«Pont de Waterloo Effet de la brume»: Πώς ο Μονέ είδε το βικτωριανό Λονδίνο μέσα από την ομίχλη

Ο Γάλλος ζωγράφος Κλοντ Μονέ συγκλονίστηκε από το φως που είδε στη μολυσμένη πόλη. Αλλά ο πίνακας του με τη γέφυρα του Βατερλό μέσα στην ομίχλη, που πρόκειται να βγει σε δημοπρασία από τον Οίκο Christie’s με τους εκτιμητές να υπολογίζουν μίνιμουμ 24 εκατομμύρια λίρες (28 εκατ. ευρώ), κάθε άλλο παρά ρομαντικός ήταν.

Θα έλεγε κανείς ότι το ποσό είναι μικρό για τον πίνακα του Κλοντ Μονέ με τίτλο «Pont de Waterloo: Effet de la brume» (Γέφυρα του Βατερλό: Το φαινόμενο της ομίχλης), τουλάχιστον με τα δεδομένα της αγοράς.

Εάν ένας Άντι Γουόρχολ αξίζει περισσότερο από 158 εκατομμύρια λίρες (184 εκατ. ευρώ) και ένας Πικάσο σχεδόν 103 εκατομμύρια λίρες (121 εκατ.ευρώ), τι κάνει έναν σπουδαίο Μονέ λιγότερο πολύτιμο; Φαίνεται ότι χρειάζεται να είσαι «μοντερνιστής» για να συντρίψεις την αγορά αυτές τις μέρες. Ωστόσο, το εν λόγω έργο έχει πληθώρα τέτοιων στοιχείων.

Ο Μονέ αγαπούσε τη «βρώμικη πόλη», το βικτωριανό Λονδίνο. Ένας λόγος είναι ότι ο τίτλος του πίνακα, «Effet de Brume» σημαίνει «φαινόμενο ομίχλης». Ή δεδομένων των ατμοσφαιρικών προβλημάτων του Λονδίνου εκείνη την εποχή, φαινόμενο αιθαλομίχλης. Οι φωτιές από καύση άνθρακα, οι καμινάδες των εργοστασίων και τα πλοία στον Τάμεση δημιουργούσαν αυτό το ομιχλώδες, παράξενο φως που έκανε τον Μονέ να επιστρέψει στο ξενοδοχείο Savoy, για να ζωγραφίσει τη θέα.

Αλλά ο Μονέ δεν σταμάτησε στην αιθαλομίχλη – δείχνει επίσης από πού προέρχεται. Πέρα από τις μπλε καμάρες της Γέφυρας Βατερλό, με τις απόκοσμες μορφές ανθρώπων και τις άμαξες, βρίσκονται δύο βιολετί στήλες που υψώνονται στην χλωμή και συγχρόνως γεμάτη λάμψη ατμόσφαιρα. Είναι βιομηχανικές καμινάδες. Οι ίδιες στοίβες από τούβλα – η μία ψηλή και λεπτή, η άλλη περισσότερο σαν πυραμίδα – φαίνονται καπνίζοντας μαύρο καπνό στον πίνακα του Τζον Κόνσταμπλ, «Τα Εγκαίνια της Γέφυρας του Βατερλό» του 1817. Με άλλα λόγια, η μόλυνση στην ατμόσφαιρα ξεκίνησε από το 1800 για να βοηθήσει τον Μονέ στη δημιουργία των υπέροχων χρωμάτων της φωταύγειας.

Υπήρχαν όμως και άλλοι λόγοι εκτός από την αιθαλομίχλη στη ατμόσφαιρα που έκαναν τον Μονέ να αγαπήσει το Λονδίνο. Θεωρήθηκε φιλελεύθερο καταφύγιο για πολιτικούς εξόριστους τον 19ο αιώνα. Ο Μαρξ και ο Λένιν έζησαν εκεί για να ξεφύγουν από τα αυταρχικά καθεστώτα και ο Μονέ έμεινε για πρώτη φορά στην πόλη το 1870-71 για να αποφύγει τη στράτευση στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο.

Ήταν αυτό το «φρικτό – παράξενο φως» που του τράβηξε την προσοχή. Ο Τάμεσης κάτω από το Γουέστμινστερ, ζωγραφισμένος στην πρώτη του επίσκεψη, δείχνει το Κοινοβούλιο σαν ένα φάσμα γοτθικού επιχρίσματος σε ένα κιτρινωπό ομιχλώδες φως. Επέστρεψε όταν ήταν πια μεγάλος, πλούσιος και μπορούσε να αντέξει οικονομικά το ξενοδοχείο Savoy, ίσως επειδή θυμόταν αυτή την ομίχλη.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Λονδίνο ήταν η τέλεια ιμπρεσιονιστική πόλη. Ήταν πραγματικά μοντέρνο, η οικονομική πρωτεύουσα του 19ου αιώνα, το κέντρο μιας τεράστιας αυτοκρατορίας – και όλος αυτός ο πλούτος δηλητηρίασε την ατμόσφαιρα της. Ο Μονέ επέστρεψε στη Γαλλία και αναζήτησε παρόμοιες διφορούμενες σκηνές: το ομιχλώδες πρωινό που ζωγράφισε στο λιμάνι της Χάβρης για να δημιουργήσει το Impression: Sunrise το 1872, καθώς τον Gare St-Lazare από τον ατμό και τον καπνό των ατμομηχανών των τρένων στον σταθμό του Σεν Λαζάρ.

Και όμως αυτό το όραμα μιας σχεδόν πραγματικής γέφυρας μέσα σε ένα λιωμένο πέπλο φωτός δεν είναι μια απλή ρεαλιστική άποψη. Ο Μονέ μέχρι τη δεκαετία του 1900 έβλεπε πέρα ​​από τα φαινόμενα. Στόχευε σε εφέ που έμοιαζαν περισσότερο με μουσική – τους διφορούμενους, αργά χτισμένους τόνους ενός βαγκνερικού πρελούδιου.

Το μυστήριο που περιβάλλει τη Γέφυρα του Βατερλό μπορεί επίσης να φανεί στους πίνακές του στον Καθεδρικό Ναό της Ρουέν, σε εκείνον που ζωγράφισε στην Βενετία, από ένα αγκυροβολημένο σκάφος με θέα το Παλάτι των Δόγηδων (Palazzo Ducale) και πάνω από όλα, στους τεράστιους πίνακές του με τα νούφαρα. Ο Μονέ έγινε μοντερνιστής, ζώντας καλά στον 20ο αιώνα, απορροφώντας φιλοσοφικές ιδέες για τη φύση της συνείδησης.

Όσο περισσότερο ζούσε και κοιτούσε ο Μονέ – πέθανε το 1926 – τόσο περισσότερο έβλεπε την πραγματικότητα ως μία εφήμερη, ασταθή κατάσταση

Οι άνθρωποι στην ομίχλη του Λονδίνου συνεχίζουν τη ζωή τους, ωστόσο για τον Μονέ όπως τους έβλεπε από το ξενοδοχείο Savoy στις όχθες του Τάμεση, φαίνονταν σαν να πυγολαμπίδες που άξαφνα φωτίζουν και στην συνέχεια εξαφανίζονται. Ήταν «σαν ένα μάτι που διαρκώς παρατηρούσε», είπε ο σύγχρονος του, Σεζάν.

Ωστόσο αυτό το «μάτι» υπήρξε ένα από τα πιο αληθινά στον χώρο της τέχνης.

Πηγή: The Guardian/huffingtonpost.gr