Με αφορμή τη συνέντευξη του Υφυπουργού, Κων. Βλάση, στον «Νέο Κόσμο»

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΑΣΠΙΝΑ

Στην πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε ο Υφυπουργός Εξωτερικών, με αρμοδιότητα τον Απόδημο Ελληνισμό, Κώστας Βλάσης, στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Αυστραλίας, η οποία δημοσιεύθηκε (μεταφρασμένη) και στα ελληνικά με τον μακρόσυρτο τίτλο: «Οι Ελληνοαυστραλοί αισθάνονται ότι η πατρίδα ίσως τους παραμελεί αλλά έχουμε λάβει τις ανάγκες τους υπόψη», πολλά αρνητικά (για τον τίτλο, αλλά, κυρίως, για το περιεχόμενο) θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει. Θα αδικούσε, όμως, τον Υφυπουργό ή όποια στοχευμένη –έστω και καλοπροαίρετη- κριτική.

Άλλωστε, αν ανατρέξει κανείς σε παλαιότερες παρόμοιας φύσεως συνεντεύξεις άλλων προκατόχων του κ. Βλάση, Υφυπουργών Εξωτερικών, θα «σκοντάψει» πάνω σε πλήθος παρόμοιων ασαφειών, γενικοτήτων και κενών, που πηγάζουν από έλλειψη ουσιαστικής και βαθειάς γνώσης του αντικειμένου που λέγεται,  Απόδημος Ελληνισμός.  Αλλά και –κυρίως- εξαιτίας του εγωκεντρικού χαρακτήρα της ελληνικής Πολιτείας.

Τουλάχιστον, ο Κώστας Βλάσης, είχε την εντιμότητα να δηλώσει πως «…όταν διορίστηκα υφυπουργός Εξωτερικών, υπεύθυνος για τους Έλληνες της Διασποράς, σχεδίαζα την πραγματοποίηση μιας σειράς συναντήσεων και επικοινωνιών με πολλούς από τους προκατόχους μου προκειμένου να λάβω την απαραίτητη γνώση σε ό,τι αφορά το χαρτοφυλάκιό μου». Οι εξελίξεις, προφανώς, δεν του το επέτρεψαν…

Ωστόσο, το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ πρόβλημα δεν είναι το επίπεδο γνώσεων περί αποδήμων των εκάστοτε διοριζόμενων υφυπουργών. Ούτε, φυσικά, του Κων. Βλάση. Γι’ αυτό, άλλωστε, ακόμα και όταν «ευτύχησε» η Ομογένεια να δει υφυπουργούς στο ΥΠΕΞ «δικά της παιδιά» (Δημήτρης Δόλλης, Αυστραλία, Αντώνης Διαματάρης, ΗΠΑ) το αποτέλεσμα της υφυπουργίας τους –για διαφορετικούς λόγους- υπήρξε απογοητευτικό.

Το ουσιώδες και σημαντικό πρόβλημα είναι η αδυναμία του πολιτικού κόσμου της γενέτειρας και δη των ηγετών του, να αντιληφθούν σε όλη της την έκταση τη σημασία και τη βαρύτητα που έχει (ή αν προτιμάτε,  που θα μπορούσε να έχει) ο Απόδημος Ελληνισμός για την μητέρα-πατρίδα.

Η παρουσία του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Αμερικανικής Γερουσίας, Ρόμπερτ Μενέντεζ, αυτές τις ώρες στην Ελλάδα  και, κυρίως, τα λεγόμενά του, έχουν, ως προς το συγκεκριμένο σημείο, την βαρύτητά τους την οποία αντλούν όχι από τον αδιαμφισβήτητο φιλελληνισμό του, αλλά από την ίδια την πολιτική θέση που κατέχει στο ομοσπονδιακό κυβερνητικό σύστημα των ΗΠΑ. « “… δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί όταν η συμπεριφορά της Τουρκίας ενισχύει τις εντάσεις. Παρά πολύ συχνά η τρέχουσα ηγεσία της Τουρκίας φαίνεται ότι θέλει να τροφοδοτήσει τις διαιρέσεις είτε στην Ανατολική Μεσόγειο είτε στον Νότιο Καύκασο. Περιμένω ότι οι ΗΠΑ θα θεωρήσουν την Τουρκία υπεύθυνη για αυτή την συμπεριφορά όταν λαμβάνει χώρα και ότι θα σταθούν στο πλευρό των ιστορικών μας εταίρων και συμμάχων“…

Αναλογιστείτε σε ποια βάση θα μπορούσε να εδράζει, – με την κατάλληλη σύμπλευση των συμφερόντων των ΗΠΑ με τα δικά μας εθνικά συμφέροντα και κοινό παρονομαστή την Ομογένεια- η εξωτερική μας πολιτική…

Τα όποια βήματα έχουν γίνει από το Εθνικό Κέντρο μετά την Μεταπολίτευση προς την κατεύθυνση να κατανοήσουμε πρώτα και να αξιοποιήσουμε, έπειτα την «ατομική βόμβα» της Ελλάδος (όπως προσφυώς αποκαλούσε τον Απόδημο Ελληνισμό ο μακαρίτης υπουργός Νικόλαος Μάρτης) ήταν μικρά, άτολμα και κατάφορτα από πολιτικές σκοπιμότητες. Και όλα τα βήματα ένα πράγμα επιβεβαίωναν.  Όσα έγραφε παλαιότερα ο εμβληματικός εκδότης της Ομογένειας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Μπάμπης Μαρκέτος, ότι «… η Αθήνα, το Κέντρο του Ελληνισμού δεν προβληματίστηκε με την απαιτούμενη σοβαρότητα μπροστά στη σημασία και τη βαρύτητα, που είχε ανέκαθεν για το Έθνος ο ελληνισμός της διασποράς ούτε στο απώτερο παρελθόν, ούτε  στο πρόσφατο, ούτε και μέχρι τώρα».

Διότι τι άλλο εκτός από αδιαφορία μπορεί να συνιστά το φαινόμενο, π.χ. να μην υπάρχουν στα συρτάρια των γραφείων της Ζαλοκώστα και της Βασιλίσσης Σοφίας εκατοντάδες υπουργικές αναφορές των θεμάτων, προβλημάτων και αιτημάτων της ομογένειας από τα χιλιάδες ταξίδια που πραγματοποίησαν από τη μεταπολίτευση και μέχρι την επιδημική απαγόρευση στο εξωτερικό, αλλά και από τις επισκέψεις στην Ελλάδα και φωτογραφήσεις επιφανών (και αφανών!) ομογενών με ΟΛΟΥΣ τους υφυπουργούς, Υπουργούς και Πρωθυπουργούς;  Και εάν υπάρχουν κάποιες αναφορές, αυτές βρίσκονται (;) σκόρπιες στα διάφορα συρτάρια του Μαξίμου και των υπουργείων…

Τι άλλο από αδιαφορία και ατολμία μπορεί να συνιστά το γεγονός ότι δέκα τώρα χρόνια διαφορετικές κυβέρνησης «πασχίζουν» να «αναστήσουν» το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) κι αυτό ως άλλο γιοφύρι της Άρτας «ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόνταν»!

Τι άλλο από αδιαφορία και έλλεψη συνεργασίας με τις ξένες κυβερνήσεις μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενιαίος νόμος που να διέπει το αφορολόγητο των μόνιμων κατοίκων εξωτερικού στην Ελλάδα;

Τι άλλο από αδιαφορία και πολιτικό φόβο δείχνει η αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών κομμάτων να ψηφίζουν από το εξωτερικό και με επιστολική ψήφο (κατά το Σύνταγμα) ΟΛΟΙ ανεξαιρέτως οι Έλληνες Ψηφοφόροι του Εξωτερικού;

Εδώ, μιά Ημέρα Απόδημου Ελληνισμού αποφασίσαμε να θεσμοθετήσουμε και …χαθήκαμε ανάμεσα σε ημερομηνίες, και σε διαδρόμους των εμπλεκόμενων υπουργείων!

Είναι μόνον αυτά; Όχι. Είναι εύκολα, έστω μόνον αυτά; Όχι. Είναι, όμως, εφικτά.

Τα πολύ περισσότερα θα είχαν και υλοποιηθεί, εάν είχαμε συστήσει ένα ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΠΟΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ. Και εάν είχαμε έναν διακομματικό Υπουργό με τακτή θητεία που να υπερβαίνει το χρονικό όριο της τετραετούς κυβερνητικής. Τότε θα είχαμε συγκροτήσει μία εθνική στρατηγική για τον Απόδημο Ελληνισμό. Θα είχαμε διαμορφώσει μία διακομματική πολιτική για τους Έλληνες «αυτούς που φεύγουν κι αυτούς που μένουν» (στο εξωτερικό).  Και αυτούς που θέλουμε να επιστρέψουν στη πατρίδα φέροντας μαζί τους Τεχνογνωσία, Ομαδικό πνεύμα εργασίας και επενδυτικό χρήμα….

Καλά, το …κατάλαβα. ΞΥΠΝΗΣΑ ΑΠΟΤΟΜΑ!