Ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος κ. Γεώργιος Σκέμπερης για τον Ελληνισμό στην Αυστραλία

Ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Αυτραλία κ. Γεώργιος Σκέμπερης

“Το γλωσσικό ζήτημα στην Αυστραλία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και δεν υπάρχει εύκολη λύση”

Επιμέλεια: Χρήστος Μαλασπίνας

Με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων συνεχούς λειτουργίας του Ελληνικού Προξενείου στο Σίδνεϊ και τις επετειακές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται για τη σημαντική αυτή ιστορική επέτειο, o Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Σίδνεϊ, κ. Γεώργιος Σκέμπερης σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». αναφερόμενος στην επέτειο τόνισε ότι ο βασικός ρόλος του Προξενείου ήταν και παραμένει η παροχή υπηρεσιών στους Έλληνες πολίτες και αυτό παράλληλα με την αποστολή να διατηρεί και να ενιχύει τους δεσμούς της Ομογένειας με την πατρίδα, καθώς και να προβάλλει την εικόνα της Ελλάδας, την πρόοδο και τις επιτυχίες της στην Αυστραλία.

Αναφερόμενος στον Ελληνισμό της Αυστραλίας ο Γενικός Πρόξενος επεσήμανε ότι  οι Έλληνες μετανάστες για πολλές δεκαετίες έζησαν σε δύσκολες συνθήκες. «Αυτό, είπε,  πρέπει να το θυμόμαστε πάντα και να τιμούμε τον αγώνα τους». Πρόσθεσε ότι οι πρώτοι Μετανάστες έθεσαν γερές βάσεις για τις επόμενες γενιές, οι οποίες αναρριχήθηκαν με επιτυχία σε όλα τα στρώματα και τις πτυχές της αυστραλιανής κοινωνίας. Οι νεότερες γενιές έχουν διαφορετικές ανάγκες. Διψούν για επαφή με την Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Αυτή η επαφή είναι κλειδί για τη διατήρηση της ταυτότητας και της γλώσσας. Εκεί επικεντρώνεται η προσπάθεια του Υπουργείου Εξωτερικών, μέσω επισκέψεων, υποτροφιών, κατασκηνώσεων, αλλά και μέσω της τεχνολογίας και του διαδικτύου, κατέληξε.

Αναφορικά με την Επέτειο,  τη χαρακτήρισε ως μία αφορμή ενδοσκόπησης και ιστορικής αναδρομής· «… να κοιτάξουμε δηλαδή πίσω και να δούμε από πού ήρθαμε, τι περάσαμε και πού φτάσαμε ως Ελληνισμός, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αυστραλία. Μέσω του θεάτρου θέλουμε να δείξουμε στους ομογενείς πτυχές της σύγχρονης Ελλάδας με τις οποίες ενδεχομένως να μην είναι εξοικειωμένοι. Η Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια έχει αλλάξει, έχει παράγει νέο πολιτισμό και θα ήταν όμορφο για τους Έλληνες εδώ να τον γνωρίσουν καλύτερα, παρά το γλωσσικό εμπόδιο που αντιμετωπίζουν κυρίως οι νεότερες γενιές».

Αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις  αντιμετωπίζει ο  ελληνισμός ο κ. Γεώργιος Σκέμπερης είπε ότι «ύπαρξη τόσων πολλών εθνικοτήτων και γλωσσών δημιουργεί ζητήματα ως προς τη θέση της ελληνικής γλώσσας στο εκπαιδευτικό σύστημα. Βλέπουμε ότι υπάρχει μια τάση υποβάθμισης της γλωσσομάθειας στην Αυστραλία και αυτό αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την ελληνική γλώσσα».

Στο ερώτημα: Πώς βλέπετε τη σχέση των νέων Ελληνοαυστραλών με την Ελλάδα; Υπάρχει ενδιαφέρον για τη γλώσσα, την ταυτότητα και τη διατήρηση των δεσμών με την πατρίδα;» ο Γενικός Πρόξενος είπε:  «Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε με χαρά μια σημαντική αύξηση του ενδιαφέροντος των νέων για την Ελλάδα. Είναι περήφανοι για την ελληνική τους κληρονομιά και αγκαλιάζουν την ελληνική μουσική, τον χορό και την κουζίνα. Δυστυχώς, όμως, παρατηρείται ταυτόχρονα μια φθίνουσα πορεία της ελληνομάθειας, γεγονός που τους απομακρύνει από άλλες πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, όπως το θέατρο, η ιστορία, η πολιτική και η επικαιρότητα. Το γλωσσικό ζήτημα στην Αυστραλία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και δεν υπάρχει εύκολη λύση. Ωστόσο, είμαστε αισιόδοξοι ότι το ενδιαφέρον των νέων μπορεί να αντιστρέψει αυτή την τάση».

Το Ιστορικό: Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϊ συμπλήρωσε εκατό χρόνια λειτουργίας.

Σημειώνεται ότι το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϊ συμπλήρωσε εκατό χρόνια λειτουργίας. Την ιστορία του την καταγράφει ο ομογενής ακαδημαϊκός Δρ Παναγιώτης Διαμάντης σε ένα βιβλίο που θα παρουσιαστεί επίσημα το Σάββατο. Για τους λόγους συγγραφής του βιβλίου και τα περιεχόμενά του ο Δρ Παναγιώτης Διαμάντης γράφει στον “Νέο Κόσμο”:

“Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϊ άνοιξε επίσημα το 1926, αποτελώντας την πρώτη διπλωματική αντιπροσωπεία του ελληνικού κράτους στην Αυστραλία. Πρόκειται για μια αδιάκοπη παρουσία στην πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας, η οποία πλέον εισέρχεται στον δεύτερο αιώνα υπηρεσίας της. Όταν διορίστηκαν οι πρώτοι επίτιμοι πρόξενοι της Ελλάδας στην Αυστραλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αντίποδες φιλοξενούσαν ήδη περίπου 20 επίτιμους αντιπροσώπους ξένων χωρών.

Η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας ιδρύθηκε το 1901, ενώ η Καμπέρα έγινε πρωτεύουσα μόλις το 1927, όταν μεταφέρθηκε εκεί το Εθνικό Κοινοβούλιο από τη Μελβούρνη.

Ένας από τους στόχους αυτού του βιβλίου είναι να υπογραμμίσει το ιστορικό βάθος της διπλωματικής σχέσης Ελλάδας και Αυστραλίας: έναν αδιάκοπο σύνδεσμο διάρκειας άνω των 135 χρόνων. Μέσα από τις πλούσιες ιστορίες που παρουσιάζονται στο βιβλίο 100 Χρόνια του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ 1926-2026, ο αναγνώστης καλείται να συλλογιστεί τους πολλαπλούς ρόλους του Γενικού Προξενείου.

Πρώτα και κύρια, το Προξενείο υπάρχει για να εξυπηρετεί τους πολίτες του ελληνικού κράτους στη Νέα Νότια Ουαλία και στις υπόλοιπες περιοχές της αρμοδιότητάς του, καθώς και μη πολίτες που αναζητούν τις υπηρεσίες του.

Δεύτερον, όπως αναφέρει και η σχετική νομοθεσία της Βουλής των Ελλήνων, το Γενικό Προξενείο συμβάλλει στη στήριξη της Ομογένειας, ιδιαίτερα των πολιτιστικών της πρωτοβουλιών.

Τρίτον, το Γενικό Προξενείο έχει ως αποστολή την καλλιέργεια των σχέσεων της Ελλάδας με τη Νέα Νότια Ουαλία, ιδιαίτερα στους τομείς της οικονομίας και του πολιτισμού.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των δραστηριοτήτων του τελευταίου αιώνα είναι ένας πλούσιος ιστορικός τάπητας, που λειτουργεί και ως οδηγός για τον επόμενο αιώνα του Γενικού Προξενείου της Ελληνικής Δημοκρατίας σε αυτή την αυστραλιανή μητρόπολη.

Το βιβλίο 100 Χρόνια πλαισιώνεται από μια σειρά επιλεγμένων φωτογραφιών και αποσπασμάτων από τον αυστραλιανό Τύπο. Η έκδοση επικεντρώνεται στον πρώτο αιώνα των επίσημων διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας και Αυστραλίας, προσφέροντας μια ευρεία ανασκόπηση της ελληνικής διπλωματικής δραστηριότητας στη Νέα Νότια Ουαλία από το 1926 έως και το 2026. Επτά άνδρες υπηρέτησαν ως επίτιμοι πρόξενοι της Ελλάδας στη Νέα Νότια Ουαλία από το 1891 έως το 1926.

Μάλιστα, οι τρεις από αυτούς δεν είχαν ελληνική καταγωγή, επιλέγοντας να υπηρετήσουν τον αυστραλιανό Ελληνισμό με τον δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο 100 Χρόνια, αυτή η ομάδα των επίτιμων προξένων εκπροσωπείται από τον Άγγελο Φολέρο (γεννημένο στη Σμύρνη) και τον Samuel Sidney Cohen (γεννημένο στο Σίδνεϊ), δύο εξαιρετικούς ανθρώπους που άφησαν σημαντικό έργο στον Ελληνισμό. Από το 1926, 24 άνδρες και μία γυναίκα έχουν υπηρετήσει ως Γενικοί Πρόξενοι της Ελλάδας στο Σίδνεϊ.

 

Σχόλια Facebook

Σχολιάστε