Άγαλμα που παραπέμπει στο παιδί του Κριτίου

Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα ανέδειξε η φετινή ανασκαφή στη νησίδα του Δεσποτικού. Oπως πληροφορεί ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, μεταξύ άλλων ήλθε στο φως ακέφαλος ανδρικός κορμός του αυστηρού ρυθμού που τεχνοτροπικά παραπέμπει στο παιδί του Κριτίου και μπορεί να χρονολογηθεί αμέσως μετά το 480 π.Χ., έργο εξαιρετικής ποιότητας από παριανό μάρμαρο με λεία και στιλπνή επιδερμίδα. Επίσης, βρέθηκαν τμήματα αρχαϊκών κούρων εντοιχισμένα ως οικοδομικό υλικό.

Η συστηματική ανασκαφή στη Μάντρα, στη νησίδα του Δεσποτικού, που διενεργείται από το 2001 από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων υπό τη διεύθυνση του Γιάννου Κουράγιου, συνεχίστηκε και φέτος για επτά εβδομάδες από τις 22 Μαΐου έως τις 14 Ιουλίου 2023, εμπλουτίζοντας τα υπάρχοντα στοιχεία για την τοπογραφία της θέσης και την ιστορία της από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου έως και την Υστερη Αρχαιότητα. Σύμφωνα με ίδια ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, από το 2020 ανασκάπτεται ένα πολύπλοκο σύστημα συλλογής και διαχείρισης υδάτων στις υπώρειες του λόφου νότια του ιερού. Διερευνήθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο μεγάλες δεξαμενές, ενώ οι ανασκαφικές εργασίες προσέθεσαν ένα ακόμα κτίριο στην τοπογραφία της θέσης, που αποτελείται από τέσσερα δωμάτια, ανά δύο σε παράταξή με κατεύθυνση Β-Ν. Η κεραμεική που συλλέχθηκε από τα δωμάτια χρονολογείται στα μέσα περίπου του 6ου αιώνα π.Χ.

Ο κούρος στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάρου

Τα σημαντικότερα ευρήματα της φετινής ανασκαφικής περιόδου προέκυψαν από τη συνέχιση της διερεύνησης της μεγάλης αρχαϊκής κατασκευής που είχε εντοπισθεί το 2019 όχι πολύ μακριά από το λιμάνι (συμβατικά Κτίριο Ω). Ορίζεται από δύο τοίχους (Τ1 και Τ3). Πιθανότατα η κατασκευή είχε οχυρωματικό χαρακτήρα- ενδεχομένως κάποιο πρόπυλο με περίβολο. Ο Τ1 έχει διεύθυνση Α-Δ, συνολικό μήκος 8,5μ και πλάτος 0,60-0,70μ. Είναι κατασκευασμένος από μεγάλους σχιστόλιθους και σώζει σώζουν τρεις με τέσσερεις σειρές δόμων, συνολικού ύψους έως και ένα μέτρο. Εντονη κατάρρευση καταλαμβάνει το νοτιότερο και ανατολικό του τμήμα. Κατά τη διερεύνηση αυτής της κατάρρευσης ήρθε στο φως ακέφαλος ανδρικός κορμός του αυστηρού ρυθμού που τεχνοτροπικά παραπέμπει στο παιδί του Κριτίου και μπορεί να χρονολογηθεί αμέσως μετά το 480 π.Χ. Είναι έργο εξαιρετικής ποιότητας από παριανό μάρμαρο με λεία και στιλπνή επιδερμίδα.

Ο Τ2 έχει συνολικό μήκος 26,30 μ. και πάχος 0,66 μ. και πρέπει να ήταν προσθήκη στην αρχαϊκή κατασκευή σε μεταγενέστερη περίοδο, ίσως κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, όταν έγιναν εκτεταμένες επεμβάσεις και στα κτίρια του πυρήνα του ιερού, που έως τότε είχε παύσει να λειτουργεί. Η διερεύνηση του Τ2 επεφύλασσε πολλές «εκπλήξεις», αφού σε διάφορα τμήματα του τοίχου βρέθηκαν εντοιχισμένα σε β’ χρήση ως οικοδομικό υλικό τμήματα αρχαϊκών κούρων. Οπως επισημαίνει η ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού γλυπτών και βάσεων σε αυτή την περιοχή ίσως υποδηλώνει ότι αυτή ήταν και η αρχική θέση τους, γεγονός που κάνει εύλογη την υπόθεση ότι τα γλυπτά και οι κίονες θα ήταν τοποθετημένα σε περίοπτη θέση κοντά στο πρόπυλο, μέσα από το οποίο θα γινόταν η είσοδος στο ιερό και το τέμενος του θεού. Αυτά τα λαμπρά αφιερώματα προς τον θεό Απόλλωνα, μετά την παύση της λειτουργίας του ιερού, θα αποτέλεσαν χρήσιμο και ανθεκτικό οικοδομικό υλικό για τα μεταγενέστερα κτίρια. Αλλωστε αυτού του είδους η «ανακύκλωση» μαρτυράται και σε άλλα κτίρια του ιερού, στα οποία έχουν βρεθεί εντοιχισμένα σε β’ χρήση δεκάδες θραύσματα αγαλμάτων, συμπληρώνει η ανακοίνωση.

Ανασκαφή του Τ2. Διακρίνονται εντοιχισμένα μαρμάρινη βάση και μαρμάρινο αγαλμάτιο.

Τέλος, όσον αφορά την αναστήλωση, ήδη από το 2022, έπειτα από άδεια του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, είχε ξεκινήσει η αποκατάσταση του Κτιρίου Δ που καταλαμβάνει τη ΒΑ γωνία του τεμένους και είχε λατρευτικό χαρακτήρα όπως μαρτυρεί ο μαρμάρινος βωμός που είχε βρεθεί μπροστά του και οι πελεκημένοι δόμοι του. Πρόκειται για τετράστυλο πρόστυλο κτίριο με διμερή κάτοψη, αποτελούμενη από πρόδομο και σηκό, διαστάσεων 9.40 μ.Χ. 12.50 μ. Το κτίριο αυτό ήταν πολύ κατεστραμμένο καθώς πάνω του είχε θεμελιωθεί το τυροκομείο του βοσκού που διατηρεί τη μάντρα του στη θέση έως και σήμερα. Το Κτίριο Δ χρονολογείται στο γ’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Μετά τη συμπλήρωση της υπόβασης και του στυλοβάτη από γνεύσιο, τοποθετήθηκε το κατώφλι και οι παραστάδες του, αποκαταστάθηκαν οι βάσεις και τμήματα σπονδύλων από αρχαίο και νέο υλικό, αλλά και η πρόσοψη του κτιρίου από μαρμάρινους δόμους. Τέλος, αποκαταστάθηκε η ΒΔ γωνία της θεμελίωσης ώστε να τοποθετηθεί ο τοιχοβάτης από μαρμάρινους δόμους δουλεμένους με χοντρό βελόνι.