Στην πάλη ομογενούς ανάμεσα σε δύο κόσμους …κέρδισαν και οι δύο!

«Απογέματα στην Ιθάκη», είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Σπίρη Τζίτζιρα, που εκδόθηκε από το ABC Books. Πρόκειται για ένα ταξίδι στη ζωή μιας γυναίκας των 40 χρόνων σήμερα, γεννημένης στη Μελβούρνη, που επιχειρεί η ίδια, με φωνή καθαρή, που άλλοτε πάλλεται από συγκίνηση και άλλοτε σε εκπλήττει με την πραότητα που μιλά για αιχμηρές αλήθειες.

Σε κάθε περίπτωση ακούγεται αληθινή, αυθόρμητη, γήινη, όσο δεν γίνεται.

Από την αρχή σου δίνει την εντύπωση, ότι δεν έχει άλλη πρόθεση από το να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Να βάλει στο ίδιο κεφάλαιο την ευωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού που ζυμώνει η γιαγιά στο χωριό με «την τρύπα στο χώμα» (τουαλέτα στην αυλή του σπιτιού), και τη δυσωδία που βγαίνει από αυτήν.
Ακολουθεί η περιγραφή του περιβολιού, με τη φιγούρα του παππού να ασχολείται με τα σταφύλια και τα σύκα που θα ξεράνει για το χειμώνα. Οι περιγραφές της είναι ζωντανές, αυθόρμητες σαν το γάργαρο νερό που βγαίνει απ’ την πηγή, προκαλώντας σε να μείνεις εκεί κοντά για να το απολαύσεις.

Η Σπυριδούλα Τζίτζιρα

Η Σπυριδούλα Τζίτζιρα

ΜΙΑ ΣΦΟΔΡΗ ΠΑΛΗ

Δεν έχει πρόβλημα να μιλήσει για την πάλη που συνέβαινε, από πολύ νωρίς, μέσα της.
Πάλη ανάμεσα σε δύο κόσμους που κρατά πάνω από τρεις δεκαετίες, προσπαθώντας ο ένας να νικήσει τον άλλον. Τη μια στιγμή φαίνεται ο ένας να υπερτερεί, γρήγορα όμως τον σπρώχνει ο άλλος με δύναμη στην άκρη. Συχνά, σταματούν και οι δυο μαζί, μ’ έναν μυστικό κώδικα συνεννόησης μεταξύ τους, αλλά μόνο για να ανακτήσουν δυνάμεις και να αρχίσουν ξανά τη σκληρή πάλη. Είναι η ελληνική ταυτότητα και η αυστραλιανή πραγματικότητα που έχουν ζώσει τη ζωή της Σπυριδούλας Τζίτζιρα, από τα παιδικά της χρόνια, μέχρι τα 40 της.

Για την ακρίβεια, ήταν την ημέρα των γενεθλίων της, θα πει, που ένοιωσε απελευθερωμένη. Συνέβη στην Ιθάκη, εκεί που το ταξίδι μιας ολόκληρης ζωής την έφερε και μια φωνή της είπε μέσα της «τώρα μπορείς να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου. Δεν είναι ανάγκη να ανήκεις μόνο στον έναν ή στον άλλον κόσμο. Μπορείς ν’ ανήκεις και στους δυο. Πάρε με σοφία ό,τι σου προσφέρει ο ένας, ό,τι γεμίζει τη ψυχή σου, χωρίς να αγνοείς τον άλλον. Εξάλλου, δεν μπορείς. Έτσι δεν είναι;»
«Όταν ήμουν έφηβη, αισθανόμουν ότι το να είμαι Ελληνίδα ήταν υποτιμητικό. Ο πατέρας μου ήταν απότομος, δυνατός, αλλά και αυστηρός μαζί μου. Ένοιωθα να ασφυκτιώ. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, να πάω στην Ελλάδα, να ανασάνω τον αέρα, να νοιώσω τη γη που ήταν οι ρίζες μου, να δω τις αλλαγές που είχαν γίνει όλα αυτά χρόνια που έλλειπε ο πατέρας μου για να μπορέσω να καταλάβω εκείνο το περίφημο “τι θα πει ο κόσμος”, αλλά και όλους τους άλλους περιορισμούς που χρόνια τώρα ένοιωθα να με πνίγουν. Το πρόβλημα ήταν ότι εκείνος εξακολουθούσε να ζει στην Ελλάδα του’60. Εγώ, από την άλλη πλευρά, πεισματάρα και δυναμική, αντιδρούσα σ’ όλα αυτά που περίμενε από μένα. Έπρεπε να πάω στην Ελλάδα, για να διαπιστώσω ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει ριζικά από αυτά που είχε ζήσει ο πατέρας μου. Υπήρχε μια ελευθερία, ένας αυθορμητισμός στις σχέσεις των ανθρώπων, ένα κλίμα που βρήκα συναρπαστικό. Αισθάνθηκα μέσα μου ότι ναι, μπορούσα να ταυτιστώ με την Ελλάδα που έβλεπα και ένοιωθα εγώ, όχι όμως αυτή του πατέρα μου».

Την εποχή της πάλης, η ίδια θα πει ότι δεν υπήρχε ταύτιση με την αυστραλιανή κουλτούρα. «Πίστευα ότι το Πανεπιστήμιο θα ήταν ο χώρος που θα μου έλυνε τα δεσμά. Δε συνέβη όμως κάτι τέτοιο για πολλούς λόγους».

Η επίδραση που είχε το γεγονός ότι ήταν παιδί Ελλήνων της εργατικής τάξης, είναι κάτι που θ’ αφήσει το σημάδι του.
«Λατρεύω την ελληνική γλώσσα, δεν μπορώ όμως να εκφραστώ το ίδιο άνετα όπως στην αγγλική. Η ειρωνεία ότι και εκεί η πάλη των ταυτοτήτων έκανε την εμφάνισή της. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλα, η καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας μου είπε ότι “η σύνταξη των προτάσεών μου είναι μερικές φορές μπερδεμένη και δεν μπορεί να βγάλει νόημα”. Στη συνέχεια, με ρώτησε αν η Αγγλική δεν είναι η πρώτη μου γλώσσα. Κοκκίνισα από ντροπή. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλα, τη δίψα μου για καινούριες λέξεις και ιδέες, είχα ξεσκεπαστεί γι’ αυτό που ακριβώς ήμουν. Ένα κορίτσι από ένα Γυμνάσιο «χαμηλών επιδόσεων», και Ελλήνων γονέων, που εργάζονταν σε εργοστάσιο.

Συγχρόνως, όμως, ένιωσα να ανάβει μέσα μου ένας φοβερός θυμός. Σκέφτομαι ότι αυτή η γυναίκα με τη χοντρή προφορά, δεν είναι ανώτερη από μένα. Δεν είχε το δικαίωμα να μου φέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο.
Ο θυμός και το πείσμα, παραμερίζουν την ντροπή που ένοιωσα. Μελετώ περισσότερο, προσέχω τις προτάσεις και τις λέξεις που χρησιμοποιώ στις εκφράσεις μου και τα άριστα έρχονται το ένα μετά το άλλο».

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τα ταξίδια στην Ελλάδα συχνά, η περιγραφή στο βιβλίο «Απογεύματα στην Ιθάκη», ζωντανή και αφοπλιστική. Η παρεμβολή συνταγών περίεργη, όχι όμως ξεκομμένη.

«Προσπάθησα να δώσω την πραγματικότητα ενός ταξιδιού, όπου, μέσα από τη γλώσσα, τη μουσική, τη γαστρονομία, με οδήγησε να βρω τη συμφιλίωση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Τον ελληνικό και τον αυστραλιανό. Ο πρώτος μ’ εμπνέει, με κάνει να νοιώθω ζωντανή και μου ανοίγει παράθυρα στο νου και τη ψυχή να ονειρεύομαι. Όσο πιο πολύ εμπλουτίζομαι με τον ελληνικό πολιτισμό, τόσο πιο έντονο γίνεται το πάθος μου για την Ελλάδα. Την Ελλάδα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Πηγαίνω εκεί και δεν νοιώθω ξένη. Αντίθετα, αισθάνομαι πολύ οικεία. Έπρεπε να τη γνωρίσω σε βάθος, σ’ όλα τα ταξίδια μου που έχω κάνει εκεί, σ’ όλα αυτά που έχω μελετήσει για το παρελθόν της και αυτά που μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω σήμερα. Δεν έχω ερωτηματικά, δεν έχω αμφιβολίες, αλλά μόνο σιγουριά για τη σχέση μας που γίνεται όλο και δυνατότερη. Η Αυστραλία, από την άλλη πλευρά, με διεκδικεί το ίδιο δυνατά. Είναι η χώρα που γεννήθηκα, που έζησα με τους γονείς μου, που ζω σήμερα με τα παιδιά μου και τον άντρα μου, που δουλεύω, που δημιουργώ. Είναι η πραγματικότητα.
Το κυριότερο, όμως όλων, σε τελευταία ανάλυση, είναι ότι δεν υπάρχει πλέον πάλη μέσα μου.

Τα πράγματα έχουν πάρει τη θέση τους, έστω κι’ αν χρειάστηκε να γίνω 40 χρόνων για να συμβεί αυτό» θα καταλήξει η Σπυριδούλα Τζίτζιρα.