Νικόλαος Ράικος: Ο άγνωστος εγγονός της Μεγάλης Αικατερίνης που πολέμησε για την Ελλάδα

Γράφει ο Σπάρτακος Τανασίδης

Ανήκει στις λιγότερο γνωστές –αν και σημαντικές– μορφές του φιλελληνισμού. Προσέφερε τα μέγιστα στην Ελληνική Επανάσταση και αργότερα στην οργάνωση του τακτικού στρατού και του κράτους της ελεύθερης Ελλάδος

Η καταγωγή του τον συνέδεε με έναν από τους ισχυρότερους αυτοκρατορικούς οίκους της Ευρώπης. Η ζωή του όμως τον έφερε στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Ο Νικόλαος Ράικος, εγγονός –αν και ποτέ επίσημα αναγνωρισμένος– της Μεγάλης Αικατερίνης, εγκατέλειψε τη Ρωσία και τη στρατιωτική σταδιοδρομία που είχε ήδη χτίσει για να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων. Έφτασε μάλιστα κρυφά, σε μια εποχή που η ρωσική κυβέρνηση απαγόρευε στους υπηκόους της να κατατάσσονται σε επαναστατικούς στρατούς.

Η ελληνική περιπέτειά του δεν περιορίστηκε στα πεδία των μαχών. Πολέμησε στη Χίο, υπηρέτησε ως φρούραρχος και στρατιωτικός διοικητής, ανέλαβε την ηγεσία του Πυροβολικού και του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου του Ναυπλίου και εξελίχθηκε σε έμπιστο συνεργάτη του Ιωάννη Καποδίστρια.

Για την Ελλάδα, έγινε ήρωας και εκ των οργανωτών του νεοσύστατου κράτους· για τη Ρωσία, για χρόνια παρέμενε ένας αξιωματικός που είχε παραβεί εντολές.

Από τη Φλωρεντία στον ρωσικό στρατό

Ο Νικολάι Ράικο –Νικόλαος Ράικος στην Ελλάδα– ήταν το εξώγαμο τέκνο του κόμη Αλεξέι Γκριγκόριεβιτς Μπομπρίνσκι, που και αυτός ήταν εξώγαμος γιος της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β’ και του ευνοούμενου πρίγκιπά της Γκριγκόρι Ορλόφ. Γεννήθηκε το 1794 και δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επίσημα ως εγγονός της τσαρίνας.

Σε ηλικία 14 ετών παραδόθηκε στη φροντίδα ενός Ιταλού φίλου του πατέρα του, του Σιβάντσι. Ο Σιβάντσι έστειλε τον Νικόλαο μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του στη Φλωρεντία. Αργότερα ο Νικόλαος σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Δεν γνωρίζουμε το αντικείμενο και τη διάρκεια των σπουδών του, διότι δεν αποφοίτησε ποτέ.

Με την εισβολή του Μεγάλου Ναπολέοντα στη Ρωσία το 1812, ο Νικόλαος –ως πατριώτης– επιχείρησε να εγκαταλείψει στα κρυφά την Ιταλία και να περάσει μέσω της Ελβετίας στη Ρωσία για να καταταγεί στο στρατό. Καθώς δεν διέθετε χρήματα και ταξιδιωτικά έγγραφα, πέρασε παράνομα στα ελβετικά σύνορα, όπου συνελήφθη και απελάθηκε πίσω στην Ιταλία.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1816, κατάφερε να επιστρέψει στην πατρίδα του για να καταταγεί στην έφιππη πυροβολαρχία του ρωσικού στρατού.

Το 1818 προήχθη σε αξιωματικό και το 1824 τοποθετήθηκε στο επίλεκτο Σύνταγμα Δραγόνων της Αυτοκρατορικής Φρουράς.

Ο νεαρός αξιωματικός φημιζόταν ως ευθύς και ανεξάρτητος χαρακτήρας, πολύ δημοφιλής μεταξύ των συναδέλφων του, αλλά δύσκολα προσαρμοσμένος στην αυλική και στρατιωτική πειθαρχία.

Το 1826 η σταδιοδρομία του διακόπηκε λόγω ενός επεισοδίου, όταν στο σπίτι του συγκεντρώθηκε μια ομάδα αξιωματικών, για να υποβάλουν ομαδική παραίτηση λόγω της δυσαρέσκειας για την κατάσταση που επικρατούσε στο Σύνταγμα των Δραγόνων. Η διοίκηση άσκησε πιέσεις και όλοι υπαναχώρησαν – πλην του Ράικου. Η παραίτησή του έγινε δεκτή.

Η απόφαση να πολεμήσει για την Ελλάδα

Έναν χρόνο αργότερα, ο Ράικος εγκατέλειψε τη Ρωσία για να μεταβεί πάλι στην Ιταλία. Εκεί, το έντονο φιλελληνικό κλίμα που επικρατούσε στα σαλόνια μετά την ηρωική πτώση του Μεσολογγίου, τον επηρέασε. Τον πείραζε όμως ότι ενώ εθελοντές από πολλά ευρωπαϊκά κράτη πολεμούσαν για την ελληνική ανεξαρτησία, δεν υπήρχαν αρκετοί Ρώσοι εθελοντές.

Πίστευε ότι οι Ρώσοι λόγω των ιστορικών δεσμών με τον ελληνισμό και λόγω της κοινής πίστης, όφειλαν να είναι πιο ευαίσθητοι στο ελληνικό ζήτημα.

Δήλωνε στην αλληλογραφία του ότι για έναν Ρώσο η βοήθεια προς τους Έλληνες έπρεπε να είναι ζήτημα «εθνικής τιμής» και αλληλεγγύης προς τους ορθόδοξους χριστιανούς.

Όμως, εκείνη την εποχή η ρωσική κυβέρνηση δεν επέτρεπε σε Ρώσους υπηκόους να κατατάσσονται σε επαναστατικούς στρατούς. Έτσι ο Ράικος έφθασε λάθρα στην Ελλάδα στις αρχές του 1827 και τέθηκε στην υπηρεσία της ελληνικής κυβέρνησης, με κίνδυνο να στιγματιστεί ως ταραχοποιός και μισθοφόρος επαναστάτης.

Τον ίδιο χρόνο συμμετείχε στην εκστρατεία του Γάλλου φιλέλληνα Κάρολου Φαβιέρου στη Χίο. Η επιχείρηση αυτή ήταν ανεπιτυχής και οι δυνάμεις των επαναστατών αποχώρησαν.

Έμπιστος άνθρωπος του Ιωάννη Καποδίστρια

Το 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Ο Ράικος, έχοντας αποκτήσει τη φήμη ενός ικανού και έντιμου αξιωματικού, δεν πέρασε απαρατήρητος, καθώς ο κυβερνήτης αναζητούσε μορφωμένους στρατιωτικούς που δεν ήταν ενταγμένοι στις πολιτικές φατρίες και μπορούσαν να υπηρετήσουν έντιμα το ελληνικό κράτος.

Έτσι ο Νικόλαος Ράικος υπηρέτησε διαδοχικά φρούραρχος σε Ναύπλιο, Παλαμήδι, Πάτρα και στο Καστέλι της Πελοποννήσου.

Ο Καποδίστριας υπογράμμιζε στα έγγραφά του ότι επί τρία χρόνια δικαίωσε πλήρως την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης. Στην Πάτρα υπηρέτησε ως στρατιωτικός διοικητής, με σημαντική συμβολή αμέσως μετά την αποχώρηση των Οθωμανών. Ήταν μια πόλη κατεστραμμένη και αποδιοργανωμένη, η οποία έπρεπε να αναδομηθεί και να ενταχθεί σε ένα νέο κρατικό μηχανισμό.

Στη δε αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Ράικο ανταλλάσσονταν πληροφορίες για τα τεκταινόμενα τόσο στην Πάτρα όσο και διεθνώς. Ο κυβερνήτης ζητούσε τη γνώμη του πάνω σε θέματα στρατιωτικής διοίκησης, αλλά και πολιτικής. Η αλληλογραφία αυτή δείχνει ότι ο Ράικος ήταν ένας έμπιστος στρατιωτικός σύμβουλος.

Σύμφωνα με τους Ρώσους ιστορικούς, η τελευταία επιστολή που συνέταξε ο Καποδίστριας λίγες ώρες πριν πέσει νεκρός απευθυνόταν σε εκείνον. Ο Ράικος αργότερα παρέδωσε μόνο οκτώ επιστολές του κυβερνήτη για δημοσίευση, ενώ κράτησε τις περισσότερες ως προσωπικές.

Στην οργάνωση του ελληνικού στρατού

Τα έτη 1830-1831 ανέλαβε την ανώτατη διεύθυνση του ελληνικού Πυροβολικού. Την εποχή εκείνη το Πυροβολικό δεν ήταν μόνο πολεμικό σώμα, αλλά αναλάμβανε οχυρωματικά έργα, φύλαξη των φρουρίων, εκπαίδευση τεχνικών αξιωματικών και τη σταδιακή μετάβαση των άτακτων σωμάτων σε τακτικό στρατό.

Το 1831 ο αντισυνταγματάρχης Ράικος υπηρέτησε ως διοικητής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου του Ναυπλίου, του προγόνου της σημερινής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

Η δολοφονία του Καποδίστρια και ο ρόλος του Ράικου

Στις 9 Οκτωβρίου του 1831 (με το σημερινό ημερολόγιο), ο κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε δολοφονημένος έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

Ο Ράικος ανέλαβε αμέσως τη διαχείριση της κρίσης που ακολούθησε. Μαζί με τον Πορτογάλο φρούραρχο Αντόνιο Αλμέιδα και λοιπούς αξιωματικούς, απέτρεψαν τη σύρραξη ανάμεσα στις αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις. Το 1834 ο Ράικος συνέταξε αναλυτικό υπόμνημα για τη δολοφονία του κυβερνήτη και τις συνθήκες που την περιέβαλαν. Το κείμενο δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, στο Ρωσικό Αρχείο το 1869. Το υπόμνημα αυτό περιγράφει αναλυτικά τη δολοφονία, τις πρώτες ώρες της κρίσης και τις αντιδράσεις των ξένων διπλωματών.

Ο Ράικος υποστήριζε ότι πίσω από τη δολοφονία υπήρχε συνωμοσία με γαλλική υποκίνηση – κατηγόρησε με δριμύτητα τον Γάλλο βαρόνο Ρουέν. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν θεωρείται αμερόληπτη ή ασφαλές ιστορικό πόρισμα.

Η επιστροφή στη Ρωσία

Ο Νικόλαος Ράικος επιθυμούσε να επιστρέψει στη Ρωσία. Οι ρωσικές Αρχές του το αρνήθηκαν αρχικά, διότι γι’ αυτές ήταν παράνομος επαναστάτης. Το απολυτήριο που του χορηγήθηκε μετά το θάνατο του Καποδίστρια αναγράφει ότι στα τέσσερα χρόνια υπηρεσίας δεν δέχτηκε μισθό ή άλλες ανταμοιβές.

Ο ίδιος ζούσε από δικούς του πόρους, καθώς είχε βοήθεια από την οικογένεια και τους εύπορους φίλους του, θέλοντας να δηλώσει ότι η υπηρεσία του προς την Ελλάδα ήταν εθελοντική προσφορά και όχι επαγγελματική μισθοφορική δράση.

Απευθύνθηκε στον τσάρο Νικόλαο Α’, δηλώνοντας προθυμία να υπηρετήσει την πατρίδα του έστω ως απλός στρατιώτης – τελικά, πήρε την άδεια και επέστρεψε. Έφθασε στην Οδησσό το 1832, και το 1833 τοποθετήθηκε ως υπολοχαγός στο Σύνταγμα Δραγόνων του Νίζνι Νόβγκοροντ. Ο στρατιωτικός βαθμός που είχε στην Ελλάδα δεν του αναγνωρίστηκε.

Πολύ σύντομα παραιτήθηκε εκ νέου από τον ρωσικό στρατό. Στην Οδησσό δεν του προσφέρθηκε καμία σημαντική θέση· η φήμη του ως επαναστάτη προκαλούσε δυσπιστία. Έτσι, στράφηκε στη καλλιέργεια της γης και στην εκτροφή μεταξοσκώληκα για την παραγωγή μεταξιού, ενώ παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Νικολάγεβνα Αντρόποβα.

Δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για την Ελλάδα

Ο Νικόλαος Ράικος δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για την Ελλάδα: Αλληλογραφούσε με τους φίλους και συμπολεμιστές του, ενώ Έλληνες έμποροι και ναυτικοί τον επισκέπτονταν τακτικά στην Οδησσό.

Το 1841, με διάταγμα του βασιλιά Όθωνα, του έγινε απονομή του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος.

Η διάκριση αποτελεί μεταγενέστερη αναγνώριση της Ελλάδας για τη συμβολή του στον αγώνα για την ανεξαρτησία και για την οργάνωση του ελληνικού κράτους.

Ο Νικόλαος Ράικος πέθανε στην Οδησσό στις 12 Ιανουαρίου του 1854, σε ηλικία περίπου 60 ετών.

Η βιογραφία του είναι μια σκιαγράφηση της αντίφασης του ρωσικού φιλελληνισμού, με την ρωσική κοινωνία να αισθάνεται πολιτισμική και θρησκευτική συγγένεια με τους Έλληνες, και με το επίσημο κράτος να αποστρέφεται την Ελληνική Επανάσταση ως απειλή για την τάξη πραγμάτων. Όπως πολλοί φιλέλληνες, ο Νικόλαος Ράικος –ο Νικολάι Ράικο– ήταν φορέας μιας διπλής πολιτικής ταυτότητας: ήρωας της Ελλάδας και παραβάτης της Ρωσίας.

Πηγές
• azbyka.ru
• Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα, εκδ. Περί τεχνών, 2002.
• Χ. Λούκος, «Ένας Ρώσος στην Ελλάδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο: ο φιλέλληνας Νικόλαος Ράικο», Μνήμων, τ. 11, 1987, σ. 154–198.
• Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 5, 1929.
• odessa.ua
• rua.gr
• sansimera.gr
• Ν. Τζανάκος, Ιωάννης Καποδίστριας – Ο ιδρυτής της Νέας Πάτρας, εκδ. Το Δόντι, 2010.
• vostlit.info

 

Από το pontosnews.gr