Το ΠΑΣΟΚ σηκώνει τη σημαία του «πατριωτικού Κέντρου» – Η στρατηγική Ανδρουλάκη στα εθνικά θέματα, H πίεση προς το Μαξίμου και τον Αλέξη Τσίπρα

Η ξαφνική πυκνότητα των παρεμβάσεων του ΠΑΣΟΚ για τα εθνικά θέματα δεν είναι ούτε τυχαία ούτε προϊόν της θερινής επικαιρότητας. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, η Χαριλάου Τρικούπη παρενέβη τέσσερις φορές για τις τουρκικές κινήσεις στο Αιγαίο, τα θαλάσσια πάρκα, τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Πίσω από τις ανακοινώσεις διακρίνεται μια ευρύτερη πολιτική επιλογή, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να καταλάβει τον χώρο του «πατριωτικού Κέντρου». Έναν χώρο που δεν ταυτίζεται ούτε με τη διαχείριση χαμηλών τόνων της κυβέρνησης ούτε με τις κραυγές της εθνικιστικής Δεξιάς.

Το μήνυμα που θέλει να εκπέμψει ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ότι μπορεί να υπάρξει μια εξωτερική πολιτική υπεύθυνη, ευρωπαϊκή και θεσμική, αλλά συγχρόνως διεκδικητική. Χωρίς ευκολίες, αλλά και χωρίς αυταπάτες απέναντι στην Τουρκία.

Η αρχή από τα θαλάσσια πάρκα

Η πρώτη αντίδραση ήρθε μετά τη δημοσιοποίηση της τουρκικής χωροθέτησης θαλάσσιων πάρκων. Οι αρμόδιοι τομεάρχες του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος και Μανώλης Χριστοδουλάκης, κατηγόρησαν την Άγκυρα ότι χρησιμοποιεί ένα φαινομενικά περιβαλλοντικό εργαλείο για να αποτυπώσει στον χάρτη τις πάγιες αναθεωρητικές διεκδικήσεις της.

Ακολούθησε κοινή παρέμβαση των τεσσάρων ευρωβουλευτών του κόμματος —Γιάννη Μανιάτη, Νίκου Παπανδρέου, Σάκη Αρναούτογλου και Νικόλα Φαραντούρη— προς την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ. Οι ευρωβουλευτές έκαναν λόγο για εφαρμογή στο πεδίο του αφηγήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και ζήτησαν τόσο ευρωπαϊκή τοποθέτηση όσο και θεσμική ελληνική απάντηση.

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε ο αρμόδιος για θέματα Άμυνας Μιχάλης Κατρίνης, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική χωροθέτηση γύρω από το Καστελόριζο, τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη προκλητική δήλωση, αλλά ουσιαστική αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Οι διαδοχικές παρεμβάσεις καταγράφηκαν μέσα σε διάστημα τριών ημερών.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί έτσι να μεταφέρει τη συζήτηση από το αν υπάρχουν εντάσεις στο Αιγαίο στο πιο δύσκολο ερώτημα: τι ακριβώς παρήγαγε για την Ελλάδα η πολιτική των «ήρεμων νερών»;

Η Χαριλάου Τρικούπη δεν απορρίπτει τον διάλογο με την Τουρκία. Υποστηρίζει, όμως, ότι ο διάλογος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι αδράνειας, την ώρα που η Άγκυρα ενσωματώνει τις διεκδικήσεις της σε χάρτες, διοικητικές πράξεις και θεσμικά κείμενα.

Από το Αιγαίο στη Μονή Σινά

Η δεύτερη κίνηση είχε διαφορετικό αντικείμενο, αλλά την ίδια πολιτική στόχευση. Οι τέσσερις ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθεσαν ερώτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης για το ιδιοκτησιακό της καθεστώς στις 23 Αυγούστου.

Έθεσαν ζητήματα αναγνώρισης της νομικής προσωπικότητας της Μονής, προστασίας της περιουσίας της και πολιτειακής αναγνώρισης του κανονικά εκλεγμένου Αρχιεπισκόπου και Ηγουμένου. Συνέδεσαν, μάλιστα, ευθέως την υπόθεση με την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς την Αίγυπτο και ζήτησαν να διευκρινιστεί εάν οι εξελίξεις συνεκτιμήθηκαν κατά τη θετική ευρωπαϊκή αξιολόγηση της χώρας. Η ερώτηση επικαλείται τις υποχρεώσεις της Αιγύπτου για τη θρησκευτική ελευθερία και την προστασία ιστορικών θρησκευτικών ιδρυμάτων.

Η επιλογή έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, δεν αφήνει την Ορθοδοξία, τα εθνικά σύμβολα και την προστασία του Ελληνισμού στο εξωτερικό ως προνομιακά πεδία της συντηρητικής παράταξης.

Επιχειρεί να τα εντάξει σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή ατζέντα, διεθνές δίκαιο, θρησκευτικές ελευθερίες, πολιτιστική κληρονομιά, αιρεσιμότητα στη χρηματοδότηση τρίτων χωρών.

Το ακροατήριο που αναζητεί ο Ανδρουλάκης

Η στρατηγική απευθύνεται σε ένα υπαρκτό αλλά πολιτικά διασκορπισμένο κοινό. Είναι ψηφοφόροι που ανησυχούν για την τουρκική αναθεωρητική πολιτική, αλλά δεν ταυτίζονται με τον επιθετικό εθνικισμό. Πολίτες που υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, χωρίς να θεωρούν ότι η Ευρώπη θα προστατεύσει αυτομάτως τα ελληνικά συμφέροντα. Και παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που εξακολουθούν να συνδέουν την παράταξη με την εθνική αυτοπεποίθηση και όχι μόνο με την οικονομική ή κοινωνική πολιτική.

Η Χαριλάου Τρικούπη βλέπει εδώ ένα πολιτικό κενό. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία επένδυσε πολιτικά στην αποκλιμάκωση με την Τουρκία. Τα «ήρεμα νερά» περιόρισαν τις καθημερινές εντάσεις, αλλά δεν οδήγησαν σε υποχώρηση των τουρκικών διεκδικήσεων. Η Άγκυρα μπορεί να διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και ταυτόχρονα να προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» με νέους χάρτες και νέες διοικητικές κινήσεις.

Από την άλλη βρίσκεται η εθνικιστική αντιπολίτευση, η οποία επενδύει στην οργή και στην καταγγελία, χωρίς πάντοτε να παρουσιάζει εφαρμόσιμη διπλωματική στρατηγική. Το ΠΑΣΟΚ φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως η ενδιάμεση, σοβαρή δύναμη: διάλογος χωρίς αφέλεια, ευρωπαϊκές συμμαχίες χωρίς εξάρτηση και αποτροπή χωρίς πολεμική ρητορεία.

Η διαφορά από τον Τσίπρα

Η στόχευση δεν αφορά μόνο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αφορά ευθέως και τον Αλέξη Τσίπρα. Στο ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι η στάση τους στα εθνικά θέματα μπορεί να αναδείξει τη διαφορά ανάμεσα σε μια παράταξη με ιστορικό κυβερνητικής ευθύνης και σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα που προσπαθεί να επανασυστήσει τον πρώην πρωθυπουργό ως ηγετική μορφή της ευρύτερης Κεντροαριστεράς.

Η πρόσφατη παρουσία του Νίκου Ανδρουλάκη στην Κάσο εντασσόταν ακριβώς σε αυτή τη γραμμή. Το μήνυμα ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν παρακολουθεί τα εθνικά ζητήματα από τα γραφεία της Αθήνας, αλλά παρεμβαίνει από τις περιοχές όπου οι τουρκικές διεκδικήσεις αποκτούν πραγματικό γεωγραφικό περιεχόμενο.

Ταυτόχρονα, η έμφαση στα ελληνοτουρκικά και στη Μονή Σινά επιτρέπει στον Ανδρουλάκη να εμφανιστεί με περισσότερο «προεδρικό» προφίλ. Η οικονομία και η κοινωνική πολιτική είναι απαραίτητες για ένα κόμμα εξουσίας. Ωστόσο, η ικανότητα διαχείρισης των εθνικών θεμάτων είναι εκείνη που εξακολουθεί να ξεχωρίζει στη συνείδηση των πολιτών ένα κόμμα διαμαρτυρίας από μια εν δυνάμει κυβέρνηση.

Το δύσκολο ιστορικό φορτίο

Η προσπάθεια δεν είναι χωρίς κινδύνους. Το ΠΑΣΟΚ κουβαλά διαφορετικές και ενίοτε αντιφατικές παραδόσεις στην εξωτερική πολιτική. Από την πατριωτική ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι την ευρωπαϊκή στρατηγική του Κώστα Σημίτη, από την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ μέχρι το τραύμα των Ιμίων, η παράταξη δεν διαθέτει μία ενιαία και αδιαμφισβήτητη ιστορική αφήγηση.

Το ίδιο ισχύει και για τα σημερινά στελέχη της. Άλλοι δίνουν έμφαση στη διπλωματική αποτροπή και άλλοι στην ανάγκη διαλόγου και προσφυγής στους διεθνείς θεσμούς. Εάν το κόμμα ανεβάσει υπερβολικά τους τόνους, κινδυνεύει να ακολουθήσει τη δεξιά αντιπολίτευση στο δικό της γήπεδο. Εάν περιοριστεί σε ερωτήσεις προς τις Βρυξέλλες, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι η «πατριωτική στροφή» είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική.

Γι’ αυτό η νέα στρατηγική θα κριθεί όχι από τον αριθμό των ανακοινώσεων, αλλά από το περιεχόμενο της εναλλακτικής πρότασης.

Τι θα έκανε διαφορετικά το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην Τουρκία; Πώς θα αξιοποιούσε τις ευρωπαϊκές συμμαχίες; Ποια στάση θα κρατούσε απέναντι στη συμμετοχή της Άγκυρας στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα; Πώς θα αντιδρούσε εάν τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα περνούσαν από τους χάρτες σε ενέργειες στο πεδίο;

Η μάχη για το Κέντρο δεν θα κριθεί μόνο στην οικονομία

Η πολιτική μάχη του φθινοπώρου δεν θα διεξαχθεί αποκλειστικά γύρω από τα μέτρα της ΔΕΘ. Θα διεξαχθεί και γύρω από το ποια παράταξη μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια, σταθερότητα και εθνική αυτοπεποίθηση σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ακόμη το πλεονέκτημα της κυβερνητικής εμπειρίας και της εικόνας του σταθερού διαχειριστή. Η εθνικιστική Δεξιά διεκδικεί τους ψηφοφόρους που θεωρούν ότι η κυβέρνηση έχει υποχωρήσει υπερβολικά με πρωταγωνιστή, πλέον, τον Αντώνη Σαμαρά. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επανέλθει ως η κεντρική εναλλακτική πολιτική προσωπικότητα.

Ανάμεσά τους, το ΠΑΣΟΚ αναζητεί τη δική του σημαία.

Το «πατριωτικό Κέντρο» μπορεί να αποτελέσει γι’ αυτό έναν πραγματικό πολιτικό χώρο: ούτε φοβικό ούτε εθνικιστικό, ούτε δεδομένο απέναντι στους συμμάχους ούτε πρόθυμο να αποδεχθεί την τουρκική αναθεωρητική ατζέντα στο όνομα της ηρεμίας. Αλλά για να τον κατακτήσει, δεν αρκεί να καταγγέλλει τις ολιγωρίες του Μαξίμου. Πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική. Διαφορετικά, η σημαία που σηκώνει σήμερα μπορεί να αποδειχθεί απλώς ένα ακόμη προεκλογικό λάβαρο.

Πηγή:newpost.gr