Παρέμβαση τεσσάρων Ελληνοαμερικανών βουλευτών για τη επικείμενη πώληση κινητήρων μαχητικών στην Τουρκία

Νέα Υόρκη.-Την έντονη ανησυχία τους για τις πληροφορίες περί προτεινόμενης στρατιωτικής πώλησης κινητήρων για μαχητικά αεροσκάφη στην Τουρκία εκφράζουν τέσσερις Ελληνοαμερικανοί βουλευτές του Κογκρέσου, προειδοποιώντας ότι η στάση της ‘Αγκυρας απειλεί τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και βασικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι βουλευτές Γκας Μπιλιράκης, Νικόλ Μαλλιωτάκη, Μάικ Χαριδόπουλος, και Τζίμι Πατρώνης, αναφέρουν σε κοινή δήλωσή τους ότι έχουν ενεργές επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση και την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων, προκειμένου να λάβουν πρόσθετες πληροφορίες για τη φερόμενη πώληση και να εκφράσουν την έντονη αντίθεσή τους σε κάθε ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 χωρίς πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων).
Η παρέμβαση έρχεται στον απόηχο της επίσημης κοινοποίησης που έλαβε το Κογκρέσο από την κυβέρνηση Τραμπ για την πρόθεσή της να εγκρίνει πώληση κινητήρων αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων στην Τουρκία. Σύμφωνα με το Reuters, οι κινητήρες προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN, ενώ η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο, τόσο για την ουσία της πώλησης όσο και για τη διαδικασία ελέγχου των μεγάλων αμυντικών εξαγωγών.
Το ζήτημα συνδέεται με την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 μετά την απόκτηση του ρωσικού συστήματος S-400. Η Ουάσιγκτον είχε υποστηρίξει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να διαθέτει ταυτόχρονα το ρωσικό σύστημα αεράμυνας και το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς, ενώ οι κυρώσεις CAATSA και οι σχετικοί περιορισμοί παραμένουν κεντρικό σημείο της συζήτησης για την αμυντική σχέση ΗΠΑ και Τουρκίας.
Οι τέσσερις βουλευτές σημειώνουν ότι, ως Ελληνοαμερικανοί μέλη του Κογκρέσου, παρακολουθούν με βαθιά ανησυχία τις σχετικές πληροφορίες και υποστηρίζουν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί αποσταθεροποιητική δύναμη στην περιοχή.
Στη δήλωσή τους επικαλούνται τις εκτεταμένες και αμφισβητούμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις της ‘Αγκυρας, τη συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή της Κύπρου, καθώς και την προώθηση ρητορικής που δαιμονοποιεί το Ισραήλ.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει σημαντικές δυνατότητες να εξελιχθεί σε φάρο εμπορικών ευκαιριών, ενεργειακής συνεργασίας και περιφερειακής ασφάλειας. Υπογραμμίζουν ότι έχουν στηρίξει ενεργά αυτή την προσπάθεια μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων.
Ωστόσο, προειδοποιούν ότι η ρητορική και οι ενέργειες της Τουρκίας απειλούν ολοένα και περισσότερο βασικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, θέτοντας σε κίνδυνο τις προσπάθειες αυτές και την περιφερειακή σταθερότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνουν στην παροχή καταφυγίου στη Χαμάς από την Τουρκία και στο γεγονός ότι, όπως αναφέρουν, η ‘Αγκυρα παραμένει το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που αρνείται να επιβάλει κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Οι τέσσερις βουλευτές χαρακτηρίζουν τα ζητήματα αυτά «βαθιά ανησυχητικά».
Η παρέμβαση αναδεικνύει τις αντιδράσεις που προκαλεί στο Κογκρέσο το ενδεχόμενο περαιτέρω αμυντικής προσέγγισης με την Τουρκία, όσο παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα των S-400, των κυρώσεων CAATSA και της πιθανής επιστροφής της ‘Αγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.
Διαμαρτυρία και από ΑΗΙ
Την έντονη αντίθεσή του στην προωθούμενη πώληση αμερικανικών κινητήρων F110 στην Τουρκία, αλλά και σε οποιαδήποτε διαδικασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την απόκτηση μαχητικών F-35 από την Άγκυρα, εκφράζει το American Hellenic Institute με επιστολή του προς τον πρόεδροΝτόναλντ Τραμπ.
Στην επιστολή, που απευθύνεται προσωπικά στον Αμερικανό πρόεδρο, ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου Νικ Λαρυγγάκης δηλώνει «βαθιά ανησυχία» για την επίσημη κοινοποίηση της κυβέρνησης προς το Κογκρέσο σχετικά με την προτεινόμενη πώληση κινητήρων GE F110, αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων, για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Παράλληλα, εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει πιθανή νομική οδό που θα επέτρεπε στην Τουρκία να αποκτήσει και μαχητικά F-35.
Το Ινστιτούτο υπενθυμίζει ότι ήταν η ίδια η κυβέρνηση Τραμπ που, κατά την πρώτη θητεία της, επέβαλε κυρώσεις CAATSA στην τουρκική Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας, λόγω της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Όπως σημειώνεται στην επιστολή, η απόφαση εκείνη είχε βασιστεί στη διαπίστωση ότι η απόκτηση των S-400 από την Άγκυρα συνιστούσε απαράδεκτη απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και τη διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ.
Το AHI καλεί τον πρόεδρο Τραμπ να παραμείνει συνεπής με εκείνη την απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει έκτοτε. Η Τουρκία, όπως αναφέρει, εξακολουθεί να κατέχει το ρωσικό σύστημα S-400, ενώ τα νομικά ζητήματα που οδήγησαν στις κυρώσεις παραμένουν άλυτα. Για τον λόγο αυτό, ζητεί από την αμερικανική κυβέρνηση να μην ακολουθήσει πολιτικές που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν είτε τις κυρώσεις είτε το νομικό πλαίσιο στο οποίο αυτές στηρίχθηκαν.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ρόλο του Κογκρέσου. Το AHI εκφράζει ανησυχία ότι η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην επίσημη κοινοποίηση της πώλησης, παρά τις αντιρρήσεις μελών του Κογκρέσου και χωρίς να τηρήσει πλήρως την καθιερωμένη διαδικασία διαβούλευσης που παραδοσιακά διέπει τις μεγάλες εξοπλιστικές πωλήσεις. Στην επιστολή επισημαίνεται ότι ο συνταγματικός εποπτικός ρόλος του Κογκρέσου στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και πολιτική εθνικής ασφάλειας αποτελεί ουσιώδη θεσμική δικλείδα και πρέπει να γίνεται πλήρως σεβαστός.
Το AHI ασκεί επίσης συνολική κριτική στη συμπεριφορά της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα δεν λειτουργεί ως αξιόπιστος σύμμαχος στο ΝΑΤΟ. Στην επιστολή γίνεται αναφορά στη συνεχιζόμενη κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις παραβιάσεις της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία, στη στάση της στη Μέση Ανατολή και στις σχέσεις της με παράγοντες όπως η Χαμάς. Γίνεται επίσης αναφορά σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και σε ζητήματα που αφορούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Σύμφωνα με το AHI, η επιβράβευση μιας τέτοιας συμπεριφοράς με διευρυμένη αμυντική συνεργασία στέλνει λανθασμένο μήνυμα τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι οι ΗΠΑ έχουν επί μακρόν επωφεληθεί από τις στρατηγικές τους σχέσεις με την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και άλλους δημοκρατικούς συμμάχους στην Ανατολική Μεσόγειο, οι οποίοι, όπως σημειώνει, επιδιώκουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή.
Καταλήγοντας, καλεί την κυβέρνηση Τραμπ να αναθεωρήσει την πολιτική της έναντι της Τουρκίας, να σεβαστεί τον ρόλο του Κογκρέσου, να σταματήσει την προτεινόμενη πώληση των κινητήρων F110 και να διασφαλίσει ότι η Τουρκία δεν θα αποκτήσει μαχητικά F-35, εκτός εάν και έως ότου εκπληρώσει πλήρως τις προϋποθέσεις που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία.
Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ/ertnews.gr







Σχόλια Facebook