Πέρα από τη Μετριότητα: Μήπως το πραγματικό μας πρόβλημα είναι η αδιαφορία;

Ελάβαμε και δημοσιεύουμε το ακόλουθα e-maiil από τον εις ΗΠΑ  γνωστό κ. ομογενή κ.Μανώλη Ελ. Βεληβασάκη*

Αγαπητέ κ. διευθυντά,

Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από την κόπωση που παρατηρείται στους κόλπους της Ομογένειας θέτει εύλογα ερωτήματα για την ποιότητα της ηγεσίας, το όραμα και τον τρόπο λειτουργίας των οργανώσεών μας. Ίσως όμως διστάζουμε να αντικρίσουμε μια ακόμη βαθύτερη και πιο δυσάρεστη πραγματικότητα: μήπως ένας από τους βασικότερους λόγους που η δεύτερη και η τρίτη γενιά απουσιάζουν από τις πολιτιστικές μας εκδηλώσεις δεν είναι μόνο η ποιότητά τους, αλλά η απλή άγνοια και αδιαφορία;

Δεν πρόκειται για κατηγορία. Πρόκειται για μια πρόσκληση σε ειλικρινή αυτοκριτική.

Πολύ συχνά έχουμε περιορίσει τον Ελληνισμό στις πιο ορατές –και ασφαλώς ευχάριστες– εκφάνσεις του. Για πολλούς, ο Ελληνισμός αρχίζει και τελειώνει στην πόρτα όπου σερβίρεται το σουβλάκι και η μουσακάς. Εκφράζεται μέσα από τους χορούς, τις γιορτές, τους ήχους του μπουζουκιού, της λύρας και του κλαρίνου, μια παρέλαση ή ένα πανηγύρι τον χρόνο.

Όλα αυτά είναι όμορφα. Είναι πολύτιμα στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Δεν αποτελούν όμως ολόκληρο τον Ελληνισμό.

Ο Ελληνισμός δεν είναι μόνο λαογραφία και παράδοση. Είναι ένας από τους σημαντικότερους πολιτισμούς στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος, ο Σοφοκλής και ο Αριστοτέλης. Είναι η δημοκρατική σκέψη του Περικλή, η επιστημονική ιδιοφυΐα του Αρχιμήδη, η ιατρική δεοντολογία του Ιπποκράτη, η φιλοσοφική αναζήτηση του Πλάτωνα, η θεολογική σοφία των Καππαδοκών Πατέρων και η μοναδική σύνθεση πίστης και λόγου του Βυζαντίου. Είναι ένας πολιτισμός που διαμόρφωσε τα πνευματικά θεμέλια της Ευρώπης και της Αμερικής.

Πώς μπορούμε να περιμένουμε από τους νέους μας να αγαπήσουν μια κληρονομιά που ουσιαστικά ποτέ δεν γνώρισαν;

Για τα περισσότερα παιδιά της Ομογένειας, η επαφή με τον Ελληνισμό περιορίζεται σε ένα απογευματινό ελληνικό σχολείο μία ή δύο φορές την εβδομάδα, όπου, παρά την αξιέπαινη προσπάθεια των εκπαιδευτικών, ο διαθέσιμος χρόνος επαρκεί μόνον για στοιχειώδη γλωσσική διδασκαλία και προετοιμασία εθνικών ή θρησκευτικών εορτών.

Το πρόβλημα επιτείνεται από μια ακόμη πραγματικότητα. Παλαιότερα, τα αμερικανικά πανεπιστήμια προσέφεραν πολύ περισσότερες ευκαιρίες για ουσιαστική ενασχόληση με τις ανθρωπιστικές σπουδές, την κλασική παιδεία και την ελληνική σκέψη. Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, τα γνωστικά αυτά αντικείμενα έχουν περιοριστεί σημαντικά ή έχουν περιθωριοποιηθεί. Έτσι, δεν είναι λίγοι οι νέοι Ελληνοαμερικανοί που αποφοιτούν από κορυφαία πανεπιστήμια χωρίς να έχουν διδαχθεί σχεδόν τίποτε για τον πολιτισμό που χάρισε στην ανθρωπότητα τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη ρητορική και τα θεμέλια της επιστημονικής σκέψης.

Όταν η γνώση είναι επιφανειακή, επιφανειακή γίνεται και η σχέση με την ταυτότητα.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσει όταν πολλοί νέοι αντιλαμβάνονται την ελληνική τους καταγωγή κυρίως ως μια γαστρονομική ή φολκλορική εμπειρία. Άθελά μας, ίσως αυτό ακριβώς τους διδάξαμε ότι σημαίνει Ελληνισμός.

Η πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ομογένεια δεν είναι απλώς να οργανώσει καλύτερες εκδηλώσεις ή πιο ελκυστικά φεστιβάλ. Είναι να ξαναβρεί την εκπαιδευτική της αποστολή.

Ας φανταστούμε κοινοτικά κέντρα που φιλοξενούν κύκλους διαλέξεων για την ελληνική φιλοσοφία, την ιστορία, τη λογοτεχνία, τις επιστήμες και τον βυζαντινό πολιτισμό. Ας δημιουργήσουμε διαδικτυακές ακαδημίες που θα προσεγγίζουν νέους σε κάθε γωνιά της Αμερικής. Ας θεσπίσουμε υποτροφίες για ελληνικές σπουδές, συνεργασίες με πανεπιστήμια, διαλέξεις από κορυφαίους επιστήμονες και προγράμματα καθοδήγησης που θα φέρνουν σε επαφή καταξιωμένους Ελληνοαμερικανούς με τη νέα γενιά.

Ο πολιτισμός χωρίς παιδεία καταλήγει σε ψυχαγωγία.

Η παιδεία μετατρέπει τον πολιτισμό σε ταυτότητα.

Οι πρόγονοί μας διέσωσαν τον Ελληνισμό μέσα από τη γλώσσα, την πίστη, τα σχολεία, τα βιβλία και την πνευματική καλλιέργεια. Γνώριζαν ότι οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν επιβιώνουν επειδή χορεύουν όμορφα, αλλά επειδή σκέπτονται βαθιά.

Αν πραγματικά επιθυμούμε να εμπνεύσουμε τη δεύτερη και την τρίτη γενιά, οφείλουμε να τους προσφέρουμε κάτι πολύ περισσότερο από τη νοσταλγία. Οφείλουμε να τους βοηθήσουμε να ανακαλύψουν ότι είναι κληρονόμοι ενός από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Μόνον τότε ο Ελληνισμός θα πάψει να είναι μια περιστασιακή γιορτή και θα ξαναγίνει αυτό που υπήρξε επί χιλιετίες: ένας τρόπος σκέψης, μια πνευματική αναζήτηση και ένα διαρκές ταξίδι γνώσης.

Με εκτίμηση,

Μανώλης Ελ. Βεληβασάκης