Πάνος Καμμένος: Κυβέρνηση αποστασίας που έχασε το ηθικό της πλεονέκτημα-Η ΝΔ

Αθήνα.- Σε ρόλο της πλέον σκληρής αντιπολίτευσης εμφανίστηκε ο Πάνος Καμμένος, ο οποίος μετά τις αλλεπάλληλες εντάσεις που προκάλεσε για διαδικαστικά ζητήματα στην Επιτροπή Άμυνας και Εξωτερικών της Βουλής, άστραψε και βρόντηξε για το περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών περνώντας τον πρώην κυβερνητικό του εταίρο γενεές δεκατέσσερις.

«Στο όνομα ποιου συμφέροντος αποφασίσατε να πατήσετε αυτή τη συμφωνία (σ.σ. με ΑΝΕΛ) και να μετατρέψετε μια κυβέρνηση εθνικής συμφιλίωσης σε κυβέρνηση αποστασίας, η οποία έχασε το ηθικό της πλεονέκτημα, που διαφυλάσσαμε μαζί επί 4 χρόνια;», υπογράμμισε ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ, εξαπολύοντας δριμεία επίθεση εναντίον  της κυβέρνησης κατά τη βασική του τοποθέτηση στην Επιτροπή.

Ο ίδιος μάλιστα κλιμακώνοντας την επίθεση δήλωσε με σαφή υπαινικτική διάθεση ότι θλίβεται επειδή όπως είπε χαρακτηριστικά: «γνωρίζω την αλήθεια.  Όταν τα χρόνια περάσουν και οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε όλες τις πηγές τις ιστορικές, θα καταλάβουν ποιοι έστησαν αυτή την ημέρα, ποιοι οδήγησαν σε αυτή τη Συμφωνία και για ποιο λόγο».

Ο κ. Καμμένος έκανε λόγο για «ημέρα θρήνου για την Ελλάδα» επειδή όπως είπε παραχωρείται το όνομα της Μακεδονίας. Χαρακτήρισε τη Συμφωνία «όνειδος για την πατρίδα μας και τη Δημοκρατία» και ως «το μεγαλύτερο λάθος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ», ενώ προκειμένου να πείσει για τα επιχειρήματά του περί των κινδύνων που υποκρύπτει η κύρωσή της, προειδοποίησε ακόμα και για «αιματοχυσία» και συγκρούσεις στα Βαλκάνια, επειδή όπως ισχυρίστηκε ανατρέπεται η Συμφωνία της Γιάλτας.

Ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ απέρριψε τις κατηγορίες περί πιέσεων των ΗΠΑ, δείχνοντας ως εμπνευστή της «λύσης» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, Νίκο Κοτζιά, κι αφήνοντας αιχμές περί πιέσεων από την Άνγκελα Μέρκελ και την Ευρώπη που όπως τους κατηγόρησε «θέλουν να κάνουν μπίζνες στα Σκόπια».

Παράλληλα, ο κ. Καμμένος εξαπέλυσε βολές και εναντίον της ΝΔ, κατηγορώντας την παρά τις ενστάσεις της για άλλα ζητήματα παραχωρεί επίσης το όνομα της Μακεδονίας, ενώ επανέλαβε τις καταγγελίες του εναντίον του προέδρου της Βουλής και της κυβερνητικής πλειοψηφίας για «υπόγειες μεθοδεύσεις» και «παραβίαση του Κανονισμού» στη σύνθεση της Επιτροπής, μιλώντας μάλιστα για «παρεμβάσεις εξωκοινοβουλευτικών».

Η Νέα Δημοκρατία

Σημεία ομιλίας του Βουλευτή Β΄Αθηνών, Τομεάρχη Εξωτερικών της Νέας Δημοκρατίας κ. Γιώργου Κουμουτσάκου, εισηγητή στη συζήτηση της κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών στην αρμόδια Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πέτυχε εκεί που είχαν αποτύχει οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις. Δηλαδή ότι έφερε λύση στο ζήτημα της ονομασίας, ενώ όλοι οι προηγούμενοι διαιώνιζαν το πρόβλημα, κάτι που τελικά σύμφωνα με την κυβέρνηση απέβαινε σε βάρος των ευρύτερων συμφερόντων της χώρας.

Η αλήθεια είναι ότι όλες οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, επί 28 ολόκληρα χρόνια, επεδίωκαν και προσπάθησαν να επιτύχουν  μια αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων. Όλες ανεξαιρέτως ήθελαν και επεδίωκαν λύση, όχι όμως λύση για τη λύση. Όχι λύση που θα ήταν επιζήμια για τα συμφέροντα της χώρας και δεν θα ανταποκρινόταν στις 3 βασικές και διαχρονικές επιδιώξεις της Ελλάδας στο «Μακεδονικό» ζήτημα:

α. να μην μονοπωλήσει οποιοσδήποτε άλλος την ταυτότητα και το σύνολο της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.

β. να μη μπορεί οποιοδήποτε άλλο μέρος να εμφανιστεί σαν νόμιμος, νομιμοποιημένος ή νομιμοφανής διεκδικητής της πολιτιστικής και/ή της εδαφικής υπόστασης της Μακεδονίας που αποτελεί τμήμα της ελληνικής επικράτειας.

γ. να μην διαμορφωθούν προϋποθέσεις έγερσης ζητήματος ή δημιουργίας «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα.

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ήταν διατεθειμένες να αποδεχτούν λύσεις που δεν κάλυπταν και τις τρεις αυτές εθνικές επιδιώξεις.

Δεν ισχύει το ίδιο και για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ, Γιώργος Κουμουτσάκος. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΝΔ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Η κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει με τη δέουσα σοβαρότητα ένα εθνικό ζήτημα, το είδε σαν εργαλείο και ευκαιρία να δημιουργήσει πρόβλημα στους πολιτικούς της αντιπάλους και ειδικότερα για να διαμορφώσει συνθήκες ακόμα και διάσπασης της Νέας Δημοκρατίας. Επιβεβαιωτικό αυτού είναι ότι σε ανύποπτο χρόνο ο ΠτΒ κ. Ν. Βούτσης είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι το Σκοπιανό θα γίνει καταλύτης για μείζονα αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Αυτή η νοσηρή αντίληψη της κυβέρνησης εξηγεί γιατί κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης κράτησε τις πολιτικές δυνάμεις στο σκοτάδι.

Προσπάθησε να λοιδορήσει και να απαξιώσει το εθνικό αίσθημα των Ελλήνων, ταυτίζοντάς τους με τρόπο απαράδεκτο, με ακροδεξιά ή ακόμα και με φασιστικά στοιχεία.

Με διχασμένο και ασθενές το εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση υπέσκαψε την ίδια διαπραγματευτική της θέση.  

Το κλείσιμο του ζητήματος με μία επιζήμια λύση, αποτέλεσμα ενός υποχωρητικού συμβιβασμού της Ελλάδας απέναντι στα ‘μικρά’ Σκόπια, εξασθενεί την εικόνα της χώρας στην περιοχή των Βαλκανίων και στην Τουρκία. Μια τέτοια συμφωνία δεν λειτουργεί αποτρεπτικά προς την Άγκυρα. Αντίθετα συνιστά προηγούμενο υποχωρητικότητας της Ελλάδας που προτρέπει την εξ ανατολών γείτονά μας να επιδιώξει κάτι ανάλογο και στις διμερείς ελληνο-τουρκικές σχέσεις.

Μία συμφωνία που δεν έχει την αποδοχή του λαού σε κανένα από τα δύο κράτη, την καθιστά σαθρή και ευπαθή συμφωνία, ειδικά σε Βαλκανικές συνθήκες. Σε τέτοιου είδους συμφωνίες, που σχετίζονται με ταυτότητα, η τυπική νομιμοποίηση δεν αρκεί. Στα Βαλκάνια οι σαθρές λύσεις τελικά βάζουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί, που σύντομα μπορεί να επανεμφανιστούν ως εφιάλτες.

Το ισοζύγιο κερδών και οφελών είναι συντριπτικά σε βάρος της Ελλάδας.

Με τη συμφωνία αυτή τα Σκόπια εξασφαλίζουν:

α.  την αναγνώριση εκ μέρους της Ελλάδας ότι οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας θα ονομάζονται «Μακεδόνες/πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας» (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3β).

β. Χρήση του όρου nationality (που μεταφράζεται και ως ιθαγένεια και ως εθνικότητα) αντί αυτή του όρου citizenship (που αποδίδει καλύτερα την έννοια της σχέσης του πολίτη με το κράτος) (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3β).

γ. Αναγνώριση της γλώσσας ως «μακεδονικής», έστω και αν πρόκειται για σλαβική γλώσσα (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3γ).

δ. Αναγνώριση από την Ελλάδα και ελευθερία χρήσης των ακρωνύμιων MK και MKDMakedonija») αντί ΝΜ ή ΝΜΚ (North Macedonia) (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3ε).

ε. Αναγνώριση «μακεδονικής» ταυτότητας μέσω της επαναλαμβανόμενης αναφοράς αυτής στο Σύνταγμα των Σκοπίων.

στ. Αναφορά μόνο σε «βόρεια περιοχή του Πρώτου Μέρους» αντί μιας ξεκάθαρης αναφοράς σε Ελληνική Μακεδονία (Μέρος 1, Άρθρο 7, παρ. 2).

ζ.  Αναγνώριση και ενίσχυση του αφηγήματος περί εθνικής «μακεδονικής» ταυτότητας (με εξαίρεση μόνο της ελληνικής αρχαίας ιστορίας) (Μέρος 1, Άρθρο 7, παρ. 4).

η. Έναρξη διαδικασίας για την ένταξη στο ΝΑΤΟ με την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, άσχετα από το εάν κυρωθεί η συμφωνία ή όχι (Μέρος 1, Άρθρο 2, παρ. 4β,(ι) και (ιι)).

θ. Δυνατότητα έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην ΕΕ (Μέρος 1, Άρθρο 2, παρ. 4α).

ι. Δέσμευση  της Ελλάδας να μην αντιταχθεί όχι μόνο στην υποψηφιότητα αλλά και στην ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» σε διεθνείς οργανισμούς χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση. Δηλαδή ακόμα και αν τα Σκόπια δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης (Μέρος 1, Άρθρο 2, παρ. 1).

ια. Συζήτηση για χρήση εμπορικών ονομασιών, σημάτων και επωνυμιών (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3θ).

ιβ. Σύσταση διεπιστημονικής επιτροπής, η οποία θα εξετάσει τον τρόπο διδασκαλίας της ιστορίας και των δύο χωρών ώστε να αρθούν οι αλυτρωτικές αναφορές. Πρόκειται για έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι και η Ελλάδα τρέφει και εκείνη αλυτρωτικές βλέψεις εναντίον των Σκοπίων!!!! (Μέρος 1, Άρθρο 1, παρ. 3θ).

Απέναντι σε όλα αυτά η ελληνική κυβέρνηση «πέτυχε»:

α. την αλλαγή της ονομασίας. Αυτό όμως γίνεται με όνομα που υπολείπεται του αισθήματος της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων.

β. Μια προσχηματική αλλαγή του Συντάγματος, καθώς η σκοπιανή πλευρά με την συμφωνία των Πρεσπών πήρε ό,τι επεδίωκε μέχρι τώρα.

γ. Την αυτονόητη αποσύνδεση της «Βόρειας Μακεδονίας» από την αρχαία ελληνική ιστορία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

δ. Την αυτονόητη παραδοχή από τα Σκόπια ότι η δήθεν «μακεδονική» γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών.

Για πρώτη φορά ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει «μακεδονική» γλώσσα

Στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών που έγινε το 1977 στην Αθήνα το θέμα που συζητήθηκε για όλες τις χώρες που δεν χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο ήταν ένα και μόνο: πώς θα προχωρήσουν οι χώρες αυτές για λόγους τυποποίησης (standardization) των γεωγραφικών ονομάτων τους σε μεταγραμματισμό (transliteration) των γεωγραφικών ονομάτων με λατινικά γράμματα. Το κείμενο που υιοθετήθηκε στην εν λόγω Διάσκεψη έχει αμιγώς τεχνικό κείμενο και δεν αφορά στην επίσημη αναγνώριση γλωσσών αλλά στην μετατροπή κειμένων από το ένα αλφάβητο στο άλλο. Δεν υπονοείται η έκφραση οποιασδήποτε άποψης από πλευράς της Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με το νομικό καθεστώς οποιασδήποτε χώρας, εδάφους, πόλης, περιοχής ή των Αρχών, ή αναφορικά με την οριοθέτηση ορίων.

Τη θέση αυτή – ότι το κείμενο αυτό είναι τεχνικής φύσης και όχι πολιτικό και επ’ ουδενί συνιστά αναγνώριση γλώσσας- έχει υποστηρίξει ο έγκριτος γλωσσολόγος καθηγητής κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος ήταν μέλος της τότε Ελληνικής αντιπροσωπείας στη Σύνοδο του 1977.

Είναι τραγικό ότι η κυβέρνηση αντί να υιοθετήσει αυτήν την ελληνική ερμηνεία, υιοθέτει την ερμηνεία που δίνουν τα Σκόπια.

Υπογραμμίζεται με έμφαση ότι καθ΄ολη τη διάρκεια της σχεδόν 30ετούς διαπραγμάτευσης για το όνομα η σταθερή, πάγια οδηγία του Υπουργείου των Εξωτερικών προς όλες τις διπλωματικές και προξενικές αρχές, προς όλους τους διπλωμάτες και τις υπηρεσίες του κράτους ήταν να αντιδρούν και να μην αποδέχονται οποιαδήποτε αναφορά σε διεθνή κείμενα του επίθετου «Μακεδονικός, Μακεδονική, Μακεδονικό» όταν αυτό σχετίζονταν ή καθοιονδήποτε τρόπο συνδέονταν με τη γειτονική χώρα.

Επίσης, στο πλαίσιο του ΟΗΕ και των αντίστοιχων διασκέψεων η Ελλάδα πάντα εξέφραζε επίσημα την αντίρρησή της σε οποιαδήποτε αναφορά σε «Μακεδονική γλώσσα».

Εγκαταλείποντας αυτήν την διαχρονική πρακτική η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα αναγνωρίζει για πρώτη φόρα ρητώς και επίσημα την ύπαρξη Μακεδονικής γλώσσας. Και το κάνει με τον πιο δεσμευτικό τρόπο. Δηλαδή μέσω ενός δεσμευτικού διμερούς συμβατικού διεθνούς κειμένου όπως είναι η Συμφωνία των Πρεσπών.

Ο όρος ‘nationality’ του Άρθρου 1, παρ. 3β ερμηνεύεται και ως «ιθαγένεια» και ως «εθνότητα». Η σύγχυση που προκαλεί ο όρος αυτός είναι ηθελημένη. Εάν υπήρχε πραγματική βούληση η Συμφωνία των Πρεσπών να ρυθμίσει μόνο το θέμα της ιθαγένειας-υπηκοότητας θα είχε επιλεγεί ο κρυστάλλινα σαφής όρος ‘citizenship’. Κάτι που δεν έγινε.  

Εάν πράγματι ‘nationality’ στη συμφωνία σημαίνει ιθαγένεια και μόνον, δηλαδή παραπέμπει μόνον στο δεσμό των πολιτών με ένα συγκεκριμένο κράτος, τότε αυτονοήτως θα έπρεπε να ακολουθεί την ονομασία αυτού του κράτους. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον ως «βορειομακεδονική». Πράγμα το οποίο δε γίνεται γιατί αναφέρεται και σε «Μακεδόνες» που σημαίνει εθνικότητα.

Η συμφωνία αναγνωρίζει τους πολίτες της «Βόρειας Μακεδονίας» ως «Μακεδόνες» και έτσι θα αναγράφονται στα διαβατήρια.

Αυτό συνδέεται άμεσα με την πρόνοια του Άρθρου 7 παρ. 3 το οποίο αναφέρει ότι «αναφορικά με το Δεύτερο Μέρος [δηλαδή τα Σκόπια], με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7 (2)».

Όλα αυτά σε συνδυασμό, συνθέτουν την εθνότητα και την ταυτότητα.

Η συμφωνία αποτελεί θερμοκήπιο για την ανάπτυξη εθνικισμού και αλυτρωτισμού.

Ο συνδυασμός του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία» με την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας ύπαρξης «μακεδονικής» γλώσσας και εθνότητας είναι εύφορο έδαφος, και λειτουργεί ως θερμοκήπιο για τη διατήρηση του ιδεολογήματος του «Μακεδονισμού». Επιτρέπει την ανάπτυξη μιας νέας δυνατότητας αλυτρωτισμού, ακόμα και «μακεδονικού» μειονοτικού ζητήματος.

Ο πυρήνας των αρνητικών προβλέψεων και ρυθμίσεων της Συμφωνίας, δηλαδή «μακεδονική» γλώσσα και εθνότητα, αλλά και τα όσα αφορούν τη συμμετοχή των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να αλλάξει ακόμα και σε πιθανή αναθεώρηση της Συμφωνίας.