Λύκος και άνθρωπος: «Ο λύκος, άγριο σαρκοφάγο σημαντικού οικολογικού ρόλου, όχι ζώο του αστικού περιβάλλοντος»

«Η προστασία ενός εμβληματικού είδους της ελληνικής πανίδας πρέπει να συνδυάζεται με την προστασία της ανθρώπινης ζωής και την έγκαιρη αντιμετώπιση επικίνδυνων περιστατικών. Ο λύκος (Canis lupus) αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής βιοποικιλότητας και διαδραματίζει σημαντικό οικολογικό ρόλο ως ανώτερος θηρευτής. Η παρουσία του στα οικοσυστήματα συμβάλλει στη λειτουργία των τροφικών πλεγμάτων και αποτελεί χαρακτηριστικό είδος της άγριας πανίδας της χώρας μας».

Αυτά μεταξύ άλλων τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Περικλής Μπίρτσας, καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, διευθυντής Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, η προστασία και διατήρηση του λύκου δεν πρέπει να συγχέεται με την ανεπιφύλακτη αποδοχή της παρουσίας του μέσα σε κατοικημένες περιοχές, σε αστικά και περιαστικά πάρκα ή σε πολυσύχναστες παραλίες και τουριστικούς οικισμούς. Για να εξηγήσει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ:

«Η διάκριση αυτή δεν αφορά την αμφισβήτηση της οικολογικής αξίας του είδους, αλλά τα όρια της συνύπαρξης ενός μεγάλου σαρκοφάγου με τον άνθρωπο, ιδιαίτερα σε χώρους όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι έντονη και καθημερινή.

Η διατήρηση του λύκου αποτελεί περιβαλλοντική υποχρέωση. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και σωματικής ακεραιότητας αποτελεί εξίσου θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας. Οι δύο αυτές υποχρεώσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικές».

Ο λύκος είναι άγριο σαρκοφάγο, όχι ζώο του αστικού περιβάλλοντος

Ο λύκος, συνεχίζει ο κ. Μπίρτσας, είναι ένα ιδιαίτερα προσαρμοστικό είδος, με μεγάλες απαιτήσεις σε χώρο και σημαντική ικανότητα μετακίνησης. Στην Ελλάδα χρησιμοποιεί κυρίως δασικά, ορεινά, ημιορεινά και αγροδασικά τοπία, όπου μπορεί να εξασφαλίζει τροφή, καταφύγιο και θέσεις αναπαραγωγής.

Η προσαρμοστικότητά του επιτρέπει την περιστασιακή διέλευσή του από περιοχές που βρίσκονται κοντά σε οικισμούς. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν σημαίνει ότι οι πυκνοδομημένες πόλεις, οι κατοικημένες γειτονιές, οι οργανωμένες παραλίες και οι πολυσύχναστοι χώροι αναψυχής αποτελούν κατάλληλα ενδιαιτήματα για τη συστηματική παραμονή του.

Στους χώρους αυτούς κυριαρχούν δραστηριότητες που δεν μπορούν να προσαρμόζονται διαρκώς στην παρουσία ενός μεγάλου άγριου σαρκοφάγου: παιδιά παίζουν, πολίτες περπατούν και αθλούνται, οικογένειες απολαμβάνουν την παραλία και κατοικίδια συνοδεύουν τους ιδιοκτήτες τους.

Δεν είναι περιβαλλοντικά ορθό, σύμφωνα με τον ίδιο, να θεωρείται ως φυσιολογική εξέλιξη η εγκατάσταση λύκων σε τέτοιους χώρους, ιδίως όταν η παρουσία τους συνδέεται με την αναζήτηση ανθρωπογενών πηγών τροφής ή με προσέγγιση του ανθρώπου.

Η φυσική παρουσία του λύκου στα οικοσυστήματα πρέπει να προστατεύεται. Η σταδιακή μετατροπή του σε ζώο που αναζητά συστηματικά τροφή και κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει, αντιθέτως, να αποτρέπεται.

Η εξοικείωση με τον άνθρωπο αλλάζει τα δεδομένα

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι λύκοι, συνήθως, αποφεύγουν την επαφή με τους ανθρώπους. Όταν, όμως, ένα ζώο, τονίζει ο κ. Μπίρτσας, εκτίθεται συστηματικά σε ανθρώπινες δραστηριότητες, χωρίς να αντιλαμβάνεται κάποιον κίνδυνο, είναι δυνατόν να μειώνεται η απόσταση που διατηρεί από αυτούς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συσχέτιση της ανθρώπινης παρουσίας με την εύκολη πρόσβαση σε τροφή. Απορρίμματα, υπολείμματα τροφών, ανεξέλεγκτη διάθεση ζωικών υποπροϊόντων, καθώς και η σκόπιμη παροχή τροφής σε άγρια ζώα, μπορούν να ευνοήσουν την επαναλαμβανόμενη προσέγγιση κατοικημένων περιοχών.

Η απλή εξοικείωση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε επιθετικότητα. Ωστόσο, εξηγεί, όταν συνδυάζεται με την προσδοκία τροφής και την επαναλαμβανόμενη ενεργητική προσέγγιση ανθρώπων, δημιουργεί συνθήκες που απαιτούν ειδική αξιολόγηση και άμεση διαχειριστική παρέμβαση.

Δεν πρέπει να περιμένουμε να σημειωθεί τραυματισμός ανθρώπου για να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο απαιτεί διαχείριση, δεν παραλείπει να τονίσει.

Η ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί να βασίζεται στην πιθανότητα να μη συμβεί ένα ατύχημα

Η σοβαρότητα των πιθανών επιπτώσεων από την παρουσία του λύκου σε αστικές, περιαστικές και παραθαλάσσιες περιοχές έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την αξιολόγηση ενός κινδύνου, επισημαίνει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και εξηγεί:.

«Σε μια οργανωμένη παραλία, για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν εκατοντάδες λουόμενοι, μικρά παιδιά που παίζουν, επισκέπτες που δεν γνωρίζουν τη συμπεριφορά των άγριων ζώων και άνθρωποι που ενδεχομένως θα επιχειρήσουν να τα πλησιάσουν ή να τα φωτογραφίσουν.

Οι συγκεκριμένες συνθήκες αυξάνουν τις πιθανότητες ανεπιθύμητης αλληλεπίδρασης και περιορίζουν τις δυνατότητες ασφαλούς διαχείρισης ενός περιστατικού.

Δεν είναι λογικό να απαιτείται από τους πολίτες να μεταβάλλουν τις καθημερινές τους, νόμιμες, δραστηριότητες ή να διατηρούν διαρκή επιφυλακή, εξαιτίας της συστηματικής παρουσίας ενός εξοικειωμένου λύκου σε χώρους που προορίζονται για κατοικία, αναψυχή και τουρισμό.

Η δημόσια ασφάλεια δεν διασφαλίζεται με γενικές διαβεβαιώσεις ότι οι λύκοι συνήθως δεν επιτίθενται σε ανθρώπους. Διασφαλίζεται με επιστημονική αξιολόγηση, πρόληψη, συγκεκριμένα πρωτόκολλα και δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης».

Τα πρόσφατα περιστατικά στην Ελλάδα αναδεικνύουν την ανάγκη διαχείρισης

Η συζήτηση αυτή, σύμφωνα με τον επιστήμονα, δεν είναι πλέον θεωρητική. Κατά το 2026 αναφέρθηκαν στην Ελλάδα περιστατικά επιθέσεων λύκων σε παιδιά και ενήλικες (έξι τουλάχιστον), που ανέδειξαν τις δυσκολίες διαχείρισης λύκων με έντονη εξοικείωση προς τον άνθρωπο.

Τα περιστατικά αυτά, προσθέτει, δεν επιτρέπουν τη γενίκευση ότι κάθε λύκος στο περιβάλλον αποτελεί απειλή. Ωστόσο είναι εμφανές ότι η παρουσία λύκων σε αστικές, περιαστικές και παραθαλάσσιες τουριστικές περιοχές δημιουργούν μεγάλη ανησυχία για την ασφάλεια των πολιτών. Αναδεικνύουν, επίσης, πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν μηχανισμοί διαχείρισης πριν μια προβληματική κατάσταση εξελιχθεί σε σοβαρότερο συμβάν.

Η πρόληψη δεν αφορά μόνο τα ζώα, αλλά και τις ανθρώπινες πρακτικές που μεταβάλλουν τη φυσική συμπεριφορά τους, σημειώνει επίσης.

Η συνύπαρξη λύκου και ανθρώπου έχει όρια και προϋποθέσεις

Η έννοια της συνύπαρξης ανθρώπου και ειδών άγριας πανίδας αποτελεί βασική αρχή της σύγχρονης διαχείρισης της βιοποικιλότητας. Δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε είδος πρέπει να γίνεται ανεκτό σε κάθε χώρο και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, συνεχίζει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μπίρτσας.

Άλλες προϋποθέσεις συνύπαρξης ισχύουν σε ένα ορεινό δασικό οικοσύστημα, άλλες σε μια αγροδασική περιοχή όπου δραστηριοποιούνται κτηνοτρόφοι και άλλες σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή ή σε έναν τουριστικό οικισμό κατά τη θερινή περίοδο.

Η αποδοχή της παρουσίας άγριων ζώων χωρίς αξιολόγηση των κινδύνων, τονίζει επίσης, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη φιλοπεριβαλλοντική στάση. Αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερες συγκρούσεις, να ενισχύσει τον φόβο των κατοίκων και τελικά να υπονομεύσει την κοινωνική αποδοχή και την προστασία του ίδιου του είδους.

Χρειάζεται σαφές πρωτόκολλο, όχι αποσπασματικές αντιδράσεις

Η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών δεν πρέπει να εξαρτάται από την εκάστοτε δημοσιότητα ή την πίεση που προκαλεί ένα συμβάν.

Απαιτείται, σύμφωνα με τον κ. Μπίρτσα, ένα σαφές, ενιαίο και επιχειρησιακά εφαρμόσιμο πρωτόκολλο, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες για τις δασικές υπηρεσίες, τον ΟΦΥΠΕΚΑ, τους αρμόδιους φορείς, την τοπική αυτοδιοίκηση και τις υπηρεσίες δημόσιας ασφάλειας.

Το πρωτόκολλο πρέπει να περιλαμβάνει καταγραφή και αξιολόγηση των περιστατικών, ταυτοποίηση του είδους και των εμπλεκόμενων ατόμων, απομάκρυνση ανθρωπογενών πηγών τροφής, ενημέρωση του κοινού και εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων αποτροπής της προσέγγισης.

Με δεδομένη την αύξηση του πληθυσμού του λύκου στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, όταν εντοπίζονται λύκοι σε αστικές περιαστικές και παραθαλάσσιες τουριστικές περιοχές, πρέπει να προβλέπεται άμεση επέμβαση από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, πριν εκδηλωθούν απρόβλεπτες συμπεριφορές και αλληλεπιδράσεις, σημειώνει επίσης.

Η προστασία του λύκου και η ασφάλεια του ανθρώπου δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι

Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Στην Ελλάδα χρειάζεται η εφαρμογή πολιτικής που θα συνδυάζει τη διατήρηση βιώσιμων πληθυσμών λύκου στα κατάλληλα οικοσυστήματα με παράλληλη λήψη μέτρων για την προστασία των πολιτών και των δραστηριοτήτων τους, καθώς και για την αποζημίωσή τους σε περίπτωση αποδεδειγμένων ζημιών.

Ο λύκος έχει τη θέση του στην ελληνική φύση. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρείται φυσιολογική ή επιθυμητή η παρουσία λύκων μέσα στις πόλεις, στους χώρους όπου παίζουν παιδιά και στις πολυσύχναστες τουριστικές παραλίες.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στον άνθρωπο και τον λύκο, αλλά να διαμορφώσουμε μια επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση που θα προστατεύει και τους δύο. Γιατί η ουσιαστική προστασία της άγριας πανίδας προϋποθέτει κοινωνική αποδοχή, σαφή όρια, υπεύθυνες παρεμβάσεις και, πάνω απ’ όλα, σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή».

 

 

ΑΠΕ – Αποστόλης Ζώης