Τρεις εθνικές κρίσεις στα 16 χρόνια μου στον “Εθνικό Κήρυκα” της Νέας Υόρκης

Νέα Υόρκη.

makrias■ Του Παναγιώτη  Σ. Μακριά

Όταν το 1962 όταν ζήτησα δουλειά, ο τότε εκδότης Μπάµπης Μαρκέτος µου ζήτησε και του έστειλα να δει κείµενά µου.  Ύστερα από τρεις περίπου εβδοµάδες µου τηλεφώνησε και τον συνάντησα στο γραφείο, στους 26 δρόµους του Μανχάτταν.  Ήταν καλά, µου είπε τα γραπτά µου, αλλά εκείνη την ώρα δεν υπήρχε θέση κενή για δηµοσιογράφο.  Αν ήθελα, υπήρχε ανάγκη στο τµήµα διαφηµίσεων. Επειδή και η άλλη καθηµερινή εφηµερίδα δεν χρειαζόταν συντάκτη, όπως µε είχε διαβεβαιώσει ο αείµνηστος αρχισυντάκτης τότε Παναγιώτης Γαζουλέας δέχθηκα, όχι µε µεγάλο ενθουσιασµό, την πρόταση του Μαρκέτου.  Ύστερα από λίγους µήνες, µου πρότεινε να αναλάβω την θέση του υπεύθυνου της Σύνταξης.  Μου τόνισε ότι πίστευε πως θα τα καταφέρω µε την προϋπηρεσία µου σε εφηµερίδες στην Αθήνα και βεβαίως στην εβδοµαδιαία “Ναυτιλιακή-Ναυτεργατική” της οποίας ήµουν αρχισυντάκτης πριν έρθω στην Αµερική.

Ρίχθηκα µε ενθουσιασµό και αφοσίωση στην δουλειά. Βρισκόµουν στις έξι το πρωί, πρώτος στο γραφείο και ξεκινούσα για το σπίτι στις 6-8 το βράδυ ή και αργότερα, όταν είχα να καλύψω διάφορες εκδηλώσεις.

Το συντακτικό επιτελείο της εφηµερίδας από το 1962 έως το 1978 που αποχώρησα, αποτελείτο από 2-3 άτοµα.  Τον υπογράφοντα και έναν, συνήθως, βοηθό.  Ο τελευταίος ήταν ο Σταύρος Μαρµαρινός, ο οποίος παραµένει ακόµη στην εφηµερίδα µε την πιο πολυετή υπηρεσία. Άλλοι βοηθοί µου διετέλεσαν ο Βασίλης Κουτσολιόντος, εκδότης τώρα της καθηµερινής  εφηµερίδας “Πρωινός Λόγος” των Ιωαννίνων και ο Κύπριος δηµοσιογράφος Πάνος Κόκκινος που είχε µετάφραση το βιβλίο του Nicholas Gage “Ο θησαυρός του Μπουρλότα” που δηµοσιεύσαµε σε συνέχειες. Ένας άλλος καλός συνεργάτης ήταν ο Ηρακλής Παπουτσής, ο οποίος αργότερα ανέλαβε διευθυντής προγράµµατος της ΕΡΤ.  Πέρασαν και άλλοι συνάδελφοι αλλά, κανένας δεν στέριωσε. Όλων η θητεία εκτός του υποφαινοµένου ήταν ολιγόχρονη. Το 1978 που διέκοψα την συνεργασία µου, κανείς άλλος δηµοσιογράφος δεν είχε υπηρετήσει πάνω από 3-4 συνεχή χρόνια υπό τον Μπάµπη Μαρκέτο. Ήταν ένας δύσκολος, σχολαστικός και υπερβολικά απαιτητικός προϊστάµενος.  Είχα και εγώ αναγκαστεί να παραιτηθώ δυο φορές, για να επιστρέψω όµως ύστερα από δυο-τρεις εβδοµάδες.  Αλλά, ταυτόχρονα, ο Μαρκέτος ήταν ακούραστος, είχε αφιερώσει την ζωή του στην εφηµερίδα, ήταν αγωνιστής, καλός πατριώτης, υπεύθυνος άνθρωπος και ευσυνείδητος δηµοσιογράφος.

Άλλοι συνεργάτες που πέρασαν ήταν ο Στέφανος Ζώτος, ο Γιώργος Βενιζέλος, και βεβαίως ο Γιώργος Γεναράλης.  Ο τελευταίος διαφωνούσε κάθε τόσο µε τον Μαρκέτο, έφευγε, αλλά πάντα ξαναγύριζε και για αρκετά χρόνια πριν τον διαδεχθώ είχε διατελέσει αρχισυντάκτης.

Ο Μαρκέτος πέρασε τα πάνδεινα για να κρατήσει την εφηµερίδα στην ζωή τα πρώτα δέκα χρόνια του ως ιδιοκτήτης.  Η εφηµερίδα είχε φθάσει δυο-τρεις φορές στα πρόθυρα του κλεισίµατος και σώθηκε όταν ο δαιµόνιος Κεφαλλονίτης κατάφερε να εκδώσει µετοχές για να εξασφαλίσει την ρευστότητα που χρειαζόταν η επιχείρηση.  Αυτό έγινε πολύ πριν προσληφθώ αλλά και τότε η έκδοση δεν ήταν εύκολη.  Οι διαφηµίσεις ήταν πολύ περιορισµένες, το ίδιο και η κυκλοφορία.  Βασίλευε η άλλη καθηµερινή εφηµερίδα, η “Ατλαντίς” που ήταν και η αρχαιότερη.

Εκτός από τα δύο άτοµα της Σύνταξης, στην εφηµερίδα εργαζόταν όταν προσλήφθηκα και ο Κώστας Παπαφωτίου, ο οποίος έγραφε οµογενειακά νέα και διατηρούσε µια στήλη.

Άλλα µέλη του προσωπικού ήταν η γραµµατέας του εκδότη και αργότερα µια άλλη κυρία.  Άλλα τρία άτοµα εργαζόταν στο τµήµα µικρών αγγελιών και στο λογιστήριο.  Τα περισσότερα χρόνια, εκτός από την Σύνταξη ήµουν και υπεύθυνος για το διαφηµιστικό τµήµα.

Όταν που ήµουν υπεύθυνος για την Σύνταξη προσελήφθη µε υπόδειξή µου ανταποκριτής στην Αθήνα, ο ακόµη και σήµερα αποκαλούµενος “πρύτανης” της Ελληνικής Δηµοσιογραφίας” Χρήστος Πασαλάρης, βοηθός του οποίου υπήρξα πολλά χρόνια πριν στην καθηµερινή “Εµπρός” στην Αθήνα.  Όταν πήγα εκεί για να του κάµω την πρόταση, ήταν αρχισυντάκτης των “Νέων” και αργότερα διευθυντής της ίδιας εφηµερίδας καθώς και άλλων καθηµερινών εφηµερίδων.

Το πολιτικό ρεπορτάζ της εφηµερίδας, µετά την πρόσληψη του Πασαλάρη το 1972, βασιζόταν σε ένα λακωνικό καθηµερινό τηλεγράφηµά του. Και η ειδησεογραφία συµπληρωνόταν από το πρακτορείο Ρώυτερ µέσω τηλετύπου.  Δεν υπήρχαν τότε ούτε FAX, ούτε SKYPE, ούτε emails.

Αργότερα, προσελήφθη σαν συνεργάτης από το Λονδίνο ο Βάσος Τσιµπιδάρoς, ένας γνωστός Αθηναίοw δηµοσιογράφος, φίλος του Κωνσταντίνου Καραµανλή, ο οποίος έγραφε µια στήλη στο κυριακάτικο φύλλο, µαζί µε µια επισκόπηση του Χρήστου Πασαλάρη.

Εξασφαλίσαµε, επίσης, την συνεργασία µερικών γνωστών οµογενών καθηγητών σε αµερικανικά πανεπιστήµια. Δηµοσιεύσαµε επίσης, σε συνέχειες το βιβλίο “Ελένη” του Nicholas Gage, καθώς και άρθρα και διηγήµατα της Θεανώς Μάργαρη.

Για ένα διάστηµα έγραφα και χρονογράφηµα σχολιάζοντας επίκαιρα θέµατα.  Και δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα τηλεφώνηµα του Πρωθιερέως Καλλιµάχου για να µε συγχαρεί.  Την εποχή εκείνη δεν ερχόταν πια στην εφηµερίδα και δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά.

Για πολλά χρόνια έγραφα καθηµερινώς τα ανυπόγραφα σχόλια της ηµέρας µε τις θέσεις της εφηµερίδας, ενώ ο εκδότης υπέγραφε πάντοτε τα άρθρα του µε τα αρχικά Μπ.Μ.

Στα αθλητικά ήταν αφιερωµένο µικρό µέρος της 4ης σελίδας τρεις φορές την εβδοµάδα και αργότερα καθηµερινά, που έγραφε ο Δηµήτρης Ιωαννίδης, ο καλύτερος λινοτυπιστής της εφηµερίδας.  Τον Ιωαννίδη διεδέχθη ο Νίκος Νοταρίδης, ο οποίος εκδίδει την µηνιαία εφηµερίδα “Οµογένεια και Σπορ”.

Όλα τα 16 χρόνια η παραγωγή της εφηµερίδας γινόταν µε λινοτυπικές µηχανές. Ήταν το δεύτερο στάδιο στοιχειοθεσίας µετά την µέθοδο του Johannes Gutenberg, ο οποίος άρχισε την “επανάσταση εκτύπωσης” τον 14ο αιώνα. Η λινοτυπία άρχισε στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο “Εθνικός Κήρυξ” εγκατέλειψε αυτή τη µέθοδο το 1979 και πέρασε στην φωτοσύνθεση, την οποία ακολούθησε το κοµπιούτερ, µια ακόµη µεγαλύτερη επανάσταση, απίστευτη για τους δηµοσιογράφους, όπως ο υπογράφων που έζησε και τα τρία συστήµατα στοιχειοθεσίας.

ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ

Στη διάρκεια της θητείας µου στον Εθνικό Κήρυκα ζήσαµε τρεις σοβαρές εθνικές κρίσεις. Την κατάλυση της Δηµοκρατίας τον Απρίλιο του 1967 από τους συνταγµατάρχες, τις αποφάσεις της Κληρικολαϊκής του 1970 και την εισβολή του Αττίλα στην µαρτυρική Κύπρο.

Οι αποφάσεις της Κληρικολαϊκής αφορούσαν την µερική Αυτονοµία της Εκκλησίας µας από το Οικουµενικό Πατριαρχείο και την καθιέρωση της αγγλικής στην θεία λειτουργία.  Ξεσηκωθήκαµε την εποµένη σε έναν έντονο αγώνα για την κατάργηση των αποφάσεων αυτών και το ίδιο έκαµε και η “Ατλαντίς”.  Στο διάστηµα αυτό οι σχέσεις της εφηµερίδας µε τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο πέρασαν µεγάλη δοκιµασία.  Με είχε καλέσει τρεις φορές να τον επισκεφθώ, αλλά αρνήθηκα διότι είχα τέτοια εντολή από τον εκδότη.

Τότε, για λογαριασµό του, κινήθηκαν παράγοντες της Οµογένειας για να σταµατήσουµε τον εναντίον των αποφάσεων αγώνα.  Μεταξύ αυτών ήταν και ο διατελέσας Δήµαρχος Αγίου Φραγκίσκου George Christopher ο οποίος ήρθε στο γραφείο για τον ίδιο σκοπό και τον δέχθηκα εγώ, αφού ο Μαρκέτος βρισκόταν στην Αθήνα.  Το επόµενο στάδιο ήταν ανοιχτές παρασκηνιακές απειλές της Αρχιεπισκοπής προσωπικά κατά του Μαρκέτου.

Δεν ενδώσαµε.  Συνεχίσαµε τον αγώνα µέχρι που ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο µέγας εκείνος ηγέτης της Ορθοδοξίας, απέρριψε τις αποφάσεις της Κληρικολαϊκής.  Δύο χρόνια αργότερα επισκεφθήκαµε µε τον Μαρκέτο τον Πατριάρχη, ο οποίος µε την Ιερά Σύνοδο µας επεφύλαξε ιδιαίτερα τιµητική υποδοχή µαζί µε την αναγνώριση του αγώνα του “Εθνικού Κήρυκα” για τα “τιµαλφή του Γένους και της Φυλής”.

Καθώς χαράσσω τις γραµµές αυτές, ύστερα από 45 χρόνια, και µετά τις χιλιάδες επικριτικές λέξεις που είχα γράψει εναντίον των αποφάσεων, νοµίζω τώρα ότι ο αγώνας µας δεν ήταν ορθός.  Αν και ο Ιάκωβος είχε παραδεχθεί το λάθος του, η Αυτονοµία που πρότεινε ήταν σωστό µέτρο.  Σ’ ό,τι δε αφορά την καθιέρωση της Αγγλικής στη θεία λειτουργία, ήταν κάτι το αναπόφευκτο, αφού ήταν απαίτηση της νέας γενιάς των οµογενών, ενώ κάλπαζε ο αριθµός των µικτών γάµων.  Ίσως να βιάστηκε και για την Αυτονοµία και για την γλώσσα.  Αλλά είχε δίκιο ο Ιάκωβος, ο οποίος δεν συγχώρησε ποτέ την άρνησή µου να τον επισκεφθώ στην διάρκεια της κρίσης.

Αξίζει να σηµειωθεί για την ιστορία, ότι µετά τις αποφάσεις της 20ής Κληρικολαϊκής ο Ιάκωβος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση.  Πολλοί ζητούσαν την παραίτησή του και κυκλοφορούσαν φήµες ότι ο Πατριάρχης θα τον αντικαθιστούσε.  Δεν τολµούσε να εµφανιστεί δηµοσίως. Επιχείρησε µε σκληρές δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας να κατευνάσει το εναντίον του λαϊκό αίσθηµα.  Αυτό είναι πολύ πιθανό, αν όχι βέβαιο, ότι του στοίχισε τον Πατριαρχικό θρόνο.  Αποφασιστικό βήµα για την αποκατάσταση των σχέσεων του Ιακώβου µε την Οµογένεια ήταν η πρωτοβουλία του Νίκου Ανδριώτη να τον πάρει για γεύµα σε εστιατόριο της Αστόριας.  Αυτό έσπασε τον πάγο και σιγά-σιγά άρχισε δηµόσιες εµφανίσεις.

Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ

Λίγο πριν την 21η Απριλίου 1967, η εφηµερίδα εξέφραζε τις ανησυχίες της µε µια σειρά άρθρων του εκδότη για την πολιτική κρίση που περνούσε η χώρα και το ενδεχόµενο επέµβασης των ενόπλων δυνάµεων.  Τελικά, έγινε “το µεγάλο κακό”, όπως τόνιζε σε άρθρο του ο εκδότης την εποµένη του πραξικοπήµατος. Καταδίκασε τη στρατιωτική επέµβαση και κάλεσε τους πραξικοπηµατίες να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς.  Αυτή ήταν η βασική γραµµή που ακολουθήσαµε κατά την επταετία που κατέληξε στο πραξικόπηµα κατά του Μακαρίου, ο οποίος επισκέφθη τα γραφεία µας µόλις ήρθε στη Νέα Υόρκη, µετά την ανατροπή του από τον Σαµψών.

Η αντίθεση του Εθνικού Κήρυκα κατά της δικτατορίας έγινε από θέση υψηλής ευθύνης, χωρίς να καταφύγουµε σε πεζοδροµιακή συνθηµατολογία και µε βασικό στόχο την αποτροπή διχασµού της οµογένειας.

Δραστηριοποιηθήκαµε και στην παρασκηνιακή υπονόµευση του καθεστώτος µε τις επαφές µας µε την πολιτική ηγεσία της χώρας και µε τον βασικό παράγοντα του αντιχουντικού αγώνα στις ΗΠΑ, στρατηγό Ορέστη Βιδάλη.  Ο ίδιος εξιστορεί λεπτοµερώς την συνεργασία του µε τον εκδότη και τον υποφαινόµενο σε δυο ογκωδέστατους τόµους όπου περιγράφει την δράση του στην Αµερική.  Συνεργαστήκαµε και ενθαρρύναµε τα ελληνικής καταγωγής µέλη του Κογκρέσσου να λάβουν σθεναρή στάση απέναντι στη χούντα. Δηµοσιεύαµε άρθρα πολιτικών που σήκωναν το ανάστηµά τους στην δικτατορία και δεχόµασταν τις επισκέψεις στα γραφεία µας όλων των πολιτικών που ερχόταν στην Ν. Υόρκη.  Μόνο µε το ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν συνεργάστηκε η εφηµερίδα.

Ο Μαρκέτος διατηρούσε τακτική επαφή µε τον Κωνσταντίνο Καραµανλή στο Παρίσι, τον οποίο γνώρισα εκεί συνοδεύοντάς τον σε µια από τις επισκέψεις του.  Οι επαφές συνεχίστηκαν µέχρι την νύκτα της επιστροφής του Καραµανλή στην Αθήνα, µετά την κατάρρευση της δικτατορίας.

Η “Ατλαντίς”, αντίθετα µε τον “Εθνικό Κήρυκα” χαιρέτησε αµέσως το πραξικόπηµα των συνταγµαταρχών σαν σωτήριο για την Ελλάδα και συνέχισε την υποστήριξη της χούντας µέχρι το κλείσιµό της το 1972.  Έχανε συνεχώς κυκλοφορία και την παίρναµε εµείς µαζί µε τις διαφηµίσεις.  Δέκα µήνες αργότερα, έγινε απόπειρα επανέκδοσής της που κράτησε πολύ λίγο.  Όταν έγινε πλειστηριασµός για τις εγκαταστάσεις και τα µηχανήµατα της “Ατλαντίδας” µε έστειλε ο Μαρκέτος µαζί µε τον αείµνηστο δικηγόρο φίλο µου John Antholis και λάβαµε µέρος.  Με την προσφορά µας αποκτήσαµε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της “Ατλαντίδας”, εκτός από τον τίτλο.  Τα µηχανήµατα εκτύπωσης και οι λινοτυπικές µμηχανές πουλήθηκαν για µμέταλλο, ενώ στείλαµε τους δεµένους τόµους της εφηµερίδας στο Balch Institute, στην Φιλαδέλφεια, όπου βρίσκονται µαζί µε δεµένους τόµους του “Εθνικού Κήρυκα”.

Ο ΜΕΓΑΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ

Μια από τις ωραιότερες στιγµές εθνικής ανάτασης και υψηλού πατριωτισµού σηµειώθηκε µε την οµογενειακή κινητοποίηση αµέσως µετά την εισβολή του Αττίλα. Σύσσωµη η οµογένεια βρέθηκε στο πλευρό της Κύπρου και άσκησε αποφασιστική επιρροή στην διαµόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ µε την δηµιουργία του λεγόµενου Ελληνικού Λόµπυ.

Κινητοποιήθηκαν η AHEPA, όλες οι Οµοσπονδίες και παντός είδους οργανώσεις σε µια πραγµατικά συγκινητική συµπαράσταση προς τους Κυπρίους αδελφούς. Ο Κυπριακής καταγωγής δικηγόρος και πρώην υφυπουργός Οικονοµικών των ΗΠΑ, Eugene Rossides ίδρυσε το Ελληνοαµερικανικό Ινστιτούτο και άρχισε λόµπυ στην Ουάσιγκτον υπέρ της Κύπρου.  Λίγο αργότερα, µε πρωτοβουλία των Philip Christopher, George Livanos και Andy Athens δηµιουργήθηκε το Coordinated Effort Committee of Hellenes. Στην Ουάσιγκτον έγινε µεγάλη συγκέντρωση υπέρ της Κύπρου.  Ιδρύθηκε το ίδρυµα για τα προσφυγόπουλα του οποίου ηγήθη ένας εκλεκτός φίλος µας, ο κυπριακής καταγωγής Χριστόφορος Χριστοδούλου, φίλος του Μακαρίου.  Ο Philip Christopher ίδρυσε τον Παγκύπριο και δραστηριοποιήθηκαν όλες οι κυπριακές οργανώσεις σ’ όλη την Αµερική.

Λίγες µέρες µετά την εισβολή των Τούρκων συνέταξα ένα σύντοµο κείµενο διαµαρτυρίας-έκκλησης στα αγγλικά προς το Κογκρέσσο για την κυβέρνηση ζητώντας την επέµβασή τους. Προτρέψαµε τους αναγνώστες να υπογράψουν αυτό το κείµενο και να το στείλουν στους βουλευτές και γερουσιαστές της περιοχής τους, στον Πρόεδρο και το Σταίητ Ντηπάρτµεντ.  Λίγο αργότερα είδα µε τα ίδια µου τα µάτια την τραγωδία της προσφυγιάς στην Λευκωσία και στην Αµµόχωστο.

Ο “Εθνικός Κήρυκας” πρωτοστάτησε και σ’ αυτή την εθνική κρίση µε πύρινη αρθρογραφία και η προσφορά του αναγνωρίστηκε από τον Πρόεδρο Μακάριο και τις κυπριακές οργανώσεις.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ

ΜΑΡΚΕΤΟΥ

Τα τελευταία πέντε χρόνια της θητείας του ως εκδότης, ο Μπάµπης Μαρκέτος παραπονιόταν για την υγεία του. Έµενε µεγαλύτερα διαστήµατα στην Ελλάδα και ήθελε να πουλήσει την εφηµερίδα.  Μου έκαµε σχετική πρόταση χωρίς να κάµω καµµιά σχετική προσπάθεια. Αλλά µιλούσε και µε άλλους που ενδιαφέρθηκαν, χωρίς αποτέλεσµα. Εξέφρασα τη γνώµη ότι µπορεί να ενδιαφερθεί ο Eugene Rossides αλλά όταν του έκαµα λόγο σε µια δεξίωση, µου απάντησε µε το ερώτηµα αν είµαι… τρελλός.  Του εξήγησα ότι η εφηµερίδα θα του ήταν πολύ χρήσιµη στον αγώνα υπέρ της Κύπρου και όταν του ξανατηλεφώνησα µετά µια εβδοµάδα, µου είπε ότι το σκεπτόταν.  Μερικές ηµέρες αργότερα πρότεινε να συναντηθεί µε τον Μαρκέτο αφού µου τόνισε ότι θα προχωρούσε στην αγορά µόνο αν παρέµενα στην εφηµερίδα.  Τον διαβεβαίωσα ότι δεν είχα άλλα σχέδια και µε µεγάλη ευχαρίστηση θα τον είχα για αφεντικό. Όσο διαρκούσαν οι διαπραγµατεύσεις µε τον Μαρκέτο, ο Ρωσσίδης µου τηλεφωνούσε κάθε βράδυ στο σπίτι για να βεβαιωθεί ότι θα παραµείνω στην εφηµερίδα.

Οι συζητήσεις κατέληξαν σε συµφωνία και η ιδιοκτησία πέρασε µε ένα καλό deal στον Ρωσσίδη.  Στις αρχές του 1978, έγινε στα γραφεία µας η τελετή µεταβίβασης της σκυτάλης στην οποία ήµουν ο εισηγητής.  Αντιπρόσωποι της AHEPA, της Εκκλησίας, των προξενικών αρχών Ελλάδος και Κύπρου και οµογενειακών οµοσπονδιών, έδωσαν το “παρών” στην σεµνή τελετή, συγχαίροντας τον Μαρκέτο για τις υπηρεσίες του προς την Οµογένεια και το Έθνος.

Με αφεντικό τώρα τον Ρωσσίδη παρέµεινα υπεύθυνος για την εφηµερίδα.  Εκείνος ερχόταν µια φορά την εβδοµάδα από την Ουάσιγκτον και µιλούσαµε για τα διάφορα που αφορούσαν την εφηµερίδα.

Λίγους µήνες αργότερα, επιστρέφων από την Αθήνα, ο Ρωσσίδης µου επεφύλαξε µια καθόλου ευχάριστη έκπληξη, παρουσιάζοντάς µου τον Αθηναίο συνάδελφο Γιώργο Λεονάρδο, τον οποίο διόρισε υπεύθυνο της εφηµερίδας.  Την ίδια ώρα υπέβαλα την παραίτησή µου λέγοντάς του ότι δεν µε χρειάζεται άλλο.  Μου απάντησε ότι δεν έπρεπε να το κάνω αυτό και µε παρακάλεσε να παραµείνω δίνοντάς µου µια σηµαντική αύξηση στον µισθό µου ενώ διπλασίασε τον χρόνο των διακοπών µου.  Προβληµατίστηκα.  Θα εργαζόµουν λιγότερες ώρες χωρίς τις βαριές ευθύνες που είχα µέχρι τότε, θα µπορούσα να αναπνεύσω ύστερα από τόσα χρόνια σκληρής εργασίας και θα έµενα περισσότερο χρόνο µε την σύζυγο και τα παιδιά µου.  Και δέχθηκα.

Αλλά πολύ γρήγορα απεδείχθη ότι ήταν αδύνατη η επαγγελµατική συµβίωση µε τον στερούµενο πείρας Λεονάρδο. Παρά τις αντιρρήσεις µου, άλλαξε την ώρα εκτύπωσης και κυκλοφορίας της εφηµερίδας και µε άλλα µέτρα που έλαβε, η εφηµερίδα άρχιζε να παίρνει την κατιούσα.  Εκείνη την εποχή είχε προσληφθεί και ο Αντώνης Διαµατάρης στο τµήµα διαφηµίσεων.  Στο µεταξύ, ο Ρωσσίδης έφερε και τον αείµνηστο συνάδελφο George Douris, ιδρυτή της HANAC, σαν σύµβουλο και µια εξαδέλφη του.  Αλλά η εφηµερίδα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.  Έχανε κυκλοφορία και διαφηµίσεις.

Στο σηµείο αυτό, αισθάνθηκα ότι δεν πρέπει να συνδέσω το όνοµά µου µε το κλείσιµο της εφηµερίδας και τον Νοέµβριο του 1978 αποχώρησα και άρχισα την έκδοση της “Νέας Υόρκης”.

Η κατάσταση στην εφηµερίδα χειροτέρευσε όταν µετεφέρθη στο Park Avenue S.  Εγκατέλειψε την λινοτυπία και πέρασε απροετοίµαστα και βιαστικά στο σύστηµα παραγωγής που λεγόταν φωτοσύνθεση. Αποτέλεσµα ήταν να καταντήσει η εφηµερίδα ένα κακοτυπωµένο έντυπο, γεµάτη λάθη και ασυναρτησίες.  Έγινε παθητική.  Έχανε λεφτά.

Πανικόβλητος ο Ρωσσίδης µεταβίβασε την ιδιοκτησία στους Διαµατάρη και Λεονάρδο. Η συνεργασία µεταξύ των δύο συνεκδοτών δεν διήρκεσε πολύ και η ιδιοκτησία πέρασε τελικά στον Αντώνη Διαµατάρη. Παρέλαβε µια κατεστραµµένη επιχείρηση, ένα ανυπόληπτο έντυπο και κατάφερε ένα πραγµατικό θαύµα.

Ήταν τόση η αγανάκτηση του Μαρκέτου που µου ανέθεσε, αφού είχα ήδη παραιτηθεί, να ρωτήσω τον Αντώνη Διαµατάρη αν ήθελε να του πουλήσει πίσω τον “Εθνικό Κήρυκα”.  Η απάντηση του σηµερινού εκδότη ήταν αρνητική.

Έτσι, η εφηµερίδα όχι µόνο επέζησε, αλλά προόδευσε.  Έγινε πολύ καλύτερη και γνώρισε και τις καλύτερες ηµέρες της 100ετούς ιστορίας της.  Του αξίζουν θερµά συγχαρητήρια.

Τα καθήκοντα

του Π. Μακριά

Ανακοίνωση του διορισµού του Π. Μακριά από τον Eugene Rossides τον Απρίλιο του 1977.

Ο νέος εκδότης του “Εθνικού Κήρυκος” κ. Ευγένιος Ρωσσίδης, ανακοίνωσε τον διορισµό του κ. Παναγιώτη Σ. Μακριά ως Διευθυντού Συντάξεως της εφηµερίδος.

Ο κ. Μακριάς προσελήφθη στον “Εθνικό Κήρυκα” τον Μάιο του 1962 και ήταν µέχρι τώρα πρώτος βοηθός του αποχωρήσαντος εκδότου κ. Μπάµπη Μαρκέτου, αρθρογράφος και επιφορτισµένος, κατά διαστήµατα, µε τα καθήκοντα του υπευθύνου Συντάξεως και διευθυντού Διαφηµίσεων, ως και επιβλέψεως άλλων τµηµάτων της εφηµερίδος.

Από το 1957 ως το 1960 ο κ. Μακριάς ήταν αρχισυντάκτης της εβδοµαδιαίας εφηµερίδος “Ναυτιλιακή” των Αθηνών, της οποίας υπήρξε εν συνεχεία ανταποκριτής στην Ν. Υόρκη.  Προηγουµένως εργάσθηκε στις ηµερήσιες εφηµερίδες “Εµπρός” και “Αθηναϊκή”, και στα µαθητικά του χρόνια στις ηµερήσιες “Χιακός Λαός” και “Πρόοδος” της Χίου, όπου γεννήθηκε.

Υπηρέτησε ως αξιωµατικός στο Πολεµικό Ναυτικό της Ελλάδος και κατά τα έτη 1955-1957 ήταν διευθυντής του Γραφείου Τύπου του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού µε τον βαθµό του εφέδρου σηµαιοφόρου.

Ο  κ. Μακριάς σπούδασε  Πολιτικές και Οικονοµικές Επιστήµες στην Πάντειο των Αθηνών, της οποίας είναι πτυχιούχος και παρακολούθησε σεµινάρια δηµοσιογραφίας.