτούμε ότι κάθε επιλογή, την ίδια ακριβώς στιγμή που ανοίγει έναν δρόμο μπροστά μας, κλείνει δεκάδες άλλους οι οποίοι εξαφανίζονται χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, ενώ στην πραγματικότητα συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας ως σιωπηλές πιθανότητες που δεν θα αποκτήσουν ποτέ σάρκα και οστά.

Ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες των μεταναστών προκαλούν πάντοτε μια περίεργη συγκίνηση ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έφυγαν ποτέ από τον τόπο τους, επειδή μέσα στην ιστορία κάθε ανθρώπου που μπήκε κάποτε σε ένα καράβι ή σε ένα αεροπλάνο με προορισμό μια άλλη πατρίδα κρύβεται ένα ερώτημα που αφορά όλους μας και το οποίο δεν έχει ποτέ οριστική απάντηση.

Ποιος θα ήμουν αν δεν είχα φύγει;

Η ερώτηση αυτή μοιάζει απλή, όμως στην πραγματικότητα είναι ίσως μία από τις πιο δύσκολες που μπορεί να θέσει κανείς στον εαυτό του, γιατί δεν ζητά μια ανάμνηση αλλά μια ζωή που δεν υπήρξε ποτέ.

Φαντάζομαι καμιά φορά έναν νεαρό από την Κεφαλονιά,Αμοργό, τη Χίο, την Κρήτη ή την Ήπειρο που, κάπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στάθηκε στην κουπαστή ενός πλοίου καθώς η στεριά χανόταν σιγά-σιγά πίσω από τον ορίζοντα και πίστευε ότι άφηνε πίσω του μόνο το χωριό του, χωρίς να γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα άφηνε πίσω του έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν εαυτό που δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει.

Ίσως εκείνος ο άλλος εαυτός να είχε γίνει ψαράς, ίσως να καλλιεργούσε τα χωράφια του πατέρα του, ίσως να άνοιγε ένα μικρό καφενείο στην πλατεία του χωριού, ίσως να μην αποκτούσε ποτέ μεγάλη περιουσία αλλά να γνώριζε με το μικρό τους όνομα όλους τους ανθρώπους που θα περνούσαν καθημερινά από μπροστά του, ίσως να παντρευόταν μια κοπέλα που δεν γνώρισε ποτέ, να έκανε παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ και να γελούσε σε γιορτές που δεν έγιναν ποτέ.

Την ίδια στιγμή, ο άνθρωπος που πραγματικά έφτασε στην Αμερική δημιούργησε μια εντελώς διαφορετική ζωή, απέκτησε άλλη οικογένεια, άλλες εμπειρίες, άλλες αγωνίες και άλλες επιτυχίες, όμως βαθιά μέσα του, ακόμη κι αν δεν το ομολογούσε ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ίσως να υπήρχε πάντοτε εκείνη η αδιόρατη περιέργεια για τη ζωή που εγκατέλειψε πριν καν υπάρξει.

Κάθε φορά που επισκεπτόμουν κοινότητες της ελληνικής διασποράς ή συνομιλούσα με ανθρώπους δεύτερης, τρίτης ή ακόμη και τέταρτης γενιάς, ένιωθα ότι αυτή η αόρατη ζωή δεν είχε χαθεί· είχε απλώς αλλάξει ιδιοκτήτη. Δεν ήταν πλέον ο παππούς που αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί αν είχε μείνει στην Ελλάδα, αλλά ο εγγονός που αναρωτιόταν πώς θα ήταν η ζωή του αν είχε γεννηθεί εκεί.

Και εκεί ακριβώς γεννήθηκε μια ακόμη πιο παράξενη σκέψη.

Μήπως οι άνθρωποι δεν κληρονομούν μόνο τα χαρακτηριστικά του προσώπου, το χρώμα των ματιών ή το επίθετό τους, αλλά κληρονομούν και τα ανεκπλήρωτα ερωτήματα των προηγούμενων γενεών;

Μήπως η νοσταλγία δεν μεταδίδεται μόνο μέσα από ιστορίες, αλλά και μέσα από σιωπές;

Ίσως να ακούγεται παράδοξο, όμως όσο περισσότερο συλλογίζομαι αυτή τη σκέψη τόσο περισσότερο πείθομαι ότι οι άνθρωποι δεν κληρονομούν μόνο περιουσίες, οικογενειακές φωτογραφίες ή παλιά έπιπλα που περνούν από γενιά σε γενιά, αλλά κάτι πολύ πιο λεπτό, σχεδόν αόρατο, που δεν καταγράφεται σε κανένα συμβόλαιο και δεν αναφέρεται σε καμία διαθήκη, γιατί αυτό που περνά από τους γονείς στα παιδιά είναι συχνά οι επιθυμίες που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιήσουν, οι φόβοι που δεν ομολόγησαν ποτέ, τα όνειρα που εγκατέλειψαν κάπου στη διαδρομή και οι ζωές που δεν έζησαν, αλλά συνέχισαν να υπάρχουν σαν μια ήρεμη σκιά που τους συνόδευε μέχρι το τέλος.

Γι’ αυτό ίσως ένας νέος Ελληνοαμερικανός, ο οποίος δεν έχει περπατήσει ποτέ στα σοκάκια της Μονεμβασιάς, δεν έχει δει ποτέ την ανατολή πάνω από το Καστελλόριζο, δεν έχει ακούσει τα τζιτζίκια ένα καυτό μεσημέρι του Αυγούστου ούτε έχει μυρίσει το θυμάρι που καίγεται από τον ήλιο σε μια πλαγιά των Κυκλάδων, μπορεί ξαφνικά να αισθανθεί ένα ανεξήγητο σφίξιμο όταν ακούσει ένα παλιό ελληνικό τραγούδι ή όταν αντικρίσει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός χωριού που δεν επισκέφθηκε ποτέ, γιατί αυτό που συγκινείται μέσα του δεν είναι η προσωπική του μνήμη αλλά μια μνήμη που ταξίδεψε μέσα από τις γενιές και βρήκε τελικά καταφύγιο στη δική του καρδιά.

Υπάρχει κάτι σχεδόν ανεξήγητο σε αυτή τη δύναμη της μνήμης, επειδή η μνήμη δεν υπακούει πάντα στη λογική και πολλές φορές αρνείται να περιοριστεί στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, σαν να επιμένει ότι υπάρχουν αναμνήσεις που μπορούν να μεταφερθούν μέσα από μια αφήγηση, ένα βλέμμα, μια αγκαλιά ή ακόμη και μια σιωπή, ώσπου να γίνουν μέρος της ταυτότητας ανθρώπων που δεν ήταν ποτέ παρόντες όταν συνέβησαν.

Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι της διασποράς μιλούν για την Ελλάδα με έναν τρόπο που συχνά ξαφνιάζει ακόμη και εκείνους που ζουν εδώ, επειδή η δική τους Ελλάδα δεν είναι η Ελλάδα της καθημερινότητας, της γραφειοκρατίας, της κίνησης στους δρόμους ή των ειδήσεων των οκτώ, αλλά μια Ελλάδα που διασώθηκε μέσα από τη μνήμη των ανθρώπων που έφυγαν και γι’ αυτό έμεινε αναλλοίωτη, σχεδόν άφθαρτη, σαν μια παλιά φωτογραφία που δεν ξεθωριάζει ποτέ γιατί κανείς δεν την αγγίζει.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές αν η πατρίδα που κουβαλά μέσα του ένας άνθρωπος της ομογενειασ είναι στην πραγματικότητα μια χώρα ή μια αφήγηση, γιατί η αφήγηση έχει την ιδιότητα να διορθώνει τον χρόνο, να αφαιρεί τις γωνίες, να απαλύνει τις πληγές και να κρατά ζωντανές μόνο εκείνες τις εικόνες που αξίζει να επιβιώσουν, μετατρέποντας τελικά την πατρίδα όχι σε γεωγραφία αλλά σε συναίσθημα.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την εξιδανίκευση κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη αλήθεια, αφού όλοι μας, ακόμη κι εκείνοι που δεν φύγαμε ποτέ από τη χώρα όπου γεννηθήκαμε, κουβαλάμε μια πατρίδα που υπάρχει περισσότερο μέσα μας παρά γύρω μας, επειδή η πατρίδα δεν είναι ποτέ ακριβώς όπως είναι αλλά όπως τη θυμόμαστε, όπως τη φανταζόμαστε ή όπως θα θέλαμε να είναι.

Κάποτε συνάντησα έναν ηλικιωμένο Έλληνα της Αμερικής που μου είπε μια φράση η οποία έμεινε μαζί μου περισσότερο απ’ όσο ίσως κατάλαβε ο ίδιος, καθώς μου εξομολογήθηκε ότι είχε επιστρέψει στο χωριό του έπειτα από πενήντα ολόκληρα χρόνια και διαπίστωσε πως τίποτα δεν ήταν όπως το θυμόταν, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι στην πραγματικότητα δεν είχε αλλάξει τόσο το χωριό όσο ο ίδιος, γιατί όλα εκείνα τα χρόνια δεν νοσταλγούσε τον τόπο αλλά τον άνθρωπο που ήταν όταν έφυγε.

Εκείνη η φράση άνοιξε μέσα μου ένα παράθυρο που δεν είχε υπάρξει ποτέ πριν, γιατί ξαφνικά κατάλαβα ότι ίσως η νοσταλγία να μην είναι τελικά η επιθυμία να επιστρέψουμε σε έναν τόπο αλλά η αδύνατη επιθυμία να επιστρέψουμε σε μια εκδοχή του εαυτού μας που χάθηκε μαζί με το πέρασμα του χρόνου.

Αυτό ίσως είναι και το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, επειδή περνάμε ολόκληρη τη ζωή μας πιστεύοντας ότι αναζητούμε μέρη, ενώ στην πραγματικότητα αναζητούμε ανθρώπους, και ο πιο δύσκολος από όλους είναι εκείνος που υπήρξαμε κάποτε ή εκείνος που θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει αν μια μόνο απόφαση είχε ληφθεί διαφορετικά.

Σκέφτομαι καμιά φορά πως κάπου, σε μια παράλληλη πραγματικότητα που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, υπάρχει ένας άλλος εαυτός μας ο οποίος δεν πήρε εκείνη την πτήση, δεν ανέβηκε σε εκείνο το καράβι, δεν είπε εκείνο το «ναι» ή εκείνο το «όχι» που άλλαξε τα πάντα, και συνεχίζει να ζει μια ζωή που για εμάς δεν θα είναι ποτέ τίποτε περισσότερο από μια υποψία, ενώ ίσως κι εκείνος, αν μπορούσε να μας δει, να αναρωτιόταν πώς θα ήταν η δική του ζωή αν είχε πάρει τη δική μας διαδρομή.

Μπορεί να ακούγεται σαν λογοτεχνική σύλληψη ή σαν φιλοσοφικό παιχνίδι του νου, όμως ίσως αυτό να είναι το πραγματικό προνόμιο του ανθρώπου: η ικανότητά του να φαντάζεται όχι μόνο το μέλλον αλλά και τις ζωές που δεν έζησε ποτέ, επειδή μέσα από αυτή τη φαντασία κατανοεί βαθύτερα την αξία της ζωής που τελικά του δόθηκε.

Ίσως λοιπόν ο Έλληνας της Νέας Υόρκης, του Σικάγου, της Βοστώνης ή του Σαν Φρανσίσκο να μη νοσταλγεί μόνο την Ελλάδα, όπως κι ο Έλληνας της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης να μη νοσταλγεί μόνο την Αμερική που δεν γνώρισε ποτέ, αλλά και οι δύο να αναζητούν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, εκείνον τον αόρατο άνθρωπο που γεννήθηκε τη στιγμή που πήραν μια διαφορετική απόφαση και που από τότε περπατά σιωπηλά δίπλα τους χωρίς ποτέ να συναντηθούν.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο της ελληνικής ομογενειας, όχι επειδή κατάφερε να κρατήσει ζωντανή τη γλώσσα, τις παραδόσεις ή τα έθιμα, όσο πολύτιμα κι αν είναι όλα αυτά, αλλά επειδή απέδειξε ότι η πατρίδα μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και όταν μετατρέπεται σε ανάμνηση, ότι η ταυτότητα μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν αλλάζει ήπειρο και ότι η αγάπη για έναν τόπο δεν μετριέται με τα χιλιόμετρα που σε χωρίζουν από αυτόν αλλά με το πόσο βαθιά εξακολουθεί να κατοικεί μέσα σου.

Ίσως τελικά να μην έχουμε μόνο μία ζωή, όπως μας αρέσει να πιστεύουμε, αλλά δύο· εκείνη που ζήσαμε και εκείνη που θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει, και όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι η δεύτερη δεν υπάρχει για να μας γεμίζει με μεταμέλεια αλλά για να μας θυμίζει πόσο πολύτιμη είναι η πρώτη, επειδή κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι μοναδική ακριβώς επειδή άφησε πίσω της άπειρες άλλες πιθανότητες που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ.

Και ίσως, όταν κάποτε έρθει η στιγμή να κοιτάξουμε πίσω τη διαδρομή μας, να μην αναρωτηθούμε ποια χώρα ήταν πραγματικά η πατρίδα μας, αλλά ποια από όλες εκείνες τις αόρατες ζωές που δεν ζήσαμε μάς ακολούθησε πιο πιστά μέχρι το τέλος, ψιθυρίζοντάς μας διακριτικά ότι η μεγαλύτερη περιπέτεια του ανθρώπου δεν ήταν ποτέ το ταξίδι από την Ελλάδα στην Αμερική ή από την Αμερική στην Ελλάδα, αλλά το ατελείωτο ταξίδι ανάμεσα σε αυτό που έγινε και σε εκείνο που θα μπορούσε να είχε γίνει.

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Iakovos ( Jack ) Archontakis – Senior Maritime Strategy Consultant & Chartering Executive

P.o.box 80784 gr / 18510 Piraeus / Greece

 

Post scriptum: – Αποποίηση ευθύνης: Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και οι προσωπικές ερμηνείες που εκφράζονται στο παρόν άρθρο αποτελούν αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου και έχουν λογοτεχνικό, πολιτιστικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Το άρθρο πραγματεύεται θέματα όπως η ταυτότητα, η μετανάστευση, η μνήμη, η κληρονομιά και η ιδιαίτερη σχέση που συχνά αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους της ελληνικής ομογενειας και την πατρίδα τους. Δεν εκφράζει επίσημες θέσεις ή απόψεις οποιουδήποτε οργανισμού, φορέα, κοινότητας, έκδοσης ή άλλης συνδεδεμένης οντότητας. Οι αναφορές στη μετανάστευση, στην πολιτιστική ταυτότητα, στις οικογενειακές μνήμες και στη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο καταγωγής του αποτελούν προσωπικούς προβληματισμούς και αφηγηματικές παρατηρήσεις με σκοπό να προκαλέσουν σκέψη, διάλογο και συναισθηματική σύνδεση. Δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως απόλυτη ή καθολική περιγραφή της εμπειρίας κάθε μετανάστη, καθώς κάθε ανθρώπινη διαδρομή, κάθε οικογενειακή ιστορία και κάθε σχέση με την καταγωγή και την ταυτότητα είναι μοναδική.

Φωτό: https://www.orthodoxianewsagency.gr/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1/11-apriliou-1890-oi-protoi-ellines-metanastes-ftanoun-sto-nisi-elis-tis-neas-yorkis/