Η συγκυρία και η ταυτότητα

 

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΑΣΠΙΝΑ

Μακριά από μας διάθεση να κρίνουμε τις αποφάσεις δικαστηρίων. Δεν μπορούμε, όμως, να μην διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις που μας γεννιούνται με αφορμή δύο πρόσφατες περιπτώσεις καταδίκης πολιτικών προσώπων οι οποίες μπορεί μεν να είναι -και είναι- ορθές ως προς την κρίση, σε μας, όμως, δημιουργούν απορίες η συγκυρία και η ταυτότητα.

Η συγκυρία, με την κοινωνία να υποφέρει κάτω από το βάρος μιας παρατεταμένης ύφεσης που αποτέλεσμα έχει την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας, την φτώχεια και την δυστυχία, με χιλιάδες άν όχι και εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειας να διαβιούν πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας, με το 60% των νέων να μην μπορούν να βρουν δουλειά, με τους ρακοσυλλέκτες και τους  σκουπιδο-διατρεφόμενους να πολλαπλασιάζονται κάθε μέρα με γεωμετρική πρόοδο, με τους άστεγους να πλημμυρίζουν δρόμους και πλατείες, με τα καταστήματα να βάζουν λουκέτο το ένα μετά το άλλο, ασφαλώς και δίνει την εντύπωση ότι “διψάει για αίμα”…

Και η ταυτότητα, ως απάντηση στα “γιατί” που  βασανίζουν την κοινωνία, που αισθάνεται την εκδίκηση απέναντι σε ορισμένα πολιτικά πρόσωπα -τα οποία καλώς ή κακώς θεωρεί υπεύθυνα-  ως μία, τη μόνη ανέξοδη,  λύτρωση της δικαιολογημένης ανημποριά της. Των σχεδίων της που σωριάστηκαν σε ερείπια τραπεζικών δανείων. Των στόχων της που συνθλίβονται στην μέγγενη των πιστωτικών καρτών. Του μέλλοντός της,  που μεταμορφώθηκε σε  άμορφη μάζα θλιβερών αναμνήσεων και εφιαλτικών ονείρων.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με την πρόσφατη δημόσια επισήμανσή του ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ¨κοινωνική έκρηξη” αν επιβαρυνθεί η παρούσα κατάσταση έστω και με υποψία νέων μέτρων, ουσιαστικά δεν έκανε τίποτε άλλο από του να περιγράψει ακριβώς το δημόσιο αίσθημα αγανάκτησης και θυμού που επικρατεί και ή εκτόνωση του οποίου προϋποθέτει απόδοση δικαιοσύνης. Προφανώς με τον καταλογισμό ευθύνης σε όποιους διαχειριστές της εξουσίας φταίνε για το σημερινό κατάντημα της οικονομίας.

Οι δύο πρόσφατες ποινές που επιβλήθηκαν σε πολιτικά πρόσωπα (Παπαγεωργόπουλος, Τσοχατζόπουλος)  για αδικήματα που μέχρι πρότινος είτε δεν καταλογίζονταν, είτε απαλλάσσονταν με βουλεύματα είτε παραγράφονταν, ικανοποιούν αυτό το “περί δικαίου” αίσθημα του πολίτη. Που μπορεί να μην του λύνει κανένα απολύτως από τα προβλήματα του, πλην, όμως, τον κάνει να αισθάνεται ότι επιτέλους, κάποιοι υπεύθυνοι σ΄αυτή την χώρα τιμωρούνται! Ότι η περί τα πολιτικά πρόσωπα “ασυλία”, έσπασε! Ότι τα όποια λαμόγια τα περιμένουν δύσκολες ημέρες. Ότι οι κατεργαράκοι επιτέλους θα καθίσουν στο σκαμνί. Ότι θα μπουν στη φυλακή.

Τα δικαστήρια, όμως, δεν δικάζουν με βάση το θυμικό του λαού. Τα δικαστήρια κρίνουν σύμφωνα με το νόμο. Και επιβάλλουν ποινές μακριά είτε από το αίσθημα που δημιουργεί η συγκυρία, είτε από τις εντυπώσεις που προκαλεί  η ταυτότητα. (Αρχή της αναλογικότητας). Η διαδικασία συντελείται μακριά από  την οχλοβοή των φημών, των συνθημάτων και των μυθευμάτων. Γιατί διαφορετικά, το δίκιο ενδέχεται να γίνει αδικία. Και η δικαιοσύνη από τυφλή να μας προκύψει …ανοιχτομάτης!

Αυτές  είναι, προφανώς,  γενικές αρχές της νομικής επιστήμης που τις γνωρίζουν και οι πρωτοετείς φοιτητές. Δεν κομίζουμε, επομένως, Γλαύκας εις Αθήνας. Είναι, όμως, ένας τρόπος για να εκφράσουμε την απορία μας για την σύμπτωση δύο άνθρωποι να αντιμετωπίσουν την αυστηρότητα στην ακραία μορφή της μη αναγνώρισης του πρότερου έντιμου βίου (ο ένας) και του μη ανασταλτικού χαρακτήρα της έφεσης (ό άλλος)…

Πρόκειται για εξοντωτικές ποινές σε δύο ανθρώπους (αντιθέτου πολιτικής παράταξης) οι οποίοι έχουν επί πολλά έτη υπηρετήσει το δημόσιο βίο και που ανεξάρτητα από το αδίκημα  στο οποίο υπέπεσαν, προφανώς έχουν προσφέρει και θετικό έργο στον τόπο.

Η ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ¨έναν πρωθυπουργό δεν τον κλείνεις φυλακή, τον στέλνεις σπίτι του”, σωστή ή λάθος, είχε ευεργετικά για τη συνοχή του λαού αποτελέσματα στο παρελθόν. Η παρούσα οικονομική κρίση ας μην γίνει αφορμή εκτός από οικογενειακά δράματα που καθημερινά βιώνουμε να αντιμετωπίσουμε και την αναμόχλευση πολιτικών παθών. Που μαζί με τα θρησκευτικά, οδηγούν σε καταστάσεις ανεξέλεγκτης βίας…

Η ανάγκη, τέλος, να γίνει ορατό ότι “κάτι αλλάζει” σ΄αυτόν τον τόπο, πρέπει να περάσει μέσα από τη νομοθετική εργασία και διαμέσου διαρθρωτικών, δομικών και θεσμικών αλλαγών.