Γραφείο Προϋπολογισμού: Σημαντικό το κόστος από την καθυστέρηση της αξιολόγησης

Αθήνα
Ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς «αν δεν συμβούν αιφνίδιες πολιτικές εξελίξεις» προβλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία.

Τονίζει, όμως, ασκώντας κριτική σε κυβερνητικούς χειρισμούς ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης είχε σημαντικό κόστος για την οικονομία, «που μάλλον έχει υποτιμηθεί έναντι του ‘πολιτικού οφέλους’».

«Έτεινε επίσης να παγιώσει την απαισιοδοξία, δημιουργώντας συνθήκες που αποτρέπουν τη βελτίωση των πραγμάτων αμέσως μετά την αξιολόγηση» σημειώνει και αναφέρεται μεταξύ άλλων στη συνέχεια της ύφεσης το 2016, που συνέβαλε στην ανάγκη για νέα φορολογικό μέτρα. «Η δρομολογημένη νέα συμφωνία με τους θεσμούς προβλέπει νέα φορολογικά μέτρα €5,4 δισ. και €3,6 δισ. μέτρα υπό αίρεση όπως συζητείται αυτήν τη στιγμή, τα οποία θα ασκήσουν πιέσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές» σημειώνεται στην έκθεση.

«Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το τρίτο «Μνημόνιο» (με τις κατάλληλες βελτιώσεις όπου αυτές είναι δυνατές). Αυτό άλλωστε έδειξε και η εμπειρία του α΄ εξαμήνου 2015 και του α΄ τριμήνου 2016. Σε ένα περιβάλλον αστάθειας και αβεβαιοτήτων, η Ελλάδα θα πρέπει να αποφύγει ο,τιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη σύγχυση για το δέον γενέσθαι» τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η οικονομία δεν θα ανακάμψει αυτόματα μετά την πρώτη αξιολόγηση και τις επενδύσεις από το πακέτο Juncker αν δεν εξαλειφθεί η αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της πολιτικής στο μέλλον και, ειδικότερα, αν δεν αλλάξουν οι κανόνες διακυβέρνησης της χώρας και δε γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Ακόμη στην έκθεση αναλύονται οι θετικές εξελίξεις που δρομολογούνται με την ύπαρξη συμφωνίας με τους θεσμούς αν και δεν λείπουν οι επιφυλάξεις για το «τελικό μείγμα πολιτικής» που επιβάλλεται, καθώς αναγνωρίζεται ότι τα προβλεπόμενα μέτρα στη φορολογία και στο ασφαλιστικό θα επηρεάσουν υφεσιακά την οικονομία.

«Όμως δεν πρέπει να απομονώνεται η επίδραση αυτή για να ασκηθεί κριτική. Η υπό διαμόρφωση συμφωνία με τους θεσμούς πρέπει να κρίνεται συνολικά και να μην παραβλέπονται οι θετικές επιπτώσεις» προστίθεται.

«Με τη συμφωνία (συνολικά και για να μη χάνουμε το δάσος κοιτάζοντας τα δένδρα) δημιουργούνται προϋποθέσεις για να αποτραπεί η παγίωση μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενες επιβαρύνσεις του ιδιωτικού τομέα, μείωση των εισοδημάτων στο δημόσιο τομέα, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, έξοδο επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που φαίνεται ότι προσφέρουν καλύτερο πλαίσιο για τη δράση τους, έξοδο εκπαιδευμένων νέων σε αναζήτηση εργασίας και δυσλειτουργικές κρατικές δομές» τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Με συμφωνία αποφεύγουμε παράταση της ύφεσης

Αναλύοντας τις θετικές συνέπειες της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης του προγράμματος, χωρίς να κρύβουν τις επιφυλάξεις τους για την εφαρμοζόμενο πακέτο μέτρων, οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν:

«Παρά τις επιφυλάξεις για το τελικό ‘μείγμα πολιτικής’, η εξέλιξη θα είναι καλή για πολλούς λόγους: Θα εκπέμπει το μήνυμα ότι η κυβέρνηση έχει οριστικοποιήσει την απόφασή της για την επιλογή του δρόμου που θα ακολουθήσει η χώρα για να επιτύχει όσο γίνεται τους δημοσιονομικούς στόχους του προγράμματος προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων. Αυτό μπορεί να συμβάλει σε σταθεροποίηση ή/ και βελτίωση του πολιτικού και οικονομικού κλίματος την επόμενη περίοδο και, επομένως, στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας στην πολιτική (αν δεν εξουδετερωθεί από άλλες ενυπάρχουσες τάσεις και δομές).

» Η αναμενόμενη πλέον ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» θα συμπληρώσει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την εξομάλυνση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα. Λογικά αναμένουμε ότι θα δοθεί επιπλέον ώθηση στις οικονομικές δραστηριότητες, αν, όπως διαφαίνεται αρχίσουν να υλοποιούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες η χώρα δεσμεύθηκε το καλοκαίρι, όπως για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις.

» Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει ήδη εξαγγείλει ότι θα εντάξει και την Ελλάδα στο περιβόητο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (= επαναγοράς κρατικών ομολόγων) που ήδη τρέχει για άλλες χώρες. Τέλος, μετά από μια συμφωνία, θα επιταχυνθεί η άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων».

Εκτός τούτου, προστίθεται στην έκθεση, «η συμφωνία θα επιτρέψει την εκταμίευση των επόμενων δόσεων της δανειακής σύμβασης αποτρέποντας μια καταστροφική νέα κρίση ρευστότητας στο Δημόσιο και στην ιδιωτική οικονομία. Η σημασία τους μπορεί καλύτερα να καταδειχθεί, αν λάβουμε υπόψη ότι μέρος τους προορίζεται για να εξοφλήσει το Κράτος οφειλές του προς τους προμηθευτές, πράγμα που θα συμβάλει στην ανάκαμψη της οικονομίας».

«Είναι αλήθεια» τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης «ότι τα προβλεπόμενα μέτρα στη φορολογία και στο ασφαλιστικό θα επηρεάσουν υφεσιακά την οικονομία. Όμως δεν πρέπει να απομονώνεται η επίδραση αυτή για να ασκηθεί κριτική. Η υπό διαμόρφωση συμφωνία με τους θεσμούς πρέπει να κρίνεται συνολικά και να μην παραβλέπονται οι θετικές επιπτώσεις που αναφέραμε».

Ωστόσο, οι συντάκτες προειδοποιούν ότι οι θετικές συνέπειες που αναφέρουν στην έκθεση είναι σχεδόν προβλέψιμες «αρκεί να μην αναιρεθούν από αντίρροπες αποφάσεις ή αδράνεια στη συνέχεια. Για τους ίδιους λόγους, το ΓΠΚΒ υποστήριξε σε όλες τις εκθέσεις του ότι τα μέτρα εφαρμογής του Μνημονίου έπρεπε να συμφωνηθούν με τους θεσμούς το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση».

Στοίχισε η παρατεταμένη διαπραγμάτευση, έφερε ύφεση

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής στο κόστος που έχει για την οικονομία η παρατεταμένη διαπραγμάτευση και η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

«Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η παράταση της διαπραγμάτευσης (που έπρεπε να είχε τελειώσει τον Οκτώβριο / Νοέμβριο 2015 σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα) είχε σημαντικό κόστος. Έτεινε επίσης να παγιώσει την απαισιοδοξία, δημιουργώντας συνθήκες που αποτρέπουν τη βελτίωση των πραγμάτων αμέσως μετά την αξιολόγηση» επισημαίνεται.

Ως προς το κόστος της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης «που μάλλον έχει υποτιμηθεί έναντι του ‘πολιτικού οφέλους’: Η ύφεση συνεχίζεται και το 2016, πράγμα που προκαλεί και δημοσιονομικά προβλήματα. Είναι κοινός τόπος ότι σε τροχιά ύφεσης του ΑΕΠ τα φορολογικά έσοδα μειώνονται και επομένως απειλούνται οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα. Η κατάληξη ήταν νέα φορολογικά μέτρα που όμως είναι αμφίβολο αν θα αποδώσουν. Η δρομολογημένη νέα συμφωνία με τους θεσμούς προβλέπει νέα φορολογικά μέτρα € 5,4 δισ. και € 3,6 δισ. μέτρα υπό αίρεση όπως συζητείται αυτήν τη στιγμή, τα οποία θα ασκήσουν πιέσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές.»

» Ας προσθέσουμε ότι όσο παρατείνεται η ύφεση, τόσο μετατίθενται στο μέλλον κάποιες δυνατότητες για αντικυκλικά μέτρα από την πλευρά της ζήτησης με προσφυγή και στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοπιστωτικής στήριξης! Μετά την υφεσιακή υποτροπή 2015-2016, περιορίστηκαν περαιτέρω οι δυνατότητες για μέτρα από την πλευρά της ζήτησης.»

» Παρά ταύτα, ο ήπιος χαρακτήρας της ύφεσης σε σύγκριση με απαισιόδοξες προβλέψεις ανέδειξε τις αντοχές αλλά και τις ιδιομορφίες (π.χ. παραοικονομία) της ελληνικής οικονομίας».

Ένατο έτος κρίσης το 2016, στα ύψη η ανεργία

Η υφεσιακή υποτροπή, συνεχίζουν οι ερευνητές, εμπόδισε την ελληνική οικονομία να εκμεταλλευτεί τις ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες, όπως η υποτίμηση του ευρώ και η πτώση της τιμής του πετρελαίου.

«Προς το παρόν, η χώρα παραμένει σε ύφεση. Το 2015 έκλεισε με μικρή ύφεση -0,2%, η οποία παρατείνεται και το 2016 και θα ανέλθει σε -0,7% σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη σημειώνει ελαφρά θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που ήταν σε Μνημόνια.»

» To 2016 θα είναι συνολικά το ένατο έτος μιας πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης με πτώση του ΑΕΠ από το 2008 που πλησιάζει το 28% αθροιστικά και ανεργία της τάξης πάνω από 24%».

Βεβαίως οι ερευνητές δεν παραβλέπουν τις ευθύνες των προηγούμενων κυβερνήσεων και ασκούμενων πολιτικών. «Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες για δραστική βελτίωση της κατάστασης. Η χώρα είναι αντιμέτωπη με συσσωρευμένες υστερήσεις δεκαετιών (και της περιόδου των προηγούμενων Μνημονίων) στα μεταρρυθμιστικά ζητήματα και με ένα σαθρό υπόβαθρο της δημόσιας οικονομίας -επίσης κληρονομημένο από το παρελθόν.»

» Η οικονομική πολιτική, όπως εφαρμόστηκε, δε συμβάδισε με το στόχο να μειωθεί η ανεργία σε ανεκτά επίπεδα. Το ποσοστό της εξακολουθεί να κινείται πάνω από το 24% το 4ο τρίμηνο του 2015 (από 26% το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους). Ο αριθμός των ανέργων ανέρχεται σε 1.174.000! Το υψηλό ποσοστό ανεργίας επηρεάζει αρνητικά τις συνθήκες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, η δομή της απασχόλησης χειροτέρευσε καθώς αυξήθηκε η μερική απασχόληση και άλλες μορφές επισφαλούς προσωρινής εργασίας».

Αναφορά κάνει η έρευνα και στο ανησυχητικό φαινόμενο της αύξησης της μακροχρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα που έφθασε στο 74% το τέταρτο τρίμηνο του 2015.

Συνολικά, διαπιστώνεται στην έκθεση «κρίνοντας την οικονομική πολιτική στην περίοδο της κρίσης (και εκ του αποτελέσματος) συμπεραίνουμε ότι δεν ήταν προτεραιότητά της η σοβαρή μείωση της ανεργίας.»

» Δεν έχουν γίνει κατανοητοί οι παράγοντες που θα επέφεραν αισθητή αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας βραχυ- και μεσοπρόθεσμα. Το ΓΠΚΒ εκτιμά ότι, μέτρα όπως η
προσωρινή επιχορηγούμενη απασχόληση μέσω προγραμμάτων του ΕΣΠΑ ανακουφίζουν μεν προσωρινά μερικές χιλιάδες ανέργους, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα.

» Η μείωση της ανεργίας μακροπρόθεσμα θα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής μεγέθυνσης σε σταθερή βάση και η μεγέθυνση αυτή, με δεδομένους τους δημοσιονομικούς περιορισμούς στην ΕΕ, θα προκύψει κυρίως από τη δημιουργία σταθερού πλαισίου για ιδιωτικές επενδύσεις σε ευρεία κλίμακα».

Δυσλειτουργίες στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων

Εντοπίζοντας δυσλειτουργίες στην δρομολόγηση και υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων το ΓΠΚΒ τονίζει ότι «τις προοπτικές της χώρας επηρεάζουν αρνητικά η αμφισημία και οι αναβολές στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων. Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες εδώ, αλλά πιέζει ο χρόνος όπως μπορούμε να το διαπιστώσουμε στην περίπτωση του ασφαλιστικού: Όσο μετατίθενται οι αναγκαίες τομές, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός που θα πρέπει να πληρωθεί για να γίνει βιώσιμο και περιορίζονται τα περιθώρια για δίκαιη κατανομή των βαρών της προσαρμογής του, παρά τις δημοσιοποιούμενες καλές προθέσεις.»

» Την περίοδο της διαπραγμάτευσης από τον Οκτώβριο 2015 μέχρι σήμερα (Απρίλιος 2016) έγιναν εμφανείς περαιτέρω δυσλειτουργίες στον πεδίο των μεταρρυθμίσεων. Π.χ. αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις που αλληλοαναιρούνται. Τυπικό παράδειγμα η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που τείνει να εξουδετερωθεί από την εκκρεμότητα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Συχνά υποτιμάται ότι το τραπεζικό σύστημα υποφέρει από τη χαμηλή ποιότητα των δανείων του («κόκκινα δάνεια») παρά την ανακεφαλαιοποίηση που έγινε τον περασμένο Νοέμβριο. Έτσι δυσκολεύει η χορήγηση πιστώσεων στην οικονομία».

Τέλος, προστίθεται στην έρευνα, «ο κρατικός μηχανισμός δεν έδειξε σε κρίσιμα μεταρρυθμιστικά ζητήματα την απαραίτητη συνοχή. Ορισμένες αποφάσεις του κυβερνητικού πυρήνα για εφαρμογή του Μνημονίου δεν τις «ενστερνίζονται» ισχυρά τμήματα του ευρύτερου μηχανισμού της κυβέρνησης, αναδεικνύοντας διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, προσδοκίες της κοινωνικής βάσης και παραδόσεις.

» Αυτές οι διαφοροποιήσεις δεν βοηθούν την κυβέρνηση να εκπέμψει ένα μήνυμα σταθερότητας όσον αφορά στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και να άρει τη γενικευμένη δυσπιστία για τις προθέσεις της.

» Εκτιμούμε γενικότερα ότι το ζήτημα της ανάπτυξης δεν έχει ως τώρα την αναγκαία προτεραιότητα στην κυβερνητική πολιτική. Ας το διατυπώσουμε απλά: Η ανάπτυξη προϋποθέτει νέες επενδύσεις. Αυτές θα προέλθουν κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα, αφού ο δημόσιος έχει πλέον σαφή όρια. Οι ξένες επενδύσεις θα παίξουν κρίσιμο ρόλο. Αλλά τις επενδύσεις θα αποτρέπουν:

  • όσον αφορά στην ελληνική πλευρά, η αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής καθώς και η παράλειψη σοβαρών τομών σε δικαιοσύνη, γραφειοκρατία, φορολογικές υπηρεσίες ειδικότερα, τήρηση του νόμου, τράπεζες (μη εξυπηρετούμενα δάνεια κ.α.), ασφαλιστικό, ενέργεια και ιδιωτικοποιήσεις
  • και όσον αφορά στους εταίρους, η εκκρεμότητα για τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους

Η άλλη όψη αυτής της κατάστασης είναι ότι δεν υπάρχει ακόμα ένα σταθερό πλαίσιο ή πλέγμα κανόνων του παιγνιδιού για τη λειτουργία της επιχειρηματικότητας, συμπληρώνουν οι ερευνητές.

«Όμως η δημιουργία τέτοιων κανόνων (και όχι απλά η απορρύθμιση) ανήκει στο κύριο έργο που πρέπει να επιτελέσει μια κυβέρνηση. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι κανόνες του παιγνιδιού είναι στο κέντρο της διεθνούς
και ευρωπαϊκής συζήτησης για την ανάπτυξη. Οι έρευνες αναδεικνύουν τις θετικές επιπτώσεις μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεων» προσθέτουν.

Κατά τη γνώμη της επιστημονικής επιτροπής του ΓΠΚΒ η παράταση της ύφεσης έκανε επιτακτικότερη την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων εντός του γενικού πλαισίου του τρίτου Μνημονίου που ψήφισε με διευρυμένη πλειοψηφία η Βουλή τον Αύγουστο 2015.

«Οι μεταρρυθμίσεις έχουν γίνει υπαρξιακό ζήτημα για τη χώρα» υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Αργυρώ Τσατσούλη

Newsroom ΔΟΛ