“Ο αδελφός σου ο χαμένος ευρέθηκε, αγκάλιασέ τον επειδή είναι αδελφός σου…”

ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΤΣΗ (Αρχιεπισκοπή Αμερικής).

Φίλτατοι και αγαπητοί αναγνώστες της Panhellenic Post, της μεγάλης αυτής ηλεκτρονικής εφημερίδος του απανταχού ελληνισμού της γης, θα ήθελα να ευχηθώ, προς όλους τους εορτάζοντας, χρόνια πολλά και ευλογημένα!

Χρόνια πολλά; Μα τι γιορτή είναι σήμερα;

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Κυρίτσης.

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Κυρίτσης.

Τεντώστε, αγαπητοί αναγνώστες, τα πνευματικά αυτιά και τα πνευματικά μάτια της ψυχής μας να δούμε μία από τις ωραιότερες παραβολές που είπε ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός. Είναι η παραβολή του Ασώτου Υιού. Είναι δε παρμένη, από τον ιερόν Ευαγγελιστή Λουκά, Κεφ. 15, Χορ. Εδάφ. 11-32. Είμαι βέβαιος πως κάθε σπίτι έχει την Αγία Γραφή. Βέβαια, την κρατάμε σκονισμένη, αλλά ας την ξεσκονίσουμε για λίγο και ας την ανοίξουμε, διότι ευρισκόμεθα σε μία πνευματική περίοδο…

Πάτερ, είμαι αμαρτωλός, λέγει ο άσωτος και φωνάζει “ήμαρτον εις τον ουρανό και ενώπιόν Σου”. Γιατί, όμως; Και τι δεν είχε αυτό το παιδί!  Όλα τα είχε μέσα του. Αλλά αισθάνθηκε ότι ήτανε κλεισμένος μέσα στο κλουβί. Και σε μια στιγμή παρακάλεσε τον πατέρα του ν΄ανοίξει την πόρτα για να βγει έξω… Αλλά έξω, όμως, υπάρχουν και τα γεράκια. Το παιδί αυτό απονήρευτο, δεν ήξερε τι εστί κοινωνία ανόμων ανθρώπων!  Έμπλεξε με κακές παρέες, διεφθαρμένες γυναίκες…

Το μοιράδι της περιουσίας που εζήτησε, ο πατέρας του τού το έδωσε. Και άρχισε να φεύγει μακριά, από την ιδιαιτέρα του πατρίδα, μακριά από το χωριό του, για να μην υπάρχει κοντά το μάτι του πατέρα και παρακολουθεί…

Τίποτε δεν του έλειπε. Όλα τα καλά του κόσμου τα είχε. και τι δεν είχε: Υπηρέτες, καλά ρούχα, υποδήματα, καλό φαγητό, τα πάντα. Μεγάλη περιουσία ο πατέρας! Ναι!  Το πήρε το μερτικό του.

-Μου ανήκει, του λέει.

-Πάρτο, του λέγει ο πατέρας.

Αλλά και τον παρακολουθούσε κατάματα τι θα κάνει, που θα πάει. Δεν του είπε, όμως!  Και κει τον μπλέξανε, ό,τι είχε και δεν είχε σιγά-σιγά ετελείωσαν! Και τώρα;

Εκεί έπεσε μεγάλη πείνα! “Λιμό απόκτειμαι”! Πω,πω,πω!  Πείνα!

Μήπως στην πατρίδα Ελλάδα αυτές τις ημέρες δεν υπάρχει πείνα; Και βεβαίως υπάρχει. Βέβαια η κρίση αυτή είναι γενική, αλλά στην πατρίδα μας όμως; Να βλέπουμε ελληνορθοδόξους χριστιανούς να γυρίζουνε από τον έναν κάδο απορριμμάτων προς τον άλλον να βρουν κάτι τι να φάνε!.. και έχουμε, τώρα και τους πρόσφυγες. Δυστυχισμένοι άνθρωποι, που πήραν των ομματιών τους να γλυτώσουν από τις μπόμπες του πολέμου. Και βασανίζονται να φτάσουν στην γη της επαγγελίας… και αυτοί στερούνται των αγαθών…

Ο Θεός, έπλασε τον άνθρωπο και τον έθεσε στον καλύτερο πλανήτη. Δεν τον έβαλε σε πλανήτες οι οποίοι είναι άκαρποι. Τον έβαλε στην Γη, που είναι καρποφόρα, δροσερή με τόσα φυτά , με τόσα δένδρα που εάν οι καλλιεργούντες την γην διεμοίραζαν τον πλούτο της, τα αγαθά της, με όλους τους πάσχοντας, πείνα δεν θα υπήρχε πουθενά!  Αλλά, φιλότιμο δεν υπάρχει. Θέλουν όλοι, οι περισσότεροι, να αρπάξουν τον πλούτο της γης για τον εαυτό τους. Και κρίματα να ρίχνουνε στους άλλους. Έχει ποτάμια, έχει λίμνες, έχει πηγάδια με λάδια, με ορυκτόν πλούτο… Δυστυχώς, όμως, ολίγοι τα εκμεταλλεύονται! Αλλά γίνεται και μεγάλη σπατάλη!

Τα μεγάλα πετρέλαια, τα πολλαπλά πετρελαιοπαραγωγά κράτη, σιγά-σιγά και αυτά αρχίζουν να στερφέβουν. Να ολιγοστεύει η παραγωγή τους. Και τότε, αλλοίμονο!

Πείνα εθέριζε τους ανθρώπους, την εποχή εκείνη, στο μέρος όπου επήγε το δεύτερο παιδί, ο νεώτερος υιός του πατέρα. ΄’Εψαχνε για δουλειά, που να βρει δουλειά, ποιός του ‘δινε δουλειά; Και τα ρούχα που φορούσε του τα είχανε αφαιρέσει τα γεράκια, τα παπούτσια το ίδιο. Ευτυχώς ευρήκε μια δουλειά κάπου. Για ρούχα είχε κάτι σακκιά, σακκιά που είχανε μέσα τα χαρούπια, τα λεγόμενα γνωστά ξυλοκέρατα που τα είχε ο ιδιοκτήτης για τα χοιρινά του. Εκεί ευρήκε δουλειά. Και από την πείνα, άρπαζε από τα χοιρινά, από το στόμα τους, τα ξυλοκέρατα για να φάει κι αυτός, να χορτάσει που ήταν πεινασμένος!

Τον βλέπει ο ιδιοκτήτης και του λέει: Βρε ανόητε, δεν έχω τα χαρούπια για σένα! Τα έχω για τα ζώα μου! Εσένα δεν σου αξίζει να φας αυτά. Τον έσπρωξε, πέφτει μέσα στην λάσπη και σε μια στιγμή, ύστερα από λίγο, είδε νοερά το πατρικό του σπίτι, όπου με μουσικές, με αγάπη, με ομόνοια, με πλούσια φαγητά, με υπηρέτες, όλα τα είχε. Και αυτός τώρα απομεμακρυσμένος πεινάει! Τι κακό!

Ανασηκώνεται και όπως εκάθισε σε μια πέτρα, βλέπει την κατάντια του, αρπάζει ένα λιθάρι και ήταν έτοιμος να χτυπήσει το κεφάλι του, για να δώσει τέρμα στη ζωή του! Αλλά, ένα αόρατο χέρι τον εστατάτησε. Και του λέει: Σήκω παιδί μου, πήγαινε στο πατρικό σου, ο πατέρας σου σε περιμένει…

Η πνευματική κινηματογραφική ταινία, φίλτατοι και αγαπητοί αναγνώστες, αλλάζει. Ο πατέρας, από τότε που έφυγε το παιδί του από το σπίτι το πατρικό, έβγαινε έξω στην αυλόπορτα κάθε βράδυ, κάθε απόγευμα που έβλεπε τα παλικάρια του χωριού να έρχονταν τραγουδώντας, από τα αγροτικά κτήματά τους, από τις φάρμες και νόμιζε πως κάπου θα δει και το παιδί του.

Έβλεπε κανέναν δυστυχισμένο, κανέναν πεινασμένο, αμέσως τον αγκάλιαζε και του έδινε και ρούχα να φορέσει και φαγητό να φάει…

Σε μια στιγμή, βλέπει στην απόμερη γωνιά του δρόμου έναν δυστυχισμένο, κουραλιασμένο. Έρχεται σιγά-σιγά. Ο γέρος αντελήφθηκε ότι ήτανε το παιδί του. Τον αγκαλιάζει, τον φιλεί με δάκρυα στα μάτια. Το παιδί άρχισε να φωνάζει: πατέρα, είμαι άσωτος, δεν είμαι άξιος να φέρομαι πλέον ότι είμαι παιδί σου. Πάρε με ως έναν υπηρέτη να ζήσω και γω εδώ, να φάω ένα κομμάτι ψωμί.

Ο πατέρας, και πάλι τον σφιχταγγαλιάζει και λέει: Παιδί μου…

Οι υπηρέτες, μόλις τον είδαν που αγκάλιαζε αυτόν τον δυστυχισμένο νόμιζαν ότι ο γέρος ετρελάθηκε. Δεν ετρελάθηκε. Ήταν το παιδί του. Είχε αγκαλιάσει το χαμένο του το παιδί, που ξαναήλθε στο πατρικό.

Αμέσως δίνει εντολή να του βγάλουν τα ρούχα τα λερωμένα, να τον πάνε στο λουτρό να τον πλύνουν, να τον λούσουν, να τον χτενίσουν, να του φορέσουν καινούρια ρούχα, καινούργια υποδήματα και να του βάλουν και δαχτυλίδι στο χέρι, ότι δεν είναι ξένος πλέον, είναι ο γιός του!

Ο μεγάλος ο γιός μόλις ήλθε και αυτός από τα αγροκτήματα,  και άκουσε φωνές, άκουσε τραγούδια, άκουσε μουσική, ρωτάει τι συμβαίνει; Του είπαν πως ο χαμένος του αδελφός επέστρεψε και πως ο πατέρας του έδωσε εντολή να σφάξουν ακόμη και αυτό το ζώο το οποίο το είχε για την Λαμπρή, να το σφάξουνε για να φάνε, να πιούνε το κρασάκι, για να φωνάξουνε, εγύρισε πλέον, ευρέθηκε ο χαμένος υιός.

Είναι αλήθεια ότι ο μεγάλος γιός εθύμωσε  και λέει στον πατέρα του, εγώ ποτέ δεν σου έχω ζητήσει τίποτε, αλλά στον αδελφό μου, όταν σου τα ζήτησε, του τα έδωσες όλα και σηκώθηκε και έφυγε. Τα εγλέντησε, τα εσπατάλησε  μέσα στην ασωτία και τώρα επέστρεψε… Και του λέει ο πατέρας,  εσύ, παιδί μου, ήσουνα πάντα μαζί μου και είσαι μαζί μου.  Ο αδελφός σου ο χαμένος ευρέθηκε, αγκάλιασέ τον επειδή είναι αδελφός σου..

Είχαν πει μεγάλοι άνθρωποι, επιστήμονες κορυφαίοι και θεολόγοι εάν λέει, ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός δεν είχε παρουσιαστεί ότι αυτός ήτανε πραγματικά ο Θεός,  και μόνον η όμορφη αυτή ιστορία που είπε ο Κύριος,  είναι ικανή να δείξει  ότι αυτός ο οποίος την συνέθεσε,  δεν μπορεί να ήτανε κανένας άλλος, παρά ο Θεός αυτός καθ εαυτός!

Φίλοι μου, είτε λίγο είτε πολύ, όλοι μας έχουμε ζήσει εις ασωτείαν. Είμεθα άσωτοι. Γι αυτό και προείπα χρόνια πολλά για την γιορτή μας! Γιατί; Για να σκεφθούμε πιο καλύτερα τη σημασία της μεγάλης αυτής Παραβολής του ασώτου υιού. Και εύχομαι οι ιθύνοντες την κρατική μηχανή, όλοι αυτοί οι τριακόσιοι, οι κυβερνώντες, να ανοίξουνε τα αυτιά τους και τα ψυχικά τους μάτια να αγκαλιάσουν αυτή την όμορφη παραβολή και να αρχίσουν τον πλούτο που έχουν συσσωρεύει, έχουν κατακλέψει, να τον φέρουνε στην επιφάνεια για να βοηθηθεί ο πληθυσμός, ο πεινασμένος και καταπονεμένος ελληνικός λαός.

Αδελφοί μου,  σας εκούρασα λιγάκι, αλλά δεν πειράζει διότι είμαστε σε μία μεγάλη πνευματική περίοδο. Είναι η περίοδος της Αγίας  και μεγάλης Τεσαρακοστής που θα μας φέρει  μέχρι την λαμπροφόρον Ανάσταση του Χριστού. Και έτσι, κάθε Κυριακή, ανοίξτε την ωραιοτάτην αυτή ηλεκτρονική εφημερίδα και παρακολουθείστε  τα φτωχά λόγια του πατρός Θεοδώρου, από την Αμερική.

Με πολλή αγάπη, φίλοι μου, σας χαιρετώ έως την επομένην Κυριακή.

Να στε καλά, η Παναγιά να μας σκεπάζει.

Ευχαριστώ.