Δημοσίευμα για τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης

Δημοσίευμα του Demetrios Ioannou στο διαδικτυακό περιοδικό διεθνών θεμάτων Compass, έκδοση του Institute of Current World Affairs της Ουάσιγκτον με τίτλο «In Istanbul, remembering the world’s oldest Greek school», παρουσιάζει τη σημερινή κατάσταση της ιστορικής Μεγάλης του Γένους Σχολής στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, ενός από τα σημαντικότερα σύμβολα του ελληνισμού της Πόλης.

Το επιβλητικό νεογοτθικό κτήριο, γνωστό στους Τούρκους ως «Κόκκινο Κάστρο» λόγω των χαρακτηριστικών κόκκινων τούβλων του που είχαν εισαχθεί από τη Μασσαλία, δεσπόζει στους λόφους της παραδοσιακά ελληνικής συνοικίας του Φαναρίου και αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά κτήρια της Κωνσταντινούπολης.

Παρά τη συμβολική και ιστορική του σημασία, το σχολείο παραμένει κλειστό από το φθινόπωρο του 2024, καθώς απαιτούνται εκτεταμένες αντισεισμικές εργασίες αποκατάστασης. Ωστόσο, το ίδρυμα που διαχειρίζεται τη Σχολή δεν διαθέτει τα περισσότερα από 10 εκατομμύρια ευρώ που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των έργων, γεγονός που καθιστά αβέβαιο το μέλλον του ιστορικού οικοδομήματος.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή ιδρύθηκε το 1454, μόλις έναν χρόνο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, με πρώτο Διευθυντή τον λόγιο από την Θεσσαλονίκη Ματθαίο Καμαριώτη. Για αιώνες αποτέλεσε το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της ελληνικής κοινότητας της πόλης και κέντρο παιδείας για τις ελληνορθόδοξες ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά από διαδοχικές μεταστεγάσεις, εγκαταστάθηκε το 1882 στο σημερινό της κτήριο, το οποίο σχεδίασε ο Έλληνας αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Δημάδης.

Το σχολείο γιόρτασε τον Νοέμβριο του 2024 τα 570 χρόνια συνεχούς παρουσίας του και παραμένει το αρχαιότερο και σημαντικότερο ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που εξακολουθεί να λειτουργεί στην Κωνσταντινούπολη, αποτελώντας ένα ζωντανό σύμβολο της ιστορικής παρουσίας της Ρωμαίικης κοινότητας στην πόλη.

Το δημοσίευμα φιλοξενεί δηλώσεις του Διευθυντή της σχολής, Δημήτρη Ζώτου, ο οποίος διδάσκει μαθηματικά επί σχεδόν τρεις δεκαετίες και έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος υπογραμμίζει τη σημασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, αναφέροντας ότι οι Έλληνες είναι φορείς μιας πλούσιας παράδοσης που περιλαμβάνει έννοιες όπως η δημοκρατία, η φιλοσοφία και η επιστήμη, για τις οποίες οφείλουν να αισθάνονται υπερηφάνεια.

Παρά τη μακραίωνη ιστορία της, η σχολή αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1950 φοιτούσαν σε αυτήν περίπου 450 έως 500 μαθητές, κατά το σχολικό έτος 2024–2025 ο συνολικός αριθμός των μαθητών ανερχόταν μόλις σε 38, εκ των οποίων οκτώ αποφοίτησαν.

Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη δραματική συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, η οποία από περίπου 110.000 μέλη τη δεκαετία του 1920 αριθμεί σήμερα λιγότερους από 2.000 ανθρώπους, εξαιτίας της μετανάστευσης και της υπογεννητικότητας.

Ο Διευθυντής εκφράζει την αβεβαιότητά του για το μέλλον της Σχολής, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «κανένας Διευθυντής δεν μπορεί να αλλάξει τα δημογραφικά δεδομένα». Παράλληλα, επισημαίνεται ότι και τα υπόλοιπα ελληνικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης λειτουργούν πλέον με ελάχιστους μαθητές.

Μετά την προσωρινή αναστολή λειτουργίας του ιστορικού κτηρίου από το τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, τα μαθήματα μεταφέρθηκαν σε ελληνικό δημοτικό σχολείο κοντά στην πλατεία Ταξίμ έως ότου ολοκληρωθούν οι απαραίτητες εργασίες. Ωστόσο, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής σαφές χρονοδιάγραμμα για την επαναλειτουργία του εμβληματικού κτηρίου, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για το μέλλον ενός από τα σημαντικότερα σύμβολα του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

 

https://compass.icwa.org/p/in-istanbul-remembering-the-worlds