Αναγνώριση της Λιζέτ Παππά από το δημαρχείο της πόλης του Βανκούβερ

Στο Δημαρχείο του Βανκούβερ, η Λιζέτ Παππά με την τιμητικήδιάκριση της πόλης μπροστά της, έχοντας στο πλευρό της τον σύζυγό της Βασίλη και τον δήμαρχο της πόλης, Κεν Σιμ. «Για μένα, αυτό που το κάνει τόσο ξεχωριστό είναι η φιλία, το γέλιο, ο κοινός σκοπός που μοιραζόμαστε και η γνώση ότι κάνουμε τη διαφορά». ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΙΖΕΤ ΠΑΠΠAστον EK.

Βανκούβερ.-  Στις 11 Αυγούστου, η Λιζέτ Παππά τιμήθηκε από τον δήμο του Βανκούβερ ως μία από τους σημαντικότερους πολίτες της με τιμητική διάκριση. Η ίδια, ωστόσο, επέλεξε να στρέψει την προσοχή της, όχι στον εαυτό της αλλά στους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα της όλα αυτά τα χρόνια.

Στις γυναίκες της Φιλοπτώχου που εργάστηκαν μαζί της, στους φίλους που την περίμεναν όταν αργούσε σε κάποια εξαιτίας κάποιας συγκέντρωσης, στην οικογένειά της που άκουγε διαρκώς για την επόμενη εκδήλωση, την επόμενη ιδέα, το επόμενο πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί. Ιδιαίτερα, όμως, στον σύζυγό της, Βασίλη, που, όπως είπε, «Είχε περάσει πολλές ημέρες και βράδια μόνος του» όσο εκείνη βρισκόταν σε συναντήσεις ή ετοίμαζε κάποια κοινοτική δράση.

Οι αναφορές της αυτές αποκαλύπτουν τη λιγότερη ορατή πλευρά της πολυετούς προσφοράς, χρόνου, προσωπικών υποχωρήσεων και τη διαρκή παρουσία που απαιτεί η ευθύνη εργασίας μέσα στα πλαίσια της κοινότητας.

Ο «Εθνικός Κήρυκας» συνομίλησε με την Παππά και μας εξιστόρησε την ιστορία της ζωής της. Ήταν έξι ετών όταν η οικογένεια της μετοίκησε στον Καναδά από τη Νάξο το 1956. Εγκαταστάθηκαν στο Πέντικτον της Βρετανικής Κολομβίας, στην κοιλάδα Οκανάγκαν. Θυμάται ότι η πόλη είχε τότε περίπου 5.000 κατοίκους και το τοπίο της θυμίζει Ελλάδα, με αμπέλια, οπωρώνες, λίμνες και παραλίες.

Η ζωή της οικογένειας, όμως, απείχε πολύ από την εικόνα του τοπίου. «Είμασταν πολύ φτωχοί», θυμάται. Ο πατέρας της έσκαβε χαντάκια για τον δήμο. Η μητέρα της καθάριζε σπίτια, σφουγγάριζε πατώματα σε παμπ και εργαζόταν όπου μπορούσε. Αργότερα δούλεψε και σε ένα εστιατόριο πριν η οικογένεια αποκτήσει δικό της. Τα τρία παιδιά που είχαν έρθει από την Ελλάδα έγιναν τέσσερα όταν γεννήθηκε ακόμη μία κόρη στον Καναδά. Όλα τα παιδιά άρχισαν να εργάζονται από μικρή ηλικία.

Η μητέρα της, ωστόσο, είχε έναν συγκεκριμένο στόχο. Ήθελε τα παιδιά της να πάνε στο πανεπιστήμιο. Η Λιζέτ και τα αδέλφια της το έκαναν. Εκείνη σπούδασε στο παιδαγωγικό τμήμα του πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας και έγινε εκπαιδευτικός με ειδίκευση στην ειδική αγωγή. Η σχέση της με την οργανωμένη ελληνική κοινότητα του Βανκούβερ άρχισε ουσιαστικά όσο ήταν ακόμη φοιτήτρια.

Η Λιζέτ Παππά κρατά τη διακήρυξη με την οποία το Βανκούβερ αναγνώρισε την πολυετή προσφορά της στην κοινότητα ανακηρύσσοντας την 11η Αυγούστου «Ημέρα Λιζέτ Παππά». ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΙΖΕΤ ΠΑΠΠΑ στον ΕΚ

Στη Διεθνή Εστία (International House) του πανεπιστημίου, όπου φοιτητές διαφορετικών εθνικοτήτων συναντιούνταν και παρουσίαζαν ο ένας στον άλλον τον πολιτισμό τους, της ζήτησαν να οργανώσει μια ελληνική βραδιά. Το μεγάλο, όμως, πρόβλημα ήταν ότι δεν γνώριζε σχεδόν κανέναν στην ελληνική παροικία της πόλης.

Πήγε, λοιπόν, στην ελληνική εκκλησία και εξήγησε τι ήθελε να κάνει. Την έφεραν σε επαφή με ανθρώπους της κοινότητας. Οι περισσότεροι, όπως θυμάται, ήταν εστιάτορες. «Ο ένας πρόσφερε κάτι, ο άλλος κάτι άλλο. Στο τέλος βρέθηκε το φαγητό, η μουσική, οι μουσικοί και άνθρωποι που ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν».

Η βραδιά πραγματοποιήθηκε το 1970 ή το 1971. Η ίδια και η πόλη μαζί, θυμούνται ακόμα τη βραδιά αυτή ως μία από τις πλέον ζωντανές ελληνικές εκδηλώσεις που είχαν γίνει μέχρι τότε στο πανεπιστήμιο.

Το 1972 άρχισε να εργάζεται για το Σχολικό Συμβούλιο του Βανκούβερ, στο σχολείο Τζένεραλ Γκόρντον. Την ίδια περίοδο, μαζί με τον αδελφό της, δημιούργησε αυτό που περιγράφει ως «Το πρώτο ελληνικό χορευτικό τμήμα της ελληνικής κοινότητας του Βανκούβερ».

Αργότερα ήρθε η Φιλόπτωχος στη ζωή της και μαζί τής η πολύωρη εργασία υπέρ μίας κοινότητας που σπάνια καταγράφεται ολόκληρη με τις ευθύνες συγκέντρωσης χρημάτων, την οργάνωση εκδηλώσεων, προσφορά βοήθειας σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη αλλά και τα πρακτικά ζητήματα που απλά κάποιος έπρεπε να τα αναλάβει.

Την ίδια στιγμή, με μία άλλη εκπαιδευτικό ξεκίνησαν δωρεάν βραδινά μαθήματα αγγλικών για νέους μετανάστες. Δεν της έφταναν, όμως, μόνο αυτά. Έγραφε και στην ελληνική παροικιακή εφημερίδα «Γνώμη» συμβουλεύοντας τους γονείς για το πώς μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους με τα μαθήματα και το σχολείο.

Παρόλα αυτά, η Παππά δεν έμεινε μόνο στο Βανκούβερ. Μετά τον γάμο της επέστρεψαν με τον σύζυγό της στο Πέντικτον όπου ασχολήθηκαν με εστιατόρια και νυχτερινά κέντρα. Εκείνη αγαπούσε την επαφή με τον κόσμο αλλά θυμάται τη μεγάλη πίεση που είχε η οικογενειακή επιχείρηση εστίασης.

Υστέρα από οκτώ χρόνια, το 1988, επέστρεψαν στο Βανκούβερ. Η ίδια προσλήφθηκε ξανά από το Σχολικό Συμβούλιο. Ο σύζυγός της, τότε 50 ετών, επέστρεψε στην εταιρεία τηλεπικοινωνιών όπου εργαζόταν. Η Παππά, άνθρωπος βαθιάς πίστης, θεωρεί ακόμη ότι εκείνη η επανεκκίνηση δεν ήταν απλώς μία τυχαία συγκυρία. Την αποδίδει στην «παρέμβαση του Θεού».

Με την επιστροφή τους, η κοινότητα βρήκε πάλι «τους ρυθμούς της» και η ίδια επέστρεψε και πάλι στην καθημερινότητά της. Μόνο που η κοινότητα είχε αρχίσει να αλλάζει γιατί στην ευρύτερη περιοχή του Βανκούβερ υπήρχαν περισσότερες ελληνικές ενορίες και οργανώσεις.

Την ίδια ώρα, η γενιά των παιδιών των πρώτων μεταναστών δεν είχε τις ίδιες ανάγκες με τους γονείς της αφού είχαν αρχίσει να αφομοιώνονται στο περιβάλλον που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Οι νέοι δεν πήγαιναν απαραίτητα στην εκκλησία. Δημιουργούσαν οικογένειες με ανθρώπους εκτός της ελληνικής κοινότητας. Εντάσσονταν, δηλαδή, στην καναδική κοινωνία και σε μία πραγματικότητα που ήταν ξένοι για τους γονείς τους.

Στο σημείο αυτό, η Παππά διευκρίνισε ότι δεν θεωρεί κακό έναν διαφυλετικό γάμο ή με άλλα λόγια με έναν μη Έλληνα ή μη Ελληνίδα. Αυτό που την απασχολούσε και την τρόμαζε ήταν κάτι διαφορετικό. Έβλεπε τους νέους ανθρώπους να απομακρύνονται από την ιστορία και την καταγωγή τους.

Αυτός ήταν και ο λόγος που μεγάλο μέρος της προσοχής της στράφηκε στη νέα γενιά. «Όσο περισσότερο μαθαίνουμε για εμάς, από πού ερχόμαστε και κατανοούμε το παρελθόν μας, τόσο περισσότερο κατανοούμε τον εαυτό μας», μου υπογράμμισε.

Για την Παππά, το να γνωρίζει κάποιος τις ρίζες, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κουλτούρα του/της δεν σημαίνει πως ένα άτομο πρέπει να κλείνετε μέσα σε αυτό το κουκούλι. Χαρακτηριστικά μας τονίζοντας ότι «Όσο περισσότερο καταλαβαίνουμε από πού προέρχονται οι άνθρωποι τόσο καλύτερα τους κατανοούμε και τους αποδεχόμαστε».

Η ζωή της κινήθηκε ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, η προσπάθεια να μη χαθεί η σχέση των νεότερων με τον Ελληνισμό και από την άλλη, η πεποίθηση ότι αυτή η σχέση δεν αποκτά αξία εάν δεν βοηθά τον άνθρωπο να ζήσει με περισσότερη γνώση μαζί με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής.

Την ώρα που ο δήμαρχος της πόλης, Κεν Σιμ, της παρέδιδε την τιμητική διάκριση τόνισε ότι «Η ημέρα αυτή από εδώ και πέρα θα ονομάζεται «Ημέρα της Λιζέτ Παππά».

Στην ομιλία της μετά την αναγνώριση της στο Δημαρχείο, η Παππά εξήγησε με τον απλούστερο τρόπο τι θεωρεί ότι έκανε όλα αυτά τα χρόνια λέγοντας ότι «Είτε μέσα από τη διδασκαλία, είτε βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη, είτε μοιραζόμενη τον πολιτισμό μας, είτε δουλεύοντας με νέους ανθρώπους, με άλλες κοινότητες ή συγκεντρώνοντας χρήματα, απλώς προσπάθησα να δώσω κάτι πίσω στις κοινότητες που μου έδωσαν τόσα πολλά».

Όταν της ζήτησα να μιλήσει για την ίδια, επέστρεψε στο παιδί από τη Νάξο. Ανταποκρίθηκε στο ερώτημα μου με συγκίνηση λέγοντας μου «Ήρθα στον Καναδά από το νησί της Νάξου ως μικρό κορίτσι και ο Καναδάς μού έδωσε την ευκαιρία να ονειρευτώ, να μάθω, να διδάξω και να προσφέρω».

Παρότι η διακήρυξη φέρει το όνομα της, εκείνη δεν θέλησε να την κρατήσει για τον εαυτό της υπογραμμίζοντας ότι «Την αποδέχομαι εκ μέρους όλων εκείνων που περπάτησαν δίπλα μου, εργάστηκαν δίπλα μου, με ενθάρρυναν, με στήριξαν και με κατανόησαν όλα αυτά τα χρόνια».

Έκλεισε την ομιλία της με μία πρόταση που, μετά από δεκαετίες δουλειάς μέσα στην κοινότητα, ακούγεται απολύτως συνεπής με τον τρόπο που έζησε η ίδια αυτή τη διαδρομή. «Αυτή η τιμή ανήκει σε όλους μας».

Την ίδια ημέρα τιμήθηκε και ο Έλληνας, Νίκος Πάνος, ο οποίος, όμως, βρίσκεται στην Ελλάδα και αντ’ αυτού παρέλαβε τη διάκρισή του η σύζυγός του.

Πηγή: ekirikas.com